Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Μια κουταλιά σούπα μπαγιάτικη

Στον αιώνα που μας πέρασε, τα κομμουνιστικά καθεστώτα ανά την υφήλιο, άφησαν πίσω τους περί τα 90 εκατομμύρια νεκρούς. Τα φασιστικά, περί τα 10 εκατομμύρια (60, αν συνυπολογίσουμε τις εμπόλεμες συνθήκες). Για τον φανατισμένο άνθρωπο, αυτά τα νούμερα, είτε δεν υπάρχουν, είτε διαφοροποιούν τον κομμουνισμό από τον φασισμό. Για τον λογικό άνθρωπο, αυτά τα νούμερα αρκούν για να καταδικαστούν και τα δύο ρεύματα, ως μία πληγή για την ιστορία της ανθρωπότητας που δεν πρέπει να επαναληφθεί. 

Στην Ελλάδα της κοινωνικής σύγχυσης, που προήλθε από τον «τσαπατσούλικο» τρόπο σύστασης του ελληνικού Κράτους, τις αντιστάσεις στις αρχές του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, το εμπόλεμο τοπίο, την πολιτική αστάθεια και έναν εμφύλιο που αντί να ξεκαθαρίσει, μάλλον περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα, τέτοιες πληγές δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμες και ανιχνεύσιμες. Βάλε μέσα σε αυτό τον αχταρμά και την αδυναμία να συσταθεί μία ισχυρή αστική τάξη, το κόμπλεξ κατωτερότητας, και την οικογενειοκρατική ψυχοσύνθεση και έχεις έτοιμη μία σαλάτα από ανθρώπους που ψάχνουν μονοδιάστατα ουτοπικά μοντέλα του 19ου αιώνα για να εξηγήσουν την πολυδιάστατη πραγματικότητα του 21ου. 

Όσα βιβλία και να μελετήσεις, δεν μπορείς να γνωρίζεις για τον Κομμουνιστικό Μαοϊσμό αν δεν πας ένα ταξίδι στην Καμπότζη. Ούτε μπορείς να αερολογείς για το προλεταριάτο αν δεν έχεις πάει σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Με τον ίδιο τρόπο, όσο και αν σε τρομάζουν οι εικόνες και τα βίντεο που έχεις δει από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν συγκρίνεται με τις συνειδητοποιήσεις που «τρως», επισκεπτόμενος το Νταχάου. Παρομοίως, δεν ξέρεις τι είναι φτώχεια αν δεν έχεις πάει σε τριτοκοσμική χώρα, δεν ξέρεις τι είναι εγκληματικότητα αν δεν έχεις πάει στο Mexico City, δεν ξέρεις τι είναι καπιταλισμός αν δεν έχεις πάει στις ΗΠΑ, κ.ο.κ. 

Όχι ως τουρίστας, αλλά ως ταξιδιώτης. Να δεις μέρη, μουσεία, να κάτσεις να παρατηρήσεις μέρη που είναι μακριά από αυτά που επισκέπτονται τουρίστες, ίσως να ζήσεις και για λίγο εκεί. Να μιλήσεις με ανθρώπους, να ακούσεις αληθινές ιστορίες και να δεις τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους καθώς σου περιγράφουν αυτές τις ιστορίες. Κάθε τέτοια έκφραση, μπορεί να αντικαταστήσει εκατοντάδες τόμους στοχαστών και διανοουμένων που ενδεχομένως να υπερασπίζεσαι με πάθος. 

Ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από το τρίγωνο Εξάρχεια – Σύνταγμα – Ομόνοια ή από το ελληνικό timeline του twitter. Τα πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, οι εμπειρίες και οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις, είναι χιλιάδες φορές περισσότερες από αυτές με τις οποίες «πνιγόμαστε» καθημερινά. Κάπως έτσι απαξίωσα και τις ταμπέλες, με τις οποίες σε πρήζω κάθε λίγο και λιγάκι. Πνιγόμαστε σε μία κουταλιά μπαγιάτικη σούπα και κάθε φορά που το πολιτικό θερμόμετρο παίρνει φωτιά (sic), μαρτυρούμε τις ίδιες κλειστόμυαλες, ανιστόρητες και εγωκεντρικές απόψεις, η ζύμωση των οποίων μας έχει φέρει ως εδώ. Από πολιτικούς, «ειδήμονες», «τήλε-ευαγγελιστές», και υπερήφανους Ελληναράδες, μέχρι κάτι ένθερμους πιτσιρικάδες που ανακαλύπτουν τον τροχό και θεωρούν υποχρέωσή τους να το φωνάζουν μέσα στα αφτιά μας για χιλιοστή φορά. 

Όσο μικρή ή μεγάλη είναι η κουταλιά, είτε το κουτάλι είναι κόκκινο, είτε πράσινο, είτε μπλε, όσο η σούπα είναι μπαγιάτικη, τα στομάχια μας θα συνεχίσουν να δηλητηριάζονται. Και εφόσον το ξενοφοβικό μας σύνδρομο, απαγορεύει να δούμε λίγο παραπέρα, να παραδειγματιστούμε από άλλες κοινωνίες, πιο πετυχημένες ή πιο αποτυχημένες, και να κάτσουμε να προβληματιστούμε επί του πρακτέου, θα μπορούσαμε για αρχή να κοιτάξουμε τους εαυτούς μας. Ως κοινωνία πάντα. Ενδεχομένως, κάποια στιγμή που θα πέσουν οι τόνοι, να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε και κάποια στοιχειώδη πράγματα. Γιατί, για παράδειγμα η Χρυσή Αυγή έγινε ξαφνικά trendy. Γιατί ο ξενοφοβικός εθνικισμός του Πάνου Καμμένου ταυτίζεται με ένα μεγάλο μερίδιο της Αριστεράς. Γιατί το ΚΚΕ στέλνει συλλυπητήρια στο καθεστώς της Πιον Γιανγκ χωρίς να ξεσηκώνει λαϊκή κατακραυγή. Γιατί διψάμε για συνωμοσίες συμφερόντων εκτός της χώρας και όχι εντός της εσωτερικής μας παράνοιας.

Φώτο: Περιοδικό "Hot Doc"

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Η ψήφος μου (Μέρος 2ο)

(Συνέχεια από το 1ο Μέρος)

Δεν υπάρχει δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Αυτά είναι επινοήσεις καιροσκόπων, από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Όσο αφελές είναι να στηρίζεις τα δύο μεγάλα κόμματα για να δηλώσεις την «μνημονιακή» σου θέση, τόσο άτοπο είναι να στηρίζεις μικρότερα κόμματα που λανσάρουν την ατζέντα τους επενδύοντας στον αντιμνημονιακό συναισθηματισμό, χωρίς στην ουσία να έχουν κάποια ρεαλιστική πρόταση. Το πραγματικό δίλημμα είναι πολύ πιο απλό και σαφές. Σε μία «καμένη» χώρα θέλουμε να συνεχίσουμε να φωνάζουμε, να βρίζουμε και να μουτζώνουμε προς πάσα κατεύθυνση ή θέλουμε να δούμε με ποιες διαδικασίες, και με ποιες έμπρακτες ενέργειες θα καθαρίσουμε πρώτα τα καμένα και μετά θα την ξαναφτιάξουμε με καλύτερα και ανθεκτικότερα δομικά υλικά;

Σε αυτές τις εκλογές, δεν διακυβεύεται μόνον η υπευθυνότητα που πρέπει να δείξουμε ως κοινωνία και η συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αντί της βαλκανο-μεσανατολικής απομόνωσης. Διακυβεύεται η απόφασή μας να κινηθούμε προς τα εμπρός ή να γυρίσουμε πολλές δεκαετίες πίσω. Να είμαστε ρεαλιστές προοδευτικοί ή μοιρολάτρες συντηρητικοί. Να κάνουμε τις μεταρρυθμίσεις που παλεύουμε δεκαετίες τώρα ή να παραμείνουμε στις παλιές βολικές συνθήκες που ευνοούν τον «ιδιώτη» και όχι τον πολίτη.

Στην πορεία της πολιτικής μου σκέψης, πάντα κινιόμουν στο φάσμα που χαρακτηρίζει και την καθημερινή μου λογική. Αυτή της αμφισβήτησης και της επαναξιολόγησης βάσει νέων γνώσεων ή εμπειριών, κρατώντας πάντα «ανοιχτά» μυαλά. Ξεκινώντας με μία ευρύτερη αμφισβήτηση των πάντων στις μετεφηβικές μου εξάρσεις, βρήκα ένα βολικό καταφύγιο στον αναρχισμό, που αργότερα μετουσιώθηκε σε μία στροφή προς «αριστερές» ανησυχίες που με τη σειρά της έδωσε πρόσφορο έδαφος για να ασπαστώ τις αρχές και τις αξίες του κλασσικού φιλελευθερισμού.

Και πάλι όμως, σύντομα ανακάλυψα τις παγίδες και τα αδιέξοδα που δημιουργούν τόσο σαφή ιδεολογικά όρια, όχι μόνον στην πολιτική, αλλά και στην ανθρώπινη σκέψη γενικότερα. Οι ταμπέλες που με τόση ευκολία κολλάει ο ένας στο κούτελο του άλλου, αποδεικνύουν αυτή την αδυναμία που έχουμε γενικότερα να αναγνωρίζουμε την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης σκέψης, και αντί να προσπαθούμε να την κατανοούμε, τελικά να την οριοθετούμε βάσει της υποκειμενικής μας αντίληψης. Κοινωνικά και ανθρώπινα προβλήματα που θα μπορούσαν να έχουν πολιτική επίλυση, συχνά περιπλέκονται περισσότερο ή οδηγούν στην αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής, ακριβώς λόγω αυτής της εμμονής μας να προσάπτουμε ταμπέλες. Οι δεξιοί έχουν εθνική/φυλετική συνείδηση, και οι αριστεροί ταξική. Και οι δύο ξεχνάνε το τελικό ζητούμενο σε κάθε κοινωνία που είναι η πανανθρώπινη συνείδηση.

Υπάρχει πιο επαναστατικό από το να μην καπελώνεσαι από δημαγωγούς, «-ισμούς», σφιχτές πολιτικές γραμμές και απαρχαιωμένα μανιφέστο, αλλά αντ’ αυτού συνεχώς να αμφισβητείς και να θέτεις τις δικές σου προτάσεις; Υπάρχει πιο προοδευτικό από το να παραδέχεσαι λάθη και να αναθεωρείς προς πιο ολοκληρωμένες και ρεαλιστικές ιδέες; Πόσοι άραγε από τους «προοδευτικούς» πολιτικάντηδές μας έχουν σαφή πολιτική θέση, και για χάρη της πραγματικής προόδου δεν υπολογίζουν το πολιτικό κόστος εμμένοντας στις απόψεις τους; Ποιοι έχουν την «επαναστατικότητα», να μιλάνε με πικρές αλήθειες στο εκλογικό σώμα, επενδύοντας στην ορθή σκέψη του τελευταίου και όχι στον εύκολο συναισθηματισμό;

Με όλες αυτές τις σκέψεις, και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα αδιέξοδα που προβάλλει η σημερινή πολιτική σκηνή και η αποπροσανατολισμένη και εξουθενωμένη κοινωνία, ίσως είναι από τις λίγες, ενδεχομένως ανεπανάληπτες, στιγμές που θα προσέλθω στην κάλπη με σαφή εικόνα για την ψήφο μου. Με γνώμονα την απέχθειά μου στον καιροσκοπισμό, την μιζέρια, τον ολοκληρωτισμό, την επένδυση στον συναισθηματισμό, την συνωμοσιολογία, την ταμπελοποίηση ιδεολογιών, την στοχοποίηση ανθρώπων βάσει κοινωνικής τάξης ή εθνικότητας, και την ανάγκη για άμεση ανοικοδόμηση της χώρας βάσει ουσιαστικών και βαθέων μεταρρυθμίσεων που απεχθάνονται κυρίως οι βασικοί υπαίτιοι για την οικονομική κρίση. Με γνώμονα πρακτικές λύσεις, που πολλοί δεν τολμάνε καν να ξεστομίσουν στην Βουλή ή στον κόσμο επειδή φοβούνται πολιτικά και ιδεολογικά ταμπού του προηγούμενου αιώνα.

Σε αυτές τις εκλογές θα στηρίξω το ενωτικό σχήμα «Δράση – Φιλελεύθερη Συμμαχία». Και ο λόγος που το δηλώνω δημοσίως σχετίζεται άμεσα με τις αγωνίες που προανέφερα αλλά κυρίως με την ανάγκη που πιστεύω ότι υπάρχει να δημιουργηθεί ένας, έστω «αχνός» πόλος ορθολογισμού και μεταρρυθμιστικής δυναμικής με σταθερή παρουσία, που θα συσπειρώσει τους αισιόδοξους και ρεαλιστές που έχουν απομείνει σε αυτή τη χώρα. Είναι τραγικό να βλέπουμε νέα παιδιά να δηλώνουν με καμάρι ότι θα ψηφίσουν Χρυσή Αυγή ή ΚΚΕ. Είναι τραγικό να βλέπουμε ενήλικες να καταθέτουν την πολιτική τους πρόταση μιλώντας για την «μαγκιά» του Καμμένου, και του Σαμαρά. Είναι εξευτελιστικό για έναν ολόκληρο λαό να αναμασάει θεωρίες συνωμοσίας και να κατακλύζεται από ξενοφοβία, εσωστρέφεια και απόγνωση, υπερψηφίζοντας τα κόμματα που επενδύουν σε αυτά τα στοιχεία. Είναι υποτιμητικό για τη νοημοσύνη μας, όλες αυτές οι φωνές να κατακλύζουν τον δημόσιο λόγο, ενώ όλοι οι υπόλοιποι να σιωπούμε, μην τυχόν και νιώσουμε σεσημασμένοι.

Κινούμενος ανάμεσα στο σκεπτικό του Απόστολου Δοξιάδη, την άποψη του Στέλιου Ράμφου («Όλα τα κόμματα πλην της Δράσης του Στέφανου Μάνου είναι συντηρητικά. Γι’ αυτό η Δράση δεν εμφανίζεται ποτέ στις δημοσκοπήσεις» - ΝΕΤ 26/2/12), την πρόσφατη τοποθέτηση του Γιώργου Προκοπάκη, καθώς και πολλών άλλων ανθρώπων που έχω σε υψηλή εκτίμηση, νιώθω για πρώτη φορά τη σιγουριά να μιλήσω ανοιχτά για την ψήφο μου. Δεν σκοπεύω ούτε να ενταχθώ πολιτικά, ούτε να στηρίζω το συγκεκριμένο κόμμα εσαεί. Μιλώντας για το παρόν όμως, όλες οι ενδείξεις δείχνουν προς αυτή την πολιτική κατεύθυνση. Κάποιες φρούδες ελπίδες για ενότητα του προοδευτικού και μεταρρυθμιστικού χώρου διαψεύστηκαν, και ρεαλιστικά μιλώντας, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αισιοδοξία, αλλά αν μη τι άλλο ο καθένας είναι και πρέπει να δρα ως υπεύθυνος για τις πράξεις του.
  
Οι συνθήκες, άλλωστε είναι τόσο ρευστές, που εάν ολόκληρη η ελληνική κοινωνία δεν ξεπέσει σε μία μαζική «χρεοκοπίστικη» μοιρολατρία και ξενοφοβική μιζέρια, ενδεχομένως να μείνει χώρος για νέα σχήματα με νέους και ορεξάτους ανθρώπους. Για την ώρα, θεωρώ ότι η Δράση-ΦΣ έχει συσπειρώσει αρκετούς ανά την Ελλάδα και αυτό αρκεί, έστω και αν είναι μόνο για αυτές τις εκλογές.


Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Η ψήφος μου (Μέρος 1ο)


Αν δεις και παλαιότερες προεκλογικές αναρτήσεις μου, πάντα δίνω έμφαση στη σημασία των εκάστοτε εκλογών. Όχι λόγω της κρισιμότητας της χρονικής περιόδου που διανύουμε τα τελευταία 3 χρόνια, αλλά γιατί η στιγμή μπροστά στην κάλπη είναι η στιγμή που αφήνουμε όλοι τα λόγια και τις αμπελοφιλοσοφίες και περνάμε στο διά ταύτα. Η στιγμή που σωπαίνουν όλες οι κραυγές, οι αγανακτήσεις, οι «επαναστάτες» και οι «σωτήρες», οι πολιτικές τακτικές, οι ελιτίστικες ιδεολογίες, τα τσιτάτα κλισέ από τους απανταχού «ειδήμονες», και ο καθένας από εμάς στέκεται ενώπιος του εαυτού του και των ευθυνών του. Πίσω από το παραβάν που βάζεις την ψήφο σου στο φακελάκι, γνωρίζεις ότι εκείνη τη στιγμή, μόνος σου παίρνεις την οποιαδήποτε απόφαση, και με πλήρη ευθύνη, την καταθέτεις στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό το 0,00001% που σου αναλογεί, αποκτά σάρκα και οστά.

Όσοι απαξιώνουν την εκλογική διαδικασία, στην ουσία απαξιώνουν το δικαίωμα αυτής της κατάθεσης. Είτε επειδή είναι πιο εύκολο και βολικό να απαξιώνουν από το να συνθέσουν την δική τους πολιτική άποψη, είτε επειδή δεχόμενοι ότι οι συνδυασμοί που εκπροσωπούν τις δικές τους ιδεολογίες, δεν θα συγκεντρώσουν σημαντικά ποσοστά, ξεπέφτουν στην άκρως ελληναρίστικη συμπεριφορά του «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα». Ξεχνάνε ότι για αυτό το δικαίωμα της ψήφου, ιστορικά, έχει χυθεί αίμα και έχουν γίνει διαδηλώσεις μαζικότερες και από τα πιο τρελά όνειρά τους. Μιλάνε για κοινωνική αλληλεγγύη και σεβασμό στην δημοκρατία, όταν οι ίδιοι αδυνατούν να σεβαστούν τις διακριτές ψήφους της πλειοψηφίας. Προφανώς, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη, δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία είναι αυτή που συμπλέει μόνον με τις δικές τους απόψεις, ενώ όλοι οι άλλοι είναι εξαπατημένοι, ή ανόητοι, ή κομφορμιστές ή γενικώς κάποιο άλλο υποδεέστερο είδος πολίτη.

Κάπου σε αυτό το σημείο βρίσκεται κρυμμένο και το «μυστήριο» της νεοελληνικής αριστεράς, που έχει καταντήσει να είναι το ίδιο ολοκληρωτική στις νοοτροπίες της με την ακροδεξιά. Κάπου εκεί έχει χαθεί και το παιχνίδι της πραγματικής αμφισβήτησης του συστήματος. Διότι, αν η αριστερά (με εξαίρεση το σταλινικό κομμάτι της), υποτίθεται ότι πρεσβεύει το επαναστατικό, το ανατρεπτικό και το μεταρρυθμιστικό, τότε στη δική μας περίπτωση θα πρέπει να μιλάμε για πλήρη απουσία οποιουδήποτε πραγματικά αριστερού σχηματισμού στην ελληνική πολιτική σκηνή. Μοναδική συνέπεια στις ολοκληρωτικές απόψεις της παραδοσιακής, σταλινικής αριστεράς, κατέχει το ΚΚΕ και κάποιες αφελείς φοιτητικές κυρίως ομάδες που προσπαθούν σώνει και καλά να διαχωρίσουν την μαρξιστική θεωρία από την πραγματικότητα της ιστορίας.

Εκεί κάπου έγκειται και η εμπάθεια που δείχνω ανά καιρούς στις δημόσιες και επίσημες τοποθετήσεις αριστερών κομμάτων, ή διαφόρων κινημάτων που στηρίζονται από αυτά. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι οι εμμονές της αριστεράς για συγκρουσιακές συνθήκες ανά πάσα στιγμή με το σύστημα, αψηφούν τον ολοκληρωτισμό που πρεσβεύουν αυτές οι εμμονές επί της ουσίας σε διάφορες χρονικές περιόδους. Στην ανάγκη για ενδυνάμωση της οικονομίας, η νεοελληνική αριστερά απαντά με σαμποτάζ της οικονομίας. Στην ανάγκη για ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών, η νεοελληνική αριστερά απαντά με κρεμάλες. Στην ανάγκη για αποβολή των συνδικαλιστικών συντεχνιών από το Δημόσιο, η νεοελληνική αριστερά απαντά με τη στήριξη αυτών των συντεχνιών. Στην ανάγκη για αναβάθμιση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η νεοελληνική αριστερά επιμένει στη συνεχή υποβάθμισή της, κτλ.

Αυτή η ασυνέπεια με την πραγματικότητα παίζει και τον ρόλο της στην απότομη άνοδο της ακροδεξιάς. Η ισοπέδωση των πάντων, η αδυναμία διαχωρισμού σωστών και λανθασμένων κυβερνητικών αποφάσεων, καθώς και η απαξίωση κάθε δημοκρατικού θεσμού της χώρας, εκτός από τις καιροσκοπικές βλέψεις της νεοελληνικής αριστεράς, βοηθά και στην δημιουργία ολοκληρωτικών αντιλήψεων οι οποίες ξαφνικά «κουμπώνουν» εύκολα στις συνειδήσεις πολλών ανθρώπων. Οι φοβίες μου για την εξέλιξη του κινήματος των αγανακτισμένων, του ιδεολογικού μείγματος που ξεπήδησε και της σταδιακής εξέλιξης της νοοτροπίας της ισοπέδωσης, δεν μου δημιουργούν κανένα αίσθημα δικαίωσης, αλλά έντονη ανησυχία για τις κοινωνικές εξελίξεις που επέρχονται και τις κυρίαρχες νοοτροπίες που θα νομιμοποιηθούν άτυπα στην κοινωνία μας.

Η λαϊκή δεξιά που εκφράζεται από τους πολιτικούς σχηματισμούς της Νέας Δημοκρατίας και των «Ανεξάρτητων Ελλήνων», ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά ιδεολογικά με την Χρυσή Αυγή και τον ΛΑΟΣ, όσο σήμερα. Ο κ. Καμένος, στις δημόσιες τοποθετήσεις του έχει πάντα ανεβασμένο τόνο φωνής, ενώ έχει μάθει να ακροβατεί περίτεχνα μεταξύ λέξεων και όρων όπως «δωσίλογοι», «χούντα», «προδότες», «κρεμάλες». Επενδύει στον συναισθηματισμό, την οργή και την απόγνωση εις βάρος της ψύχραιμης λογικής, με όρους μίσους, αυτοδικίας και φτηνής συνωμοσιολογίας που συμπίπτει σε πολλά σημεία με τη νεοελληνική αριστερά. Ο κ. Σαμαράς χρησιμοποιεί την ίδια φρασεολογία και τόνο φωνής που χρησιμοποιεί εδώ και αρκετούς μήνες. Η φωνή της «θιγμένης μαγκιάς» αντί της σαφούς πολιτικής τοποθέτησης. 

Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν διαφοροποιούνται σε κάτι. Η γνωστή επικοινωνιακή τακτική της τελευταίας 30ετίας είναι και πάλι εδώ. Η Νέα Δημοκρατία επενδύει στην αμνησία του εκλογικού σώματος, και το ΠΑΣΟΚ στην ξαφνική επιφοίτηση που ως δια μαγείας θα μεταμορφώσει την πλειοψηφία των παραδοσιακών καιροσκοπικών στελεχών του σε υπεύθυνους και σοβαρούς πολιτικούς. Σχεδόν ανύπαρκτη αυτοκριτική, και φυσικά μηδενική ανάληψη ευθυνών, κυρίως από την μεριά της ΝΔ για την οικονομική κατάσταση της χώρας και κυρίως από το ΠΑΣΟΚ για την ανικανότητα μεταρρυθμιστικής διακυβέρνησης.

(συνεχίζεται… Μέρος 2ο)



Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Βολικοί αποπροσανατολισμοί, άβολες αλήθειες

The public will believe anything, so long as it is not founded on truth”. - Edith Sitwell.

Τώρα που δεν υπάρχουν φράγκα για ρουσφέτια και τάματα με λαγούς και πετραχήλια, οι επαγγελματίες πολιτικάντηδες το έριξαν στην φυλετική και εθνική καθαρότητα. Και όσο πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών, θα βγαίνουν στην επιφάνεια διάφορα παράπλευρα θέματα προς πολιτικό αντίλογο, που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα της ύφεσης και της οικονομικής πολιτικής που σκοπεύει να ακολουθήσει το κάθε κόμμα.

Δεδομένου ότι ο λαϊκισμός της αριστεράς και της ακροδεξιάς επέβαλλαν την αντιμνημονιακή στάση ως σταθερή επικοινωνιακή αξία που διέπει 9 υποψήφια κόμματα για είσοδο στη Βουλή, η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου θεωρεί ότι μπορεί να αποφύγει την πραγματικότητα, υποτιμώντας και πάλι τη νοημοσύνη του κόσμου.

Δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι πρωταρχική προτεραιότητα οποιασδήποτε κυβέρνησης που θα προκύψει, θα είναι η εφαρμογή συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής. Μία χώρα που παραπαίει οικονομικά και συνεχώς αναγκάζεται να λαμβάνει οικονομικά πακέτα στήριξης με όρους που συνεχώς σοκάρουν το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο της, αναγκαστικά πρέπει να εστιάσει στην οικονομική ανάπτυξή της. Παρά την πρόσφατη πίστωση χρόνου και τη διαγραφή του μισού σχεδόν χρέους, εφόσον δεν υπάρξει άμεσα επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα, βελτίωση των εσόδων και του φοροεισπρακτικού μηχανισμού, πάταξη της διαφθοράς και της γραφειοκρατίας, θα είναι αδύνατη οποιαδήποτε άλλη εφαρμογή κοινωνικής ανάπτυξης και ανακούφισης των χαμηλότερων στρωμάτων.

Σε μία ιδεατή κοινωνία, με υπεύθυνους ψηφοφόρους και ευσυνείδητους πολιτικούς, οι προεκλογικές καμπάνιες θα έπρεπε να εστιάζουν σε αυτά τα θέματα, και όχι σε αυτά που προκύπτουν μετά από πρόσκαιρες εξάρσεις λαϊκισμού και συναισθηματικού φόρτου για διάφορα θέματα. Ο τρόπος, για παράδειγμα, που αντιμετωπίστηκε η αυτοκτονία ενός ανθρώπου στην πλατεία Συντάγματος τόσο από τον πολιτικό κόσμο, όσο και από ένα σημαντικό ποσοστό της κοινωνίας, αναδεικνύει στην πράξη αυτές τις εξάρσεις και χαρακτηρίζει επί της ουσίας τόσο το επίπεδο της πολιτικής ευσυνειδησίας όσο και αυτό της κοινωνικής υπευθυνότητας. Παρόμοιο παράδειγμα αποτελεί και η ξαφνική «έγνοια» του πολιτικού κόσμου για το μεταναστευτικό.

Με παρόμοιο σκεπτικό οι επερχόμενες προεκλογικές καμπάνιες θα εστιάσουν στην λασπολογία, στις θεωρίες συνωμοσίας, και τον γενικότερο αποπροσανατολισμό της κοινωνίας με εύηχα ψεύδη, εις βάρος της δυσάρεστης αλήθειας.

Η αλήθεια ως έννοια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Είναι σαν το «γεγονός». Είναι αυτό που είναι. Δυσάρεστη ή αρεστή, η αλήθεια επιβάλλει τους πρακτικούς κανόνες  που πρέπει να ακολουθήσουμε αναγκαστικά και ρεαλιστικά. Και φυσικά, κανείς από τους πρωτοκλασάτους πολιτικούς και τους κλασσικούς θαμώνες στα «παράθυρα» των δελτίων ειδήσεων δεν βγαίνει να μιλήσει ξεκάθαρα πάνω στα προαναφερθέντα σημαντικά και πρωταρχικά θέματα. Διότι γνωρίζει ότι εν μέσω ύφεσης, οι αναγκαίες πολιτικές θα είναι αναγκαστικά επίπονες για κάποιο χρονικό διάστημα. Αντ’ αυτού, η πολιτική επικαιρότητα προτιμά να αναλώνεται σε ρητορικές που τονώνουν το ταξικό και εθνικιστικό συναίσθημα. Και φυσικά, φευ! Πλην ορισμένων εξαιρέσεων, ουδείς από αυτούς τους «πρωτοκλασάτους» πολιτικάντηδες δεν εκφράζει την οργή του και την αγανάκτησή του με τις απανταχού συντεχνίες, με τον ίδιο τρόπο που εξοργίζεται και αγανακτεί με «τα ξένα συμφέροντα που λυμαίνονται τον περιούσιο λαό». Η σαλάτα της πρόθεσης ψήφου, συνεχώς ανακατεύεται, οπότε κάθε ψήφος από όπου και αν προέρχεται είναι πολύτιμη.



Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Intermission #64 (ΕΟΤ edition)

Αν είσαι υπάλληλος του ΕΟΤ και χασομεράς στο internet, δες αυτό μπας και αρχίσει να στροφάρει το ρημάδι...


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...