Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η εγκαθίδρυση του Ελληναρά


Τα γλειψίματα και η εφηβική ρητορική του Προέδρου της ελληνικής Βουλής δεν έσκασαν από το πουθενά μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου. Πρέπει πάντα να υπάρχει γόνιμο έδαφος ώστε ένας έμπειρος πολιτικάντης όπως ο κ. Μεϊμαράκης να μπορεί να παραγνωρίζει τις ευθύνες που σηκώνει το τρίτο πρόσωπο στην ιεραρχία της ελληνικής Δημοκρατίας και να ξεφτιλίζει τον θεσμό που ο ίδιος υπηρετεί.

Το γόνιμο έδαφος δεν γίνεται γόνιμο από μόνο του. Θέλει υπομονετικό σκάψιμο, άλεσμα, ενδεχομένως κάποιο ζιζανιοκτόνο και ιδιαίτερη δουλειά. Θέλει χρόνο. Τα «γαλλικά» του κ. Μεϊμαράκη δεν είναι κάτι απόμακρο από την ελληνική επικοινωνία. Η βωμολοχία και η αγένεια είναι στοιχεία που συναντάμε καθημερινά τριγύρω μας. Η διαδικασία όμως που η γλώσσα του δρόμου έχει την ευκολία να χρησιμοποιείται και από τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι πιο σύνθετη και χρονοβόρα από την ευκολία που μία παρέα 15χρονων αποκαλεί «μαλάκα» ο ένας τον άλλο. Χρειάζεται μία αποδομημένη κοινωνία. Μία κοινωνία που έχει ισοπεδώσει τους θεσμούς οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν ως πυλώνες εγγύησης της εύρυθμης και δημοκρατικής λειτουργίας της. Θα πρέπει οι ίδιοι οι θεσμικοί λειτουργοί να μην κάνουν σωστά το λειτούργημά τους, εμπνεόμενοι από την κοινωνία που επίσης ξευτιλίζει τους θεσμούς και οι μεν να ανατροφοδοτούν τους δε.

Οι θεσμοί είναι συλλογικές οντότητες. Χρειάζονται μία ελάχιστη υποχώρηση από όλα τα μέλη μίας κοινωνίας προκειμένου να παραμένουν σεβαστοί και αντικειμενικά αλώβητοι. Να μεταλλάσσονται και να εξελίσσονται συνεχώς βάσει διαδικασιών που οι ίδιοι ορίζουν. Η σαπίλα του πολιτικού συστήματος, με το συνεχές σιγοντάρισμα των πολιτικών δυνάμεων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην απομυθοποίηση των θεσμών στα μάτια της κοινωνίας. Τα «αθώα» φάσκελα προς τη Βουλή, η διάχυτη διαφθορά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η συνεχής ατιμωρησία σε σημαντικές ή ασήμαντες παρανομίες, η διόγκωση των άκρων με αποτέλεσμα την φασιστοποίηση Δεξιάς και Αριστεράς, τα κλειστά τσιφλίκια των Πανεπιστημίων, η εξίσωση της σοβαρής επιχειρηματολογίας με την σκουπιδολογία, η διαρκής ανάδειξη ανθρωπάριων και του λόγου τους από τα mainstream ΜΜΕ, και ένα σωρό άλλες καταστάσεις που βιώνουμε εδώ και είκοσι χρόνια και κλιμακώθηκαν τα τελευταία τρία, είναι μερικοί από τους παράγοντες που αποδυνάμωσαν τους θεσμούς.

Λένε πως το χαστούκι του Κασσιδιάρη, συνοδεία του λεκτικού «παλιοκομμούνι» εκτόξευσε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Τα πραγματικά ποσοστά όμως. Χωρίς ψήφους διαμαρτυρίας και αντίδρασης στο «σάπιο πολιτικό σύστημα». Τα ποσοστά αυτών των συμπολιτών μας που την επόμενη μέρα σιγομουρμούριζαν «ε καιρός της ήταν και της Λιάνας να φάει τις μπάτσες της». Και ξαφνικά, μέσα σε μία μέρα, η βία και η αυτοδικία πήραν το πράσινο φως από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, ώστε να σπάσουν το ταμπού του φασισμού που κρατούσε δεκαετίες τώρα.

Το νεοναζιστικό κόμμα που έγινε μόδα δεν ήρθε να προτείνει κάτι νέο ή κάποια λύση για την έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση. Απλά έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και που ανεχόμαστε χρόνια τώρα. Αυτόν που ανέκαθεν είχε μία απέχθεια στους θεσμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και αυτός με τη σειρά του, κορδώθηκε, φόρεσε το τσαμπουκαλεμένο και μίζερο βλέμμα του και βγαίνει πλέον καθημερινά στις τηλεοράσεις, κάνει δημόσιες εμφανίσεις, δε δίνει λογαριασμό σε κανένα και γράφει τους θεσμούς του στο αγαπημένο του ανθρώπινο όργανο που το'χει κρυφό καμάρι.

Έτσι και ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής είδε ότι το έδαφος είναι πλέον γόνιμο ολόγυρά του, και με τη σειρά του έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά. Αυτόν που ούτως ή άλλως έκρυβε μέσα του και που είχε σαγηνέψει τους 18.326 συμπολίτες μας που τον ψήφισαν και τους 233 βουλευτές που τον εξέλεξαν Πρόεδρο της Βουλής.


(Οποιαδήποτε ομοιότητα του εικονιζόμενου με τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι συμπτωματική)

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Υπάρχουν άνθρωποι...


Υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικό χρώμα, διαφορετική μυρωδιά, διαφορετικό βλέμμα και διαφορετικό χαμόγελο. Άνθρωποι που ντύνονται «ευπρεπώς» και άνθρωποι που φοράνε το πρώτο πράγμα που θα βρουν μπροστά τους. Άνθρωποι που παθιάζονται με κάτι, και άλλοι που απλά λουφάζουν και παρατηρούν.

Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σε έναν ή πολλούς θεούς, και άλλοι που δεν πιστεύουν σε κανέναν. Υπάρχουν και αυτοί που παραδέχονται στον εαυτό τους και στους άλλους ότι δεν μπορούν να γνωρίζουν με σιγουριά. Υπάρχουν αυτοί που πιστεύουν βαθιά, και οι άλλοι που πιστεύουν ενοχικά.

Υπάρχουν άνθρωποι που έγιναν πλούσιοι από προσπάθεια και άλλοι από τύχη. Υπάρχουν φτωχοί που είχαν ατυχίες στη ζωή τους και άλλοι που έμειναν φτωχοί από επιλογή. Υπάρχουν ολιγαρκείς και σπάταλοι και αυτοί που απλά αδιαφορούν. Υπάρχουν ενάρετοι και τίμιοι πλούσιοι, όπως υπάρχουν ενάρετοι και τίμιοι φτωχοί. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν αυτό που γουστάρουν, και άλλοι που αναγκάζονται για μικρό ή μεγάλο διάστημα να ζουν μία ζωή που δε θέλουν.

Υπάρχουν ερωτιάρηδες και ψυχροί. Συναισθηματικά πληγωμένοι και διψασμένοι. Υπάρχουν άντρες που ερωτεύονται άντρες, και γυναίκες που ερωτεύονται γυναίκες.

Υπάρχουν συντηρητικοί, προοδευτικοί, σοσιαλιστές, φιλελεύθεροι, αριστεροί, δεξιοί, άνθρωποι που πιστεύουν σθεναρά σε μία πολιτική ιδέα, και άλλοι που αδιαφορούν πλήρως.

Υπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικά προβλήματα, βιώματα και εμπειρίες. Υπάρχουν φρικαρισμένοι, αισιόδοξοι, ρεαλιστές, ονειροπαρμένοι, ερωτευμένοι, μίζεροι, και χαζοχαρούμενοι. Υπάρχουν πολυταξιδεμένοι και άλλοι που δεν έχουν φύγει καν από τον τόπο που γεννήθηκαν. Υπάρχουν ντροπαλοί και εξωστρεφείς, χαμογελαστοί και αγέλαστοι… εκατομμύρια διαφορετικές προσωπικότητες που βιώνουν τον κόσμο και εμάς τους υπόλοιπους μέσα από την δική τους οπτική γωνία.

Σε άλλες κοινωνίες, υπάρχει ανεκτικότητα για όλη αυτή την πανανθρώπινη σύνθεση. Στη δική μας, τα περιθώρια ανοχής είναι πολύ μικρότερα. Η υποκειμενική οπτική γωνία επισκιάζει αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό ανθρώπων. Η διαφορετικότητα πάντα ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν ανέκαθεν το πρώτο στοιχείο στις κοινωνικές μας επαφές. Υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοπολιτικοί λόγοι για αυτό και που μας διαφοροποιούν από άλλες, πιο ανεκτικές κοινωνίας, αλλά δεν αφορούν το παρόν. 

Εάν όμως θέλεις να καταλάβεις γιατί τα ολοκληρωτικά, φασιστικά και συγκρουσιακά πολιτικά ρεύματα ξαφνικά επανεμφανίστηκαν τόσο απότομα στη χώρα μας, μπορείς να ξεκινήσεις από αυτόν τον διωγμό στην διαφορετικότητα. Εάν θες να καταλάβεις γιατί η Χρυσή Αυγή έχει αποκτήσει τέτοιο momentum, μπορείς να διαβάσεις πολλά από αυτά που έχουν γραφτεί και εδώ και αλλού. Η ουσία όμως, η βαθύτερη αιτία, πάντα ξεκινάει από την ανεκτικότητα στο διαφορετικό. Και αυτό ποτέ δεν το κατακτήσαμε ούτε ως κοινωνία, ούτε ως χώρα.

Η ξενοφοβία, η συνωμοσιολογία, αυτή η συνεχής ενασχόληση με τους «εξ-» είναι ένα καλό άλλοθι για να εθελοτυφλούμε στους «εσ-». Και για την σκοτεινή πλευρά, που δεν μπορεί να δει η υποκειμενική μας οπτική γωνία, πάντα έχουμε ένα καλό βρισίδι, έναν τσαμπουκά, μία ανασφάλεια, και μία αίσθηση τρόμου και αποστροφής λες και αν τελικά δεχτούμε να την αντικρύσουμε, θα μας κάψει τα μάτια.


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Τα "μικρά" πράγματα


Είμαι από αυτούς τους οδηγούς, που όταν οι δρόμοι λιμνάζουν, πηγαίνω σαν χελώνα όταν οδηγώ κοντά σε πεζοδρόμιο με πεζούς. Πολλές φορές εισπράττω αγανακτισμένα κορναρίσματα από πίσω όπου προφανώς υπάρχει μία δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι κάθε 50-100 μέτρα φρενάρω και επιταχύνω ολόκληρη τη δεξιά λωρίδα. Με την ίδια διάθεση μαζοχισμού, προτιμώ να κάνω κύκλους για μισή ώρα γύρω από ένα τετράγωνο μέχρι να αδειάσει μία θέση παρκαρίσματος, ή να παρκάρω ένα χιλιόμετρο πιο μακριά, παρά να παρατήσω το αυτοκίνητο πάνω στο πεζοδρόμιο ή σε διάβαση πεζών. Παρομοίως, μπαίνω στον «κόπο» να ανάβω τα φώτα μου σε τούνελ ή σε βροχερές μέρες, να θεωρώ τις λεωφορειολωρίδες και τις ΛΕΑ άβατες, να στήνομαι σε ουρές χωρίς να ξεφυσάω στο αυτί του μπροστινού, και γενικώς να αποφεύγω να σχηματίζω αυτή την έκφραση τσαμπουκά όταν ενοχλούμαι από κάτι.

Είμαι από αυτούς που πάντα λένε «καλημέρα», «καληνύχτα», «ευχαριστώ», «παρακαλώ» με χαμόγελο, και παρόλο που γενικά χρησιμοποιώ μία πιο χύμα φρασεολογία στην καθημερινότητά μου στο οικείο περιβάλλον, πάντα φροντίζω να μιλάω στον πληθυντικό και ευγενικά σε ανθρώπους που δεν ξέρω. Κοινώς, έχω αυτή την – κατά πολλούς Έλληνες – «πλαστική» και «υποκριτική» ευγένεια που συναντάει κανείς σε βορειοευρωπαϊκές χώρες και γενικώς κοινωνίες που διέπονται από ένα στοιχειώδες άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο ευγένειας.

Σε αντίθεση με πολλούς, επίσης Έλληνες, δεν θεωρώ την ευγένεια μία ελιτίστικη στάση ζωής που πηγάζει ετυμολογικά από τους Ευγενείς, δηλαδή την αριστοκρατία, αλλά μία δημιουργική δομή επικοινωνίας που, έστω και επιφανειακά, διασφαλίζει μία κοινωνική άνεση και εξωστρέφεια. Ταυτόχρονα, θεωρώ ότι σε κοινωνικές επαφές η αγένεια ή η ευγένεια, μπορούν να σηματοδοτήσουν μία ατομικιστική κοινωνία ή μία συλλογική αντίστοιχα.

Η ευγενική συμπεριφορά δεν είναι μόνο θέμα μορφωτικού επιπέδου ή πνευματικής καλλιέργειας. Είναι στάση ζωής και παρά τις ενστάσεις των απανταχού σνομπ Ελληναράδων, χρειάζεται καθημερινή προσπάθεια, ειδικά εκείνες τις ημέρες που η κακή διάθεση για οποιονδήποτε λόγο μπορεί να επισκιάζει οποιοδήποτε κοινωνικό savoir vivre. Το να χαμογελάς και να είσαι ευγενικός στο περιβάλλον σου ή στον τυχαίο άγνωστο που θα αναγκαστείς να έχεις μία κάποιου είδους συναλλαγή, δείχνει τον σεβασμό σου προς αυτόν, αλλά κυρίως την προσωρινή υποβάθμιση των δικών σου προβλημάτων για χάρη της ευρύτερης κοινωνικής «αύρας» και εξωστρέφειας. Και επειδή συνηθίζουμε σε αυτά εδώ τα μέρη να μιλάμε με όρους μαγκιάς, πιστεύω ότι μεγαλύτερη μαγκιά είναι να καταφέρνεις να φέρεσαι ευγενικά στους άλλους όσα προβλήματα και αν έχεις στο κεφάλι σου, παρά να τα ξερνάς στη μούρη του πρώτου τυχόντα, επειδή έτσι σου βγήκε. Η σύγκριση εξωστρεφούς μιζέριας δεν είναι και τόσο μαγκιά στην τελική.

Θεωρώ ότι στην κοινωνική κρίση που περνάμε και για την οποία έχουν γραφτεί gigabytes απόψεων στο διαδίκτυο και αλλού, τα πρώτα σημάδια αλλαγής του κλίματος θα φανούν από μικρά, καθημερινά και ασήμαντα – για πολλούς- πράγματα, όπως η ευγένεια. Πράγματα που αποδεικνύουν περίτρανα, ότι παρά τα μεγάλα και σοβαρά προβλήματα που έχουμε σε κοινωνικό επίπεδο, προβάλλουν τουλάχιστον μία ατομική προσπάθεια του καθενός προς την κατεύθυνση της κοινωνικής συνοχής και της αλληλεγγύης. Και αυτή η θεωρία μου, ενδυναμώνεται από το γεγονός ότι ευγενικούς ανθρώπους συναντάει κανείς σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα ανεξαρτήτως βιοτικού ή πολιτισμικού επιπέδου. Απομένει απλά αυτοί οι άνθρωποι από πενιχρή και γραφική μειοψηφία να αποτελέσουν θετικά πρότυπα για τους υπόλοιπους.


Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Και μετά τι;


Αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, δεν θα το πίστευα. Το κέντρο της Αθήνας ξαφνικά έμεινε άδειο από μετανάστες. Η «επανακατάληψη» του Σαμαρά, η «φιλοξενία» του Ξένιου Διός του Δένδια, και το «ξεβρώμισμα» της Χρυσής Αυγής έπιασαν τόπο. Μέσα σε λίγες κιόλας ημέρες το αίτημα του προεκλογικού δεξιού λαϊκισμού, υλοποιήθηκε (έστω και πρόσκαιρα) είτε μέσω νόμιμων, είτε παράνομων επιχειρήσεων. Και τώρα τί; Πώς ξεπεράσαμε την κρίση; Τί απαντήσεις έχει να δώσει η Χρυσή Αυγή στην υπόθεσή της ότι μία από τις αιτίες της κρίσης ήταν η μεγάλη λαθρομετανάστευση; (Αν και τελικά απεδείχθη ότι ο Ξένιος Ζευς «σκούπισε» κυρίως νόμιμους μετανάστες).

Το ίδιο ερώτημα βαραίνει και το άλλο φάσμα του αντιμνημονιακού μετώπου. Έστω ότι σήμερα κιόλας, μέσα σε μία έξαψη αλτρουισμού, οι δανειστές της χώρας αποφασίζουν να διαγράψουν όλο το χρέος. Μάλιστα, για να επιδείξουν την καλή τους θέληση, αποδεσμεύουν και το επόμενο πακέτο των 31 δις για την Ελλάδα χωρίς παραπάνω αξιώσεις αποπληρωμής. Σύσσωμη η τρόικα, μέσα σε πανηγυρικό κλίμα αποσύρει όλες τις απαιτήσεις της, σκίζει και όλα τα μνημόνια μπροστά στην κάμερα, ενώ για να κάνουμε ακόμα πιο kinky τη φαντασίωση, βλέπουμε την Μέρκελ με δάκρυα στα μάτια να ζητάει συγνώμη από τον ελληνικό λαό για την σκληρή της στάση τα τελευταία δύο χρόνια. Διαγράφεται λοιπόν το χρέος, ακυρώνεται το μνημόνιο και μάλιστα μετά τη σύσταση λαϊκού δικαστηρίου και Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που βρίσκουν ένοχους για εθνική προδοσία και οικονομική κακοδιαχείριση 100-150 πολιτικούς, στήνονται οι σχετικές κρεμάλες στο Σύνταγμα. Πέφτει η «χούντα του ΔΝΤ» (sic), έρχεται η ελληνική λαϊκή δημοκρατία. Και μετά τί;

Τρία χρόνια τώρα, έχουμε στήσει όλα τα συμπτώματα της ελληνικής κρίσης στον τοίχο, και τα χτυπάμε αλύπητα από δεξιά και αριστερά. Ποτέ δεν ρίξαμε έστω και μία κλεφτή ματιά στις αιτίες. Μάλλον όσοι το έκαναν, καταπλακώθηκαν από αγανακτισμένες κραυγές εντός και εκτός Βουλής. Όσοι προσπαθούν να στρέψουν το βλέμμα της κοινωνίας στις αιτίες, και μιλάνε για ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα στοχεύσουν σε αυτές, ώστε η κρίση να καταπολεμηθεί στις ρίζες της, συνήθως εισπράττουν τη χλεύη του όχλου.

Να εξαφανίσουμε τους μετανάστες, να εξαφανίσουμε την τρόικα, να οχυρωθούμε και απέναντι στους κακούς ξένους καπιταλιστές που θέλουν να μας φάνε ζωντανούς. Μετά τι; Έχουμε τις δομές πάνω στις οποίες, ως δια μαγείας θα στηθεί ένα κράτος δικαίου; Έχουμε δηλαδή κατάλληλους ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, που περιτριγυρίζονται από αδιάφθορα, έντιμα και αξιοκρατικά επιτελεία που μπορούν να προσφέρουν τόσα πολλά πράγματα, αλλά το μοναδικό τους εμπόδιο είναι η «κακιά» τρόικα; Έχουμε νομικό και φορολογικό πλαίσιο που θα ενίσχυε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επιχειρηματικότητας για να υπάρξει ανάπτυξη; Έχουμε έτοιμους κάποιους παραγωγικούς ιστούς σε διάφορους κλάδους που είναι έτοιμοι να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες, αλλά δεν μπορούν μόνο τα τελευταία τρία χρόνια; Έχουμε κάποιο σημαντικό ρεύμα νοοτροπίας κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης; Έχουμε δείξει σε κοινωνικό επίπεδο την μαζική θέληση να ξεριζώσουμε τις κάθε λογής συντεχνίες που λυμαίνονται το Δημόσιο; Υπάρχει κάποια τάση ευνομίας και νομοταξίας διάχυτη μέσα στην ελληνική κοινωνία που δεν μπορεί να εκφραστεί λόγω κάποιας ξένης καταπίεσης;

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι κοινή, μονολεκτική, και θέλω να πιστεύω πως όλοι κατά βάθος την γνωρίζουν. Κάποιοι από εμάς αγανακτήσαμε νωρίς, πολύ πριν την κρίση, πολύ πριν τις υπογραφές των μνημονίων. Τότε που οι αιτίες ζυμώνονταν και που απλά έψαχναν κάποιες διεθνείς συγκυρίες για να εκδηλώσουν τα σημερινά συμπτώματα. Και όσο ολόκληρη η κοινωνία κάθεται και ασχολείται με τη βιτρίνα, στο εσωτερικό του μαγαζιού, η εντροπία των αιτιών θα αυξάνεται και η κατρακύλα θα συνεχίζεται. Διότι όσο φυλετικό ή ταξικό ρατσισμό και αν σπείρεις, όση ανακούφιση και αν σου δίνει πρόσκαιρα κάποια θεωρία συνωμοσίας, στο τέλος πάντα ξημερώνει η πραγματικότητα. Και όπως συμβαίνει στη ζωή του καθενός μας χωριστά, η πραγματικότητα είναι που τελικά πρέπει να αντιμετωπιστεί.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...