Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Προσπαθώντας...

Δεν έχω όρεξη να γράφω πολύ τελευταία. Δεν έχω όρεξη γενικά. Η πραγματικότητα με ξεπερνάει ακόμα και στις σκέψεις μου. Μέχρι να προλάβω να κατανοήσω κάποιο γεγονός, στο καπάκι έχουν συμβεί άλλα δέκα που χρήζουν μεγαλύτερης ανάλυσης, αφού πρώτα αναγκαστώ να ξεπεράσω το αρχικό σοκ του καθεαυτού γεγονότος.

Έχω σταματήσει να ασχολούμαι με την ρηχή, απογοητευτική και εξοργιστική καθημερινότητα και προσπαθώ να δω πίσω από τα εκατοντάδες διαφορετικά επίπεδα σκέψης που προβάλλει η σημερινή ελληνική κοινωνία. Μέσα σε αυτή την προσπάθεια, γεμίζω ασυνάρτητες σκέψεις που πλέον μόνο σε άτακτη σειρά μπορώ να εκφέρω και να αποτυπώσω. Κάπως έτσι γράφεται και αυτό που γράφεται αυτή τη στιγμή.

Προσπαθώ, για παράδειγμα να κατανοήσω πότε το ρολόι της ελληνικής αντίληψης σταμάτησε και άρχισε να μετράει προς τα πίσω. Πότε δηλαδή, η ρητορική που χρησιμοποιεί η συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών υποψήφιων Πρωθυπουργών και ο περίγυρός τους, άρχισε να γίνεται αποδεκτή από το εκλογικό σώμα. Αυτός ο ξύλινος πολιτικός λόγος της δεκαετίας του ’80 που σιχάθηκε η δική μου γενιά, πότε έγινε ξανά αξιόπιστος και δημοφιλής στις νεώτερες γενιές; Πότε καταδέχτηκε η κοινωνία μας, σε κρίσιμες περιόδους, η επιχειρηματολογία να γίνεται σε επίπεδο τάξεων του Γυμνασίου, και να μην τρέχει τίποτα; Πότε καταδέχτηκε να βλέπει πολιτικάντηδες να ελίσσονται τόσο άγαρμπα σε σαφείς ερωτήσεις, δίνοντας εξοργιστικά άκυρες απαντήσεις;

Προσπαθώ να μετρήσω το επίπεδο αυτοκριτικής και αυτοσεβασμού που μας έχει απομείνει. Παρακολουθώντας το πρόσφατο σκηνικό με τις δηλώσεις Λαγκάρντ, και το περιεχόμενο των αντιδράσεων, έχω την αίσθηση ότι πλέον ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας πάσχει από «άρνηση». Όχι με την καθημερινή σημασία της λέξης, αλλά με αυτή του ψυχολογικού αμυντικού μηχανισμού που ενεργοποιείται σε ανθρώπους όταν έχουν βιώσει κάποιο σοκ ή μία σημαντική απώλεια. Και αν η άρνηση δρα ως παρωπίδα στην πραγματικότητα, τότε απομακρυνόμαστε περισσότερο από τη στιγμή που θα αποφασίσουμε να ασχοληθούμε σοβαρά με αμιγώς ελληνικά πλήγματα, όπως η φοροδιαφυγή που επισήμανε η Λαγκάρντ και έθιξε τόσο πολύ την υπερπατριωτική μας υπόληψη.

Προσπαθώ να αντιληφθώ πόσο ακόμα μπορούν να ξεπέσουν άνθρωποι που μέχρι πρόσφατα θεωρούσα αξιόλογους, προκειμένου να υπερασπιστούν με πάθος το δόγμα Τσίπρα. Στην πρόσφατη ευρωπαϊκή περιοδεία του τελευταίου και προσπαθώντας να κατανοήσω αν τα πλάνα και οι δηλώσεις που μετέφεραν τα κανάλια ήταν πραγματικές, είδα έναν τσαρλατάνο που επέδειξε την ανικανότητά του για στοιχειώδες διπλωματικό επίπεδο, ασχέτως του τι εκπροσωπούσε. Μου θύμισε τον Σαμαρά του περασμένου Φθινοπώρου. Μου θύμισε αυτό το είδος κομπλεξικού Ελληναρά που ανέκαθεν ήθελα να πιστεύω ότι σταδιακά εκλείπει από τη χώρα. Ο νταής του σχολείου. Ο άξεστος φωνακλάς και χαβαλές που δεν έχει την παραμικρή διάθεση να αντιληφθεί οτιδήποτε λίγο πέρα από την αμετροέπειά του. Προσπαθώ να καταλάβω γιατί τόσος κόσμος αδυνατεί να δει την επικινδυνότητα που κρύβει ένας τέτοιος άνθρωπος σε ρόλο διπλωμάτη.

Προσπαθώ να διανοηθώ πόσο έχει προσχωρήσει ο φασισμός στην ευρύτερη αντίληψή μας και εκπλήσσομαι δυσάρεστα. Δώσαμε δυο τρία βασικά χαρακτηριστικά στην έννοια του φασισμού, τον εντάξαμε και κάπου πολιτικά και θαρρούμε πως ξεμπερδέψαμε με δαύτον. Δεν είναι όμως έτσι. Ο φασισμός εκτός από ιδεολογία είναι και τρόπος σκέψης. Όταν συνδιαλέγεσαι με έναν άνθρωπο που βλέπεις ότι σε κάθε σου πρόταση, αντί να την αναλύσει και να απαντήσει, ψάχνει πρωτίστως τρόπους για να την ανατρέψει και να την εξουδετερώσει με διάφορα λογικά άλματα, ύβρεις ή άκαιρο χαβαλέ, τότε έχεις να κάνεις με φασίζουσα συμπεριφορά, η οποία βέβαια δεν απειλεί την σωματική σου ακεραιότητα, αλλά αυτόματα σε ακυρώνει ως ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο και ως συνειδησιακή οντότητα.

Προσπαθώ, εν τέλει, να συνειδητοποιήσω και να αποδεχτώ ότι η κοινωνία μας είναι βαθιά συντηρητική. Ότι, παλεύει με νύχια και με δόντια να κρατηθεί στο βολικό παρελθόν. Πότε προάγοντας την αριστερή ρητορική και πότε την δεξιά, το ζητούμενό της τελικά είναι να παραμείνουν όλα ίδια. Όπως τα βρήκαμε. Με αυτά για τα οποία γκρινιάζουμε συνεχώς, αλλά που δεν έχουμε την παραμικρή διάθεση να διορθώσουμε και να βελτιώσουμε.

Παλιότερα πίστευα, ίσως λόγω της βιτρίνας της διαρκούς καθημερινής πολιτικολογίας, ότι ως λαός ήμαστε βαθιά πολιτικοποιημένοι. Τελικά είμαστε απλά βαθιά συντηρητικοί. Η πολιτική ζύμωση, αργά ή γρήγορα προσφέρει διεξόδους και εξέλιξη. Αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας δεν έχει να κάνει με τα δύο τελευταία στοιχεία. Η πολιτική στην Ελλάδα, είναι απλά ένα όμορφα μεταμφιεσμένο άλλοθι για να προβάλλει ο κάθε κάτοικος αυτής της χώρας τον ατομικισμό του και την υποκειμενική του αντίληψη. Αυτό που τον βολεύει στην τελική, βρε αδερφέ!  Έτσι κάπως λύθηκε και η απορία μου όταν προσπαθούσα να καταλάβω τελικά σε τι διέφερε η ελληνική δεξιά ρητορική από την αριστερή. Και η απάντηση είναι σε τίποτα.


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Ο Statler και ο Waldorf θίγονται


Η είδηση έσκασε σαν βόμβα στον μεταρρυθμιστικό χώρο. Ο Τζήμερός ΜΑΣ, «πρόδωσε» τον χώρο ΜΑΣ και έκανε το ένα και μοναδικό πράγμα για το οποίο τον γουστάραμε. Συνεργάστηκε με άλλο κόμμα. Άκουσον! Άκουσον! Και να σου τα μηνύματα εξαγριωμένων ΔΗΞΑνάδων, και να σου οι θιγμένες συνειδήσεις των απανταχού «Μανιατών».

Ευτυχώς, στην Ευρώπη, η νοοτροπία του «μανιάτικου» και οι θιγμένες Αντουανέτες έχουν τελειώσει προ πολλού. Ευρωπαϊστής γίνεσαι, δεν γεννιέσαι, και όσο και να χτυπιούνται οι απανταχού ευάλωτες υπολήψεις, των απανταχού υπερήφανων «Μανιατών», η πορεία μπροστά, αυτό που λέμε «πρόοδος», μπορεί να γίνει μόνο με αμοιβαίους συμβιβασμούς. Ειδικά σε περιόδους που η ενότητα και η συσπείρωση είναι το ζητούμενο και όταν η πόλωση προς τα άκρα γίνεται συνεχώς μεγαλύτερη.

Σε αντίθεση με τους ευσεβείς πόθους αρκετών κατοίκων αυτής της χώρας, η Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ θεσμικό στοιχείο στην επικοινωνία μεταξύ μας. Αν έχουν απομείνει άνθρωποι που θέλουν να ονομάζονται προοδευτικοί και δημοκράτες, ας ξεκινήσουν να αναζητήσουν τα οράματά τους στους ίδιους τους εαυτούς τους. Εάν ένας πολιτικός σχηματισμός δεν δείξει επί του πρακτέου τη σημασία των συμβιβασμών για το κοινό καλό, ποιος ακριβώς θα το κάνει σε κεντρικό επίπεδο; Εάν δεν δημιουργηθεί ένας μεταρρυθμιστικός χώρος από ανθρώπους που προτάσσουν τις ιδέες και την δημιουργία τους πάνω από τις μουχλιασμένες ιδεοληψίες που μας έχουν πλημμυρίσει, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας. Και στην τελική, πόσο ειρωνικό είναι κάποιος να θέλει να ονομάζεται μεταρρυθμιστής, αλλά να μην σηκώνει μύγα στο σπαθί του;

Δεν μπορώ να γνωρίζω τις εμπειρίες του κάθε «Μανιάτη» σε αυτή τη χώρα. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι ως λαός μία ψωροπερηφάνια την έχουμε σε ατομικό επίπεδο. Το ευρύτερο πρόβλημα συνεννόησης και ενδεχόμενης συμφωνίας που έχουμε σε καθημερινό επίπεδο, αποτυπώνεται και στο πολιτικό. Σε γενικές γραμμές, αδυνατούμε να συμπορευτούμε με κάποιον αν από τα δέκα πράγματα που ορίζουμε ως πεδίο διαλόγου, συμφωνούμε στα εννιά, αλλά διαφωνούμε ακόμα και στο ένα. Αυτού του είδους ο συντηρητισμός, που φυσικά έχει και ιστορικά αίτια, παραμένει ο βασικός λόγος για μία άτυπη διαφωνία που έχουμε ως κοινωνία.

Οι ζυμώσεις ιδεών και η πραγματική πρόοδος, επιτυγχάνονται μόνο από συνεχείς συμβιβασμούς και ανατροφοδότηση προτάσεων που αργά αλλά σταθερά, δημιουργούν θετικά βήματα. Το «εμείς πάνω από το εγώ» που αραιά πυκνά αναφέρει και ο Στέλιος Ράμφος, ακριβώς αυτό πραγματεύεται.

Δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε τις προθέσεις του κ. Τζήμερου, ή του κ. Μάνου και των πολιτικών σχηματισμών τους. Δε νομίζω καν ότι σε ένα τέτοιο ασταθές πολιτικό σκηνικό, γνωρίζουν και οι ίδιοι ποιες είναι οι πραγματικές επιλογές τους. Γνωρίζω όμως ότι η κατάσταση στη χώρα έχει ξεφύγει, με το όλο παιχνίδι να παίζεται ανάμεσα σε έναν υπερεθνικιστή εκπρόσωπο της λαϊκής Δεξιάς που επαναφέρει στις τάξεις του αποτυχημένα πρόσωπα για να μαζέψει «κουκιά», και ένα συνονθύλευμα αριστερών ιδεολόγων που χωρίς σαφές οικονομικό πρόγραμμα, κάθε μέρα κάνουν δηλώσεις χωρίς συνοχή και εκτός οικονομικής πραγματικότητας. Εάν ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα είναι τόσο δύσκολο να συσπειρωθεί ένας πολιτικός χώρος, που παρά τις διαφορές του, μπορεί να αρθρώσει και 2-3 σαφείς, κοινές προτάσεις, εάν είναι αδύνατο να αναγνωρίσουμε ότι ο αντίπαλος είναι κοινός και εύκολα αναγνωρίσιμος, τότε ειλικρινά δεν μπορώ να βρω την παραμικρή πιθανότητα διεξόδου από το σημερινό κοινωνικοπολιτικό τέλμα. Για τους «Μανιάτες» και τις «θιγμένες υπολήψεις», υπάρχει πάντα χώρος και στα προαναφερθέντα άκρα, που ούτως ή άλλως κάπως έτσι λειτουργούν. Με όρους «θιγμένων πατριωτών» και «οργισμένων επαναστατών». 


Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Επενδύοντας σε φαντάσματα


Ο δικομματισμός έχει ήδη πεθάνει, και ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τους απανταχού οπαδούς του απλά συνεχίζουν να κλωτσάνε το κουφάρι του. Δεν συζητάνε πώς θα το θάψουν για να χτίσουν από πάνω του κάτι καλύτερο ή κάτι καινούργιο. Απλά συνεχίζουν και το κλωτσάνε διασκεδάζοντας, αστειευόμενοι με το πασοκικό κλισέ «φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ», ενώ ο χρόνος περνάει και η πραγματικότητα συνεχώς τους υπενθυμίζει την σκληρότητά της. Και η πραγματικότητα, εκτός από τα οικονομικά μεγέθη, περιλαμβάνει και τον θάνατο του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, που φυσικά, εκτός από τα δύο κόμματα εξουσίας, και ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΔΗΜΑΡ και οι «Καμμένοι Έλληνες», αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι του.

Θα ήταν αδύνατο η νεοελληνική Αριστερά να αναλάβει να κυβερνήσει. Θα την έθετε αυτόματα ενώπιον της πραγματικότητας την οποία παραποιεί εδώ και χρόνια. Αν το μνημόνιο, σύμφωνα με το αντιμνημονιακό μέτωπο, ήταν απλά ένα στημένο παιχνίδι των αγορών, τώρα που αυτό το μέτωπο καλείται να αναλάβει ευθύνη διακυβέρνησης, το μνημόνιο γίνεται ξαφνικά μία υπαρκτή κατάσταση. Στο τέλος του μήνα πρέπει να βρεθούν χρήματα για να πληρωθούν μισθοί, συντάξεις και οφειλές του Δημοσίου. Ο μηχανισμός που υπάρχει ώστε να βρίσκονται αυτά τα λεφτά δεν έχει σημασία αν ονομάζεται πακέτο διάσωσης ή μνημόνιο ή μαοϊστική επανάσταση. Ο μηχανισμός είναι αυτός, και ο λογαριασμός πάντα ο ίδιος, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει στο «μείον».

Εδώ και δύο εβδομάδες, οι κήρυκες της «επανάστασης» έχουν ξεχυθεί στα κανάλια για να διαδώσουν το χαρμόσυνο μήνυμά της. Κανείς και πουθενά μέχρι στιγμής δεν απαντάει στο εξής απλό ερώτημα: «Πώς θα μειωθεί το πρωτογενές έλλειμμα;». Γιατί στο τέλος της ημέρας, και μετά την ανταλλαγή πυρών μεταξύ «μνημονιακών – αντιμνημονιακών» (ίσως ο πιο κλισέ διαχωρισμός της μεταπολίτευσης), το βασικό ερώτημα παραμένει αυτό. Με ή χωρίς χρέος, με ή χωρίς μνημόνιο, με ή χωρίς ευρώ, με ή χωρίς Ευρωπαίους, με ή χωρίς αποκλεισμό από τις αγορές, πώς κάνεις το Κράτος κερδοφόρο και όχι ζημιογόνο; Διότι, πολύ απλά, με ζημιογόνο Κράτος, ούτε δωρεάν Παιδεία έχεις, ούτε δωρεάν Υγεία, ούτε Πολιτισμό, ούτε ελευθερία σε βασικά δικαιώματα, ούτε κλίμα υγιούς ανταγωνιστικότητας που με τη σειρά του θα φέρει νέες θέσεις εργασίας. Τόσο απλά. Ούτε μαρξιστικές θεωρίες, ούτε υπεροπτικά φιλελεύθερα πονέματα της Σχολής του Σικάγο.

Ποσώς με ενδιαφέρει, σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές αν αυτοί που θα αναλάβουν την διακυβέρνηση της χώρας κραδαίνουν κόκκινες, πράσινες ή μπλε σημαίες, εφόσον κανείς από αυτούς δεν τοποθετείται ρητά επί των πραγματικών αναγκών της χώρας. Επειδή οι πράσινοι και οι μπλε απέτυχαν, δεν δικαιώνονται αυτόματα οι κόκκινοι. Αυτό είναι επιχειρηματολογία επιπέδου Γυμνασίου. Το να αντικαθιστάς ένα αποτυχημένο μοντέλο (δικομματισμός), με ένα ακόμα πιο αποτυχημένο (μαοϊσμός), είναι κάτι μεταξύ ανώριμης αφέλειας και ανιστόρητης ανοησίας.

Με τον ίδιο τρόπο, ποσώς θα πρέπει να ενδιαφέρουν και το εκλογικό σώμα οι θεωρίες που αναπτύσσουν οι απανταχού Συριζαίοι «τηλέ-ευαγγελιστές», εφόσον αντί να δίνουν σαφείς και ρητές απαντήσεις, επιδίδονται σε πιο γρήγορες κωλοτούμπες και από αυτές του ΛΑΟΣ. Θα έπρεπε όμως το εκλογικό σώμα να έχει την στοιχειώδη κριτική σκέψη για να θέτει απλές και ξεκάθαρες ερωτήσεις. Εμένα προσωπικά, το «είμαστε χάλια, οπότε δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε αν δοκιμάσουμε και τα πιο χάλια» με προσβάλλει κυρίως ως άνθρωπο. Τόσες χιλιάδες έτη εξέλιξης, τέσσερις χιλιάδες έτη πολιτισμού, και η καλύτερη απάντηση της κοινωνίας σε μία δυσκολία είναι η παραίτηση;

Καμία κοινωνία δεν αποκτά αυτόματα την επιφοίτηση να επιλέγει σωστούς πολιτικούς. Θέλει κόπο, παιδεία, έρευνα και συνεχή δημιουργική αμφισβήτηση. Το τσίρκο του πολιτικού κόσμου που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας μετεκλογικά, και που φυσικά θα ενταθεί στη νέα προεκλογική περίοδο, είναι αποτέλεσμα της δικής μας παραίτησης. Όσο, όλοι αυτοί οι πολιτικάντηδες «τηλέ-ευαγγελιστές» θεωρούν ότι απευθύνονται σε ηλίθιους, τόσο θα συνεχίζουν να λένε αυτά που λένε και να πολώνουν τον κόσμο εκτός πραγματικότητας. Όσο οι «ηλίθιοι» ανοίγουν και ένα βιβλίο παραπάνω, ενημερώνονται πιο σφαιρικά και θέτουν απλά λογικά ερωτήματα μακριά από συναισθηματικές κορώνες, τόσο και οι πολιτικάντηδες προσέχουν τι ξεστομίζουν.


Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Μία άλλη βαλκανιοποίηση είναι εφικτή

Σύμφωνα με το μοντέλο Kübler-Ross, που συχνά αναφέρεται και ως «Τα πέντε στάδια του πένθους», βρισκόμαστε ακόμα κάπου ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο στάδιο. Την άρνηση και την οργή. Δεν γνωρίζω πότε θα επακολουθήσουν τα στάδια της διαπραγμάτευσης, της κατάθλιψης και της αποδοχής, αλλά το σίγουρο είναι ότι αργά ή γρήγορα πρέπει να ξεμπερδεύουμε με τα δύο πρώτα.

Σε μία προεκλογική δημοσκόπηση της Metron Analysis, το 84% των Ελλήνων πιστεύει ότι «μας δανείζουν για να μας εκμεταλλεύονται». Προφανώς, το ίδιο 84% δεν μπήκε καν στον κόπο να αναρωτηθεί γιατί δανειζόμαστε με το χαμηλότερο επιτόκιο που υπάρχει στην αγορά ή γιατί οι «κακοί εκμεταλλευτές», δεν μας άφηναν να χρεοκοπήσουμε προκειμένου να κάνουν ακόμα αποδοτικότερη και επαχθέστερη εκμετάλλευση. Ταυτόχρονα, ένα 82% επιθυμεί την παραμονή μας στο ευρώ. Με το ίδιο σκεπτικό, αμφιβάλλω αν η πλειοψηφία αυτού του ποσοστού γνωρίζει έστω και τα στοιχειώδη για τα υπέρ και τα κατά της συμμετοχής μας σε ένα τόσο ισχυρό νόμισμα.

Ακόμα και μετά τις εκλογές, η οργή φαίνεται πως παραμένει ακάθεκτη, προκειμένου να καταστρέψει και τους τελευταίους θύλακες κριτικής σκέψης και λογικής. Το σενάριο διαχείρισης των καταθέσεων από ένα χρεοκοπημένο κράτος, αυτό της δήμευσης καταθέσεων άνω των 20.000 ευρώ, ή η εξαγγελία ενός οικονομικού προγράμματος που έκατσε ένα 15χρονο και συνέταξε μέσα σε 5 λεπτά, φαντάζει για αρκετούς ως ένα υπέροχο μοντέλο ανάπτυξης. Κι όμως, δεν είναι ακριβώς η οικονομική ανοησία και οι κωλοτούμπες του ΣΥΡΙΖΑ που τον καθιστούν δημοφιλή, αλλά ο τσαμπουκάς. Το κοινό σκεπτικό του ψηφοφόρου που δεν έχει κάτσει καν να σκεφτεί 1-2 πράγματα και ρίχνει την ψήφο του σε ένα κόμμα που τρέμει στην ιδέα ανάληψης ευθυνών, είναι η εκτόνωση του τσαμπουκά. Τσαμπουκά στους Ευρωπαίους, στους δανειστές, σε όσους προσπαθούν να «μας εκμεταλλευτούν».

Δεν μπορώ να ξέρω πότε ακριβώς έσκασε η φούσκα της κακής παιδείας στην Ελλάδα και δημιούργησε πολίτες είτε απαθείς, είτε ακραίους, είτε επιρρεπείς στην συνωμοσιολογία. Ξέρω όμως ότι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου σε αυτή τη χώρα, πάντα ενοχλούμουν από πράγματα όπως οι αιώνιοι φοιτητές, οι 25άρηδες που μένουν ακόμα με τους δικούς τους, η έννοια του βύσματος, η φτηνή δικαιολογία, η ανάδειξη του «ιδιώτη» και όχι του πολίτη, η αποκλειστική προτεραιότητα στο «εγώ» αδιαφορώντας για το «εμείς», και εν τέλει το όνειρο για μία θέση στο Δημόσιο· ο εύκολος, ανέξοδος και ανεύθυνος δρόμος που θα αποφέρει τα μέγιστα οφέλη με την μικρότερη δυνατή προσωπική προσπάθεια. Η τάση που έχουμε ως κοινωνία να ψάχνουμε πάντα τον φταίχτη αλλού, εκτός από εμάς τους ίδιους. Να αναγνωρίζουμε μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις. Να εκτονώνουμε την οργή μας με πέτρες, γιαούρτια, μούντζες και όχι με διάλογο. Μια τέτοια κοινωνία, ακόμα και αν κατάφερνε να σταθεί όρθια οικονομικά, αναπόφευκτα θα κατέρρεε κοινωνικά. Επί της ουσίας, αυτό ακριβώς βιώνουμε αυτή την περίοδο.

Αν οι ανησυχίες μου για το ηθικό πλαίσιο και την φασίζουσα δυναμική που δημιούργησε το κίνημα των «αγανακτισμένων» επιβεβαιώνονται σήμερα, οι ανησυχίες μου για το μετά είναι ακόμα εντονότερες. Άνθρωποι, που πάνω στην οργή ή την απόγνωσή τους, στηρίζουν αβάσιμες και επικίνδυνες πολιτικές υποσχέσεις τύπου Ανδρέα Παπανδρέου της δεκαετίας του ’70, προφανώς δεν έχουν μάθει τίποτα. Όχι μόνο δεν εκμεταλλεύτηκαν την πρόσκαιρη (έστω και επίπλαστη) ευημερία προκειμένου να αναπτυχθούν πολιτικά, και πνευματικά, αλλά υπενθυμίζουν πως ακόμα και όταν κάποια στιγμή επιστρέψει η οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα, θα είναι ευκαιρία να αναθεωρήσουμε πολλά θέματα, με πρώτο και καλύτερο αυτό της Παιδείας. Προς το παρόν, ας παρακολουθήσουμε μουδιασμένοι την άνοδο φασιστικών, μαοϊστικών, συντηρητικών, λαϊκίστικων κομμάτων, και τον Πάνο Καμμένο να λαμβάνει 10% και ενώ προ εκλογών έχει δηλώσει ξεκάθαρα ότι το κόμμα του δεν το αφορά η Παιδεία και ο Πολιτισμός.


Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Απάντηση στον κ. Βαξεβάνη


Κυκλοφορεί αυτές τις μέρες ένα άρθρο του κ. Βαξεβάνη με τίτλο «Το φάντασμα του Τσίπρα». Θα σταθώ σε δύο φράσεις-κλειδιά του κειμένου:

"Το χάος είναι εδώ. Τρία χρόνια τώρα. Με τα μνημόνια και τις πολιτικές που εφαρμόζουν. Μπροστά δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο χάος. Σε λίγο θα βγάλουμε τα κονσερβοκούτια (αυτά που δεν έβγαλαν οι κομμουνιστές της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας) και θα σφαζόμαστε μεταξύ μας για να μοιράσουμε τα λίγα που έχουν απομείνει. Τα μνημόνια ρίχνουν την χώρα στην ύφεση και στη συνέχεια η ύφεση χρησιμοποιείται για να παρθούν άλλα μέτρα. Γιατί το κάνουν αφού δεν βγάζει πουθενά; Δεν γίνεται αλλιώς θα πουν οι αυτοαποκαλούμενοι «ευρωπαϊστές»."

Όχι κύριε Βαξεβάνη. Το χάος είναι σε αυτή τη χώρα, εδώ και 30 χρόνια τώρα. Και αν θέλετε να εμβαθύνουμε σε πιο σύνθετα θέματα όπως οι νοοτροπίες, η κοινωνική συνοχή, η εσωστρέφεια και η ξενοφοβία, το χάος το έχουμε από σύστασης του ελληνικού Κράτους. Είναι τραγικό να θυμόμαστε πως έχουμε διεφθαρμένο Κράτος, χωρίς θεσμούς και με «λαμογιακό» σύστημα διοίκησης μόνο τα τελευταία τρία χρόνια. Το μνημόνιο είναι το σύμπτωμα αυτής της κατάστασης και όχι η αιτία. Εάν είχαμε σωστό Κράτος με σωστή δημόσια διοίκηση, διαφάνεια και νομιμότητα, δεν θα οδηγούμασταν στα τραγικά οικονομικά μεγέθη του 2009 και κατ’ επέκταση στο μνημόνιο. Η διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ την τελευταία διετία, απλά συνέχισε το ήδη υπάρχον σάπιο πολιτικό σύστημα.

Και λίγο πιο κάτω:

"Δεν θέλω να επιχειρηματολογήσω υπέρ του Τσίπρα, του Κουβέλη ή του Καμμένου. Απλώς θεωρώ κατάντια για την Δημοκρατία να γυρνάμε στην δεκαετία του 50,όταν ο φόβος μην μας πάρουν οι κομμουνιστές τις περιουσίες και τις γυναίκες μας, χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργηθεί το παρακράτος και να γίνουν οι άνθρωποι υποχείρια. Αυτή η «Δημοκρατία» των εκβιασμών, δημιούργησε το πελατειακό κράτος, τη διαφθορά και τους «εθνικούς» κλέφτες. Αυτές οι τεχνητές απειλές δημιούργησαν την Ελλάδα της υποτέλειας, της Ψωροκώσταινας και τελικώς της αναξιοπρέπειας."

Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη της δεκαετίας του ’50 η αντικομμουνιστική προπαγάνδα ήταν  παρόμοια, ίσως και μεγαλύτερη από αυτή της Ελλάδας. Κι όμως οι θεσμοί εκεί χτίστηκαν και λειτουργούν με πολύ πιο διαφανείς και ορθολογικούς τρόπους, με την διαφθορά να περιορίζεται σε σκάνδαλα που δεν διαχέονται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, ούτε φέρνουν αυτές τις χώρες στα πρόθυρα χρεοκοπίας.

Το άρθρο του κ. Βαξεβάνη, εμμέσως πλην σαφώς υποστηρίζει πως εφόσον απέτυχε το διεφθαρμένο μοντέλο της μεταπολίτευσης, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αισιόδοξο νέο γιατί είναι κάτι διαφορετικό. Όμως, τα χάλια της μεταπολίτευσης δεν είναι επιχειρηματολογία για την έλλειψη σοβαρής οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Υποτίθεται πως προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα καλύτερο Κράτος, ψάχνοντας καλύτερες λύσεις και όχι αυτές που εφαρμόστηκαν πριν δεκαετίες σε άλλες οικονομίες και απέτυχαν παταγωδώς. Με το ίδιο σκεπτικό, καλά έκανε και μπήκε η Χρυσή Αυγή στη Βουλή γιατί η προηγούμενη σύσταση ήταν διεφθαρμένη!

Κατανοώ τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που βλέπουν μία νέα και αριστερόστροφη σελίδα στην ελληνική πολιτική, αλλά καλό θα ήταν να δούμε και λίγο σε βάθος για τι είδους «αριστερόστροφη» μιλάμε. Εάν ο κ. Βαξεβάνης, επιθυμεί να επιστρέψουμε στην δεκαετία του ’50 για να διορθώσουμε το λάθος της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας (η οποία φυσικά και είναι κατακριτέα), θα πρέπει να γνωρίζει ότι υπάρχουν και άνθρωποι στην Ελλάδα που ζούνε πλέον στο 2012 και αγωνιούν περισσότερο για το παρόν, αλλά και για το μέλλον των ερχόμενων γενεών, αναζητώντας άμεσες και ρεαλιστικές λύσεις. Και δεδομένου ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που τις 2-3 τελευταίες ημέρες έχουν κατακλύσει τα κανάλια διαδίδοντας το «χαρμόσυνο μήνυμα της επανάστασης» αδυνατούν να απαντήσουν ευθέως στην απλή ερώτηση «Πώς θα μειώσετε το έλλειμμα;» ή «Χωρίς τα πακέτα στήριξης, πώς θα πληρώσετε μισθούς, ομόλογα που λήγουν και γενικώς τις κρατικές υποχρεώσεις;», εγώ προσωπικά θα ανησυχούσα πολύ περισσότερο για τη συγκεκριμένη αλαζονική, επίδειξη οικονομικής ανικανότητας και ασχετοσύνης, παρά για τον τιμημένο κομμουνισμό που διαβλήθηκε πριν μισό αιώνα.




Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊστής γίνεσαι, δεν γεννιέσαι


“ Σε άλλα νέα, αυτή τη στιγμή στα γραφεία της Δράσης-ΦΙΣ διεξάγεται συζήτηση για την επιρροή του Hayek στη Γερμανία του μεσοπολέμου, στα γραφεία της ΔΗ.ΣΥ. για την ποσοστιαία μεταβολή του βιωτικού επιπέδου με μία αύξηση 5% στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ενώ στην Δημιουργία Ξανά αναρωτιούνται αν ο πολιτικός έκανε τον επιχειρηματία ή ο επιχειρηματίας τον πολιτικό.”
(Μετεκλογικό status μου στο facebook)

Όσοι Έλληνες έχουν την ευκαιρία να γίνουν Ευρωβουλευτές, βιώνουν μία μοναδική εμπειρία. Αυτή της άσκησης δημιουργικής πολιτικής μέσω ισορροπιών συμβιβασμού και διπλωματίας. Μετάφραση: Οι ειδικές επιτροπές που συστήνονται στο Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι απαραίτητα από το ίδιο κόμμα ή την ίδια χώρα. Καλούνται όμως να λάβουν αποφάσεις με κίνητρο την καλύτερη δυνατή λύση στον τομέα της αρμοδιότητάς τους σχεδιάζοντας και ψηφίζοντας νόμους που ναι μεν ευνοούν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του εκάστοτε Ευρωβουλευτή, αλλά ταυτόχρονα και αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η έννοια του συμβιβασμού, που στα ελληνικά μυαλά έχει υποτιμητικό χαρακτήρα, σε άλλες κουλτούρες θεωρείται βασικός παράγοντας για την επίτευξη παραγωγικών συμφωνιών, που ξεκολλάνε από συμπαγείς θέσεις και δημιουργούν θετικές και προοδευτικές δυναμικές.

Λίγο πριν ανακοινωθούν οι εκλογές, είχα απευθύνει μία έκκληση για ενότητα του λεγόμενου μεταρρυθμιστικού χώρου. Αυτού του ομιχλώδους εύρους στο πολιτικό φάσμα που κάποιοι αποκαλούν φιλελεύθερο, άλλοι εκσυγχρονιστικό, άλλοι μεταρρυθμιστικό, άλλοι σοσιαλδημοκρατικό, και γενικώς ότι βολεύει την κοσμοθεωρία του καθενός. Την ώρα που έκλεισαν οι κάλπες και ανακοινώθηκαν τα πρώτα exit polls, το πρώτο πράγμα που διαφάνηκε, ήταν ότι η ακριβής του ονομασία δεν είχε και τόση σημασία τελικά. Ούτε για τους υποστηρικτές του, αλλά κυρίως ούτε για το εκλογικό σώμα.

Η οργή και η αγανάκτηση δεν έχουν χρόνο για πολιτικές ή ιδεολογικές ορολογίες. Πόσο μάλλον η απελπισία και η απαξίωση. Η οργή και η αγανάκτηση, πετάνε απλά γιαούρτια. Προς πάσα κατεύθυνση. Άλλες φορές τα γιαούρτια σκάνε σε συγκεκριμένα πρόσωπα, και άλλες σε ολόκληρη τη χώρα.

Καθώς λοιπόν παρατηρούμε αυτές τις μέρες μία γιαουρτωμένη χώρα, ενώ η συμμορία της Χρυσής Αυγής ετοιμάζεται να παρελάσει μέσα στη Βουλή και ενώ ο ηγέτης του δεύτερου κόμματος τρέμει στην ιδέα να αναλάβει τις ευθύνες του, το προαναφερθέν εύρος του πολιτικού φάσματος κάθεται και αναλύει τα μαθηματικά της τριχοτόμησης.

Δεν γνωρίζω αν οι «παγωμένοι» μεταρρυθμιστές συνειδητοποιούν τι ακριβώς διακυβεύεται αυτές τις μέρες. Αν κρίνω όμως από εξυπνακίστικα σχόλια οπαδοποίησης και θεωρητικής διανόησης, έχω την αίσθηση ότι παρά την διαφορετικότητά τους, αρκετοί πάλι βαυκαλίζονται με όρους μη συμβιβασμού. Και φυσικά, καθένας έχει δικαίωμα να ορίζει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού του, αλλά όταν υποτίθεται ότι η κοινή σημαία είναι η απαραίτητη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά λειτουργούμε ως μία από τα ίδια με τους άλλους κοτζαμπάσηδες, δεν βρίσκω τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο χώρος θα λειτουργήσει έχοντας την Ευρώπη ως πρότυπο ή έστω το ευρωπαϊκό ιδεώδες.

Αν μία ήπειρος μετά από αιώνες πολέμων, εξάρσεων εθνικισμού και σημαντικών αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ τόσων χωρών, έχει καταφέρει εδώ και μισό αιώνα να ζει αρμονικά, ειρηνικά και παλεύοντας συνεχώς να μην σπάσει αυτή η συνοχή, τότε πώς είναι δυνατόν τρεις πολιτικοί χώροι με παρόμοια μυαλά να μην μπορούν να κάνουν κάτι ανάλογο; Πώς μπορούμε να συζητάμε με προσωποκεντρικούς όρους ή ρητορικές ιδεολογικής ακεραιότητας για το ιδανικό του ευρωπαϊσμού, όταν αυτό το ιδανικό δεν το γνωρίζουμε ούτε οι ίδιοι πως λειτουργεί;

Η εμμονή είναι κακός σύμβουλος. Το ίδιο και η έπαρση ή η επιμονή σε θέσεις θεωρητικής γνησιότητας αλλά ταυτόχρονα έμπρακτης ανοησίας. Δεν γνωρίζω αν η κίνηση της Δράσης-ΦΙΣ θα βρει ικανοποιητική ανταπόκριση, αλλά από αυτά που αντιλαμβάνομαι εντός και εκτός του χώρου, διαισθάνομαι άλλη μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Όχι τόσο λόγω μεγάλων ιδεολογικών διαφορών, όσο λόγω της αδυναμίας μας να αντιληφθούμε την θετική δύναμη του συμβιβασμού και της ρεαλιστικής προσέγγισης στην πραγματικότητα. Μιας αδυναμίας που οφείλεται είτε σε προσωπικές φιλοδοξίες, είτε σε ηθικές αξίες και εμμονές που επί της παρούσης είναι υποδεέστερες της πραγματικότητας.

Εάν σχεδόν 4 στους 10 συμπολίτες μας αδιαφόρησαν για τις προχθεσινές εκλογές, εάν 440 χιλιάδες στήριξαν μία αμιγώς φασιστική συμμορία, και άλλο ένα εκατομμύριο περίπου αποφάσισε να στείλει ψήφο διαμαρτυρίας, αδιαφορώντας για τις πραγματικές συνέπειες σε ολόκληρη τη χώρα, τότε αυτό είναι το τοπίο που καλείται να συμμετέχει και ο μεταρρυθμιστικός χώρος. Δεν υπάρχει χρόνος για να αναπτύσσει θεωρίες που ποσώς ενδιαφέρουν τον μέσο ψηφοφόρο. Υπάρχει όμως άπλετος χρόνος (περίπου μία-δυο μέρες τον υπολογίζω), ώστε οι λεγόμενοι «Ευρωπαϊστές» να αποδείξουν πραγματικά όταν μιλάνε για ευρωπαϊκές αρχές, πόσο διαθέσιμοι είναι να ξεπεράσουν το νεοελληνικό τους ασυμβίβαστο και τον παγιωμένο συντηρητισμό.

Αν πραγματικά έχουν προτάσεις εξόδου από την κρίση, αποτελεσματικής οργάνωσης του Κράτους και ένα σωρό άλλες εύηχες ιδέες, ας ξεκινήσουν με το στοιχειώδες: Είσοδο στη Βουλή και δημιουργία ενός πόλου ορθολογισμού και ρεαλιστικών προτάσεων που ενδεχομένως στο μέλλον να προσελκύσει και άλλους ανθρώπους. Τα νούμερα με τα ποσοστά πάντως είναι σαφή. Το ίδιο και η επεξήγησή τους, για όσους έχουν ανοιχτά μάτια και κυρίως ανοιχτά μυαλά. Το μανιάτικο ή η εγωπάθεια δεν είναι και τόσο ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.




Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Intermission #65 (Εγέρθητου edition)

Ψήφο οργής και αγανάκτησης δεν ήθελες; Αυτό δεν σε καλούσαν να κάνεις ΑΚΡΙΒΩΣ;

Η σκέψη, η πολιτική ανάλυση, η ζύμωση ιδεών και το διάβασμα τέλειωσαν. Πλέον μόνο οργή και αγανάκτηση.

Τα πιτσιρίκια που έβγαλαν χνούδι στη μούρη τους τον Δεκέμβρη του 2008, έμαθαν να διεκδικούν αυτό που θέλουν με άλλους τρόπους. Ο ευτελισμός των θεσμών τα τελευταία τρία χρόνια δεν σε πείραξε. Σε όπλισε με περισσότερη οργή. Έμαθες να μην ζητάς καλύτερους θεσμούς, αλλά κρεμάλες. Σε καπέλωσαν οι καιροσκόποι στην "πάνω" και την "κάτω" πλατεία και δεν πήρες χαμπάρι τίποτα. Άνθρωποι αυτοκτόνησαν επικαλούμενοι "καθεστώτα Τσολάκογλου" και αντί να κάτσεις να σκεφτείς, εσύ γέμιζες περισσότερη οργή.

Ανέχτηκες τα φάσκελα στη Βουλή ως μία συμβολική διαμαρτυρία. Ανέχτηκες τα γιαούρτια, τους προπηλακισμούς, τον φτηνό λόγο και το μειδίαμα του Τσίπρα σε κάθε πολιτικό χουλιγκανισμό, τις αγριοφωνάρες του Καμμένου για τους δωσίλογους.

Και τώρα πρέπει να ανεχτείς αυτό:


... ενώ πλέεις σε πελάγη ψευδοσοσιαλιστικής ουτοπίας, καθώς ποστάρεις αυτό:




Το λάθος σε αυτή τη χώρα, αυτό που δεν κολλάει, που έχει υπερτιμίσει όχι μόνον το πολιτισμικό αλλά και το στοιχειώδες επίπεδό αντίληψής μας, τελικά είναι μία πενιχρή μειοψηφία, στην οποία ανήκω και εγώ.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Οι εκλογές δεν είναι σαπουνόπερα


Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, αν και Αριστερός, υπήρξε ένας μεγάλος επικριτής της νεοελληνικής Αριστεράς, κυρίως για την έλλειψη μεταρρυθμιστικής τόλμης και ρεαλιστικής ιδεολογίας στους ευρύτερους κόλπους της. Η άποψή του ότι «συναισθηματισμός και πολιτική δεν πάνε μαζί», ήταν η βασική του διαφωνία στον τρόπο με τον οποίο τα μεταπολιτευτικά κόμματα και κυρίως τα αριστερά, ως φορείς μεταρρύθμισης και προόδου, μετέφεραν την ατζέντα τους στην κοινωνία.

Δεν γνωρίζω αν ζούσε ο Ραφαηλίδης πώς θα αντιδρούσε στο σημερινό προεκλογικό τοπίο, όπου η συνεχής πολιτική επένδυση στον συναισθηματισμό, έχει αποσύρει σχεδόν κάθε σοβαρή πολιτική πρόταση από τον διάλογο με την κοινωνία, για τα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Γνωρίζω όμως ότι η «ρώσικη ρουλέτα» που παίζουν τα άκρα της αριστεράς και της δεξιάς εις βάρος της κοινής λογικής τον τελευταίο χρόνο, έχει αποφέρει σημαντικά κέρδη και στους δύο χώρους. Η μεταμφίεση της Χρυσής Αυγής, για παράδειγμα, από αμιγώς ναζιστικό κόμμα σε πατριωτικό και η καθημερινή παρουσία της στα ΜΜΕ, τον δημόσιο διάλογο και τον χαβαλέ μεταξύ πιτσιρικάδων, είναι καθαρά αποτέλεσμα επένδυσης σε αυτόν τον συναισθηματισμό. Το ίδιο και η έλλειψη σοβαρής εναλλακτικής πρότασης από το σύνολο των αριστερών κομμάτων και το φλερτ ενός κύριου εκφραστή τους με την λαϊκή Δεξιά για χάρη ενός αντιμνημονιακού αόριστου ιδεώδους.

Επίσης δεν γνωρίζω, όπως φυσικά δεν γνωρίζουν και τα κομματικά επιτελεία, ποιο θα είναι περίπου το αποτέλεσμα των εκλογών, ώστε να μπορούν να κάνουν τους γνωστούς υπολογισμούς στις συνεργασίες τους. Αυτό δημοκρατικά είναι υγιές. Αυτό δείχνει την πραγματική δύναμη που μπορεί να έχει ένα εκλογικό σώμα όταν ξεπερνάει σιγά σιγά την μάστιγα του δικομματισμού και αποτυπώνει την πολιτική του σύγχυση με την απροσδιόριστη ψήφο του.

Επί της ουσίας, η περίοδος που διανύουμε δεν είναι μόνο δύσκολη λόγω της οικονομικής ύφεσης. Είναι δύσκολη επειδή καταρρέει το σύστημα που συντηρούσε την πλαστή κοινωνική συνοχή που είχαμε συνηθίσει. Κόμματα που επενδύουν στον φόβο, την οργή, την αγανάκτηση και γενικά στον συναισθηματισμό, είναι κόμματα που «παίζουν το τελευταίο χαρτί» λίγο πριν καταρρεύσουν, ελλείψει συγκεκριμένης, ρεαλιστικής και αναλυτικής πρότασης. Συναισθηματισμός αντί για λογική, φόβος αντί για ψυχραιμία, απλουστεύσεις αντί για αναλύσεις και προσωπικές επιθέσεις αντί για ιδεολογικές. Αυτά είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μία πολιτική σκηνή και ένα εκλογικό σώμα σε πανικό. Και φυσικά, σε αυτό το σκηνικό δεν περιλαμβάνονται μόνον τα μικρότερα κόμματα του λεγόμενου «αντιμνημονιακού τόξου», αλλά και τα δύο μεγαλύτερα που επενδύουν στον φόβο που θα προκαλέσει μία ενδεχόμενη ακυβερνησία ή πολιτική αστάθεια.

Μία κοινωνία που βυθίζεται στην οικονομική ύφεση και που πολιτικοποιείται με όρους οργής, αγανάκτησης και φόβου, δεν μπορεί να προσφέρει κάτι διαφορετικό, πέρα από μία πρόσκαιρη εκτόνωση. Η επομένη των εκλογών, ή η ενδεχόμενη επομένη των επαναληπτικών εκλογών, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και το στοιχείο της κοινής λογικής και της ρεαλιστική δημιουργίας. Ακόμα και αν αυτά τα στοιχεία είναι σε νεογέννητο στάδιο.

Αυτή την Κυριακή, και όσο διαρκεί η εκλογική διαδικασία, όλα τα κόμματα είναι «μικρά». Η δική μας συνείδηση είναι αυτή που θα αναδείξει τις προτεραιότητες που θέλουμε να πετύχουμε για εμάς, συλλογικά, ως κοινωνία. Οι τακτικές τύπου «στηρίζω μεγάλο κόμμα για μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα» απέδειξαν περίτρανα που οδήγησαν. Με μαθηματική ακρίβεια, και ίσως με καταστροφικότερες συνέπειες, θα οδηγήσει και η ψήφος σε κόμματα που επενδύουν σε έναν αόριστο συναισθηματισμό. Και επειδή η αποχή δεν αποτελεί πλέον σοβαρή και υπεύθυνη επιλογή, σε αυτές τις εκλογές οφείλουμε να ψηφίσουμε κατά συνείδηση.

Να σκεφτούμε σοβαρά, να δούμε τους ανθρώπους που θέλουμε να μας εκπροσωπούν στο Κοινοβούλιο έναν – έναν, και να επιλέξουμε εκείνους που εμπιστευόμαστε ότι θα αναμετρηθούν με τα πραγματικά προβλήματα προτάσσοντας ρεαλιστικές λύσεις. Εκείνους που γνωρίζουμε αποδεδειγμένα ότι έχουν πετύχει πράγματα στη ζωή τους, έχουν την ικανότητα να προσφέρουν λύσεις και δεν είναι πολιτικοί κατ’ επάγγελμα. Να μπούμε στον κόπο να διαβάσουμε προσεκτικά τις θέσεις του κάθε κόμματος, και να μην διστάζουμε να τους «ενοχλούμε» και να ρωτάμε. Ευτυχώς, όπως σε κάθε εκλογές, έτσι και σε αυτές υπάρχουν και άνθρωποι και συνδυασμοί που έχουν τέτοιες ικανότητες. Αρκεί αυτή τη φορά να έχουμε την ωριμότητα να τους αναγνωρίσουμε εγκαίρως.


Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Να διαβάζω Γαλδαδά;


Διατηρώντας ένα ιστολόγιο εδώ και 3,5 χρόνια περίπου, και έχοντας διαρκή παρουσία στον διαδικτυακό διάλογο, μπορώ να πω ότι από ad hominem επιχειρηματολογία έχω χορτάσει. Για την ακρίβεια έχω σκάσει. Γι’ αυτό και ξεκινώντας την ανάγνωση του τελευταίου άρθρου του κ. Γαλδαδά με τίτλο «Να ψηφίσω Μάνο;», από την πρώτη κιόλας πρόταση («Ο κύριος Στέφανος Μάνος ήταν πάντα ένας πλούσιος άνθρωπος και μιλάει όπως οι πλούσιοι»), ήξερα σε γενικές γραμμές τι θα επακολουθούσε. Πόσο μάλλον, όταν στη δεύτερη πρόταση σερβιρίστηκε έτοιμο και το «ταψάκι» περί φιλελευθερισμού.

Έχω δηλώσει δημοσίως ότι σε αυτές τις εκλογές θα στηρίξω τη Δράση. Όμως εν προκειμένω, δεν είναι η Δράση το θέμα μου, ούτε θίχτηκα από τον κ. Γαλδαδά επειδή «μου προσέβαλλε τον κ. Μάνο». Η ψήφος μου, όπως και η ηλικία μου θα αλλάξουν σε κάποια χρόνια. Η Δράση και ο κ. Μάνος ίσως να μην υπάρχουν, αλλά το επίπεδο επιχειρηματολογίας, δηλαδή το επίπεδο διαλόγου, που έχουμε σε αυτή τη χώρα φαίνεται πως θα διαιωνίζεταιγια πάντα. Αυτή η νοοτροπία του να ρίχνω λάσπη στα μούτρα του άλλου και όχι να ρίχνω νέες ιδέες στις ιδέες του ή τις θέσεις του, είναι αυτό που προσπαθούμε να αποβάλλουμε. Αλλά όπως φαίνεται πάντα βρίσκεται κάποιος «σοβαρός» άνθρωπος που ενδεχομένως πάνω στην παρόρμησή του, κάνει μία μικρή υποχώρηση στο επίπεδό του και αποφασίζει να επιστρέψει στην παλιά καλή επιχειρηματολογία επιπέδου Γυμνασίου.

Ο τίτλος του άρθρου του κ. Γαλδαδά, μου θύμισε πολιτική φρασεολογία δεκαετίας του ’80. Προσωποκεντρικά κόμματα με βαρβάτα ονόματα. «Ψηφίζω Ανδρέα», «δεν θα ψηφίσω Μητσοτάκη», «στηρίζω τον τάδε τζιτζιφιόγκο». Εν τέλει, ψηφίζω «την προεδράρα» και όχι την ομάδα ανθρώπων και ιδεών που τον περιβάλλει. «Μαζί σου Αντρέα για μια Ελλάδα νέα», είναι το σύνθημα που όχι μόνο σημάδεψε τη δική μου γενιά, αλλά έμελε να βάλει και τις βάσεις για τις κουμπαριές και τις λαμογιές που διέσυραν τη χώρα στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα.

Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, οι πολιτικές ιδέες και οι διακριτές αξίες που χαρακτήριζαν τους ανθρώπους ενός κόμματος δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο. Σημασία, στις συνειδήσεις του εκλογικού σώματος είχε «η προεδράρα». Κάπως έτσι, με αυτά τα μυαλά πορευτήκαμε, όχι μόνο για να φτάσουμε στη σημερινή σαπίλα του πολιτικού συστήματος, αλλά για να έχει και το θράσος «η κάθε προεδράρα» ή ο κάθε πολιτικάντης να πουλάει τζάμπα μαγκιά. Για να δίνει δικαίωμα στις νεώτερες γενιές να μουντζώνουν το Κοινοβούλιο και να βάζουν τη Χρυσή Αυγή στη Βουλή.

Εγώ προσωπικά έχω κουραστεί από απλουστεύσεις που σερβίρουν στον αναγνώστη μασημένη τροφή. Έχω κουραστεί να βλέπω ανθρώπους που έχουν προσφέρει στον τόπο να διαβάλλονται από τον οποιονδήποτε επειδή η ιδεολογία τους δεν συνάδει με την υποκειμενική αντίληψη του κ. Οποιουδήποτε. Δεν είναι τρόπος αυτός, ούτε για να ασκήσουμε αυτοκριτική, που τόσο πολύ χρειαζόμαστε, ούτε για να βρούμε τους δομικούς λίθους που θα μας προσφέρουν ένα αισιόδοξο και δημιουργικό πλαίσιο ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση. Με θλίβει, λίγες μέρες πριν από τις σημαντικές εκλογές που επέρχονται, ο συναισθηματισμός, ο φθόνος, και η υπεραπλούστευση σύνθετων εννοιών να προβάλλονται ως σοβαρή πολιτική θέση. Είναι τραγικό σπουδαγμένοι και μορφωμένοι άνθρωποι όπως ο κ. Γαλδαδάς να ξεπέφτουν στο επίπεδο που προσπαθεί να μας επιβάλλει η σημερινή «αντεπίθεση των άκρων». Συναισθηματισμός αντί για λογική, φόβος αντί για ψυχραιμία, απλουστεύσεις αντί για αναλύσεις. Προσωπικές επιθέσεις αντί για ιδεολογικές.

Για αυτά που καταλογίζει ο κ. Γαλδαδάς, ενδεχομένως να του απαντήσει ο ίδιος ο κ. Μάνος ή το κόμμα του. Ενδεχομένως, ο πρώτος να έμπαινε στον κόπο να γνωρίσει και άλλους ανθρώπους της Δράσης. Να μάθει κάποια πράγματα παραπάνω. Να γνωρίσει τις αγωνίες αλλά και τις ειλικρινείς προσπάθειες πολλών ανθρώπων της Δράσης που αν και προέρχονται από ετερόκλητους ιδεολογικούς χώρους, έχουν κάνει τους προσωπικούς τους συμβιβασμούς ώστε να συμφωνήσουν σε δυο τρία βασικά ρεαλιστικά οράματα. Από αυτά που δυστυχώς ή ευτυχώς χρειάζονται και την μηχανιστική χρήση των αριθμών που τόσο πολύ φαίνεται να τρομοκρατούν τον κ. Γαλδαδά.

Με Εκτίμηση,

ελληνάκι


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...