Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Outro

«Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα»
- Denis Diderot

Μην κοιτάς που κάθε μέρα όλοι πλακώνονται με όλους. Αν το δεις στο βάθος της υπόθεσης, όλοι βολεμένοι στις κοσμοθεωρίες τους είναι. Βρήκαν ένα πρόχειρο ιδεολογικό στρατόπεδο, απ’ αυτά τα 2-3 που κυκλοφορούν τα τελευταία 3 χρόνια και οχυρώθηκαν με περίσσια βόλεψη, πότε πετώντας βέλη και πότε ορθώνοντας ασπίδες για τα βέλη των άλλων. Σχηματίστηκαν λοιπόν οι «αριστεροί», οι «φασίστες», οι «νεοφιλελεύθεροι» και κάτι ψιλά παράγωγα και θαρρούν όλοι πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους.

Πριν καν κάνεις κλικ στο λινκ, θα δεις ποιος είναι ο δημιουργός ή ο συγγραφέας. Είναι ο «νεοφιλελεύθερος» Μανδραβέλης; Ο «αντί-καπιταλιστής» Χατζηστεφάνου; Ο «συριζαίος» Βαξεβάνης; Τότε αμέσως αμέσως, δεν χρειάζεται καν να μπεις στον κόπο να διαβάσεις. Πού καιρός για περιεχόμενο; Η σημαία είναι ήδη σηκωμένη στο αντίπαλο στρατόπεδο, οπότε επιβάλλεται επιθετική τοξοβολία. Κάπως έτσι λειτουργεί πλέον και το ελληνικό διαδίκτυο. Γράφει το ελληνάκι; Κάποιοι διαβάζουν τον «αναρχικό», άλλοι τον «λογικό», άλλοι τον «νεοφιλελεύθερο, άλλοι τον «ΓΑΠικό», άλλοι τον «θολοκουλτουριάρη», και πάει λέγοντας. Και το ελληνάκι παλιότερα έμπαινε στη διαδικασία να προσπαθεί να εξηγεί, να αποβάλλει αυτές τις ταμπέλες γιατί στο τέλος χανόταν η ουσία των γραφόμενών του. Αργότερα, διαφάνηκε απλά η ματαιότητα όλων αυτών των εξηγήσεων. Αν ο άλλος θέλει σώνει και καλά, ή έχει την ανάγκη να σε διαβάζει μέσα από συμβατικά φίλτρα που του έχουν πλάσει τα ΜΜΕ ή ο ιδεολογικός γκουρού του, τότε δικαίωμά του να το κάνει. Τί και αν εσύ κράζεις τις ταμπέλες, τα ιδεολογικά στρατόπεδα, τα δόγματα και τους δημαγωγούς. Τί και έχεις και disclaimer πρώτο πρώτο στο ιστολόγιό σου; Αυτά είναι ρητορικές πολυτέλειες την εποχή του συναισθηματικού παρορμητισμού και της συσσωρευμένης οργής.

Παλιότερα, σε εκείνο το άρθρο για τον «ομορφάντρα», της Χριστίνας Ταχιάου, που είχε ξεσηκώσει τα πλήθη του διαδικτύου, η εισαγωγή πήγαινε ως εξής: 

«Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ».

Κάπου εκεί σκάλωσα. Διάβασα και το υπόλοιπο άρθρο, κάπου συμφώνησα, κάπου διαφώνησα. Δεν έχει σημασία. Εγώ είχα κολλήσει στην πρώτη παράγραφο, και συγκεκριμένα σε εκείνο το «Άρα, το λάθος είμαι εγώ». Φαντάστηκα την αρθρογράφο, γνωρίζοντας εξ’ αρχής τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε, να ζωγραφίζει ένα στόχο στο στήθος της σα να λέει «Είπα ότι ήθελα να πω, τώρα βαράτε». Αναγνωρίζοντας εξ΄αρχής ποια «κουμπιά» του νεοέλληνα θα πάταγε και πόσο προβλέψιμη θα ήταν η αντίδρασή του.

Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια, λίγο πριν πατήσω «δημοσίευση». Γνωρίζω από την αρχή ότι θα επισκεφτούν την ανάρτηση οι κακόβουλοι, θα ψάξουν στα γρήγορα μία-δυο φράσεις που θα τους τσιτώσει, και θα αρχίσουν τα βέλη. Αντίστοιχα θα έρθουν και οι καλόβουλοι, κυρίως για να φορτώσουνε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις δικές τους φαρέτρες. Και στο τέλος πάντα καταλήγω να λέω «Ξέρεις τι; Αυτά είναι απλά προσωπικές μου αντιλήψεις. Γνωρίζω την υποκειμενικότητά τους, άρα μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά τώρα στα 37 μου, έτσι μου τα σκάει, και επειδή θέλω να τα βγάλω προς τα έξω, τα γράφω σε ένα blog. Πέρα από αυτό, χαλάρωσε…»

Η βολεμένη κοινωνία όμως δεν έχει καιρό για τέτοιου είδους χαλάρωση. Η βολεμένη κοινωνία χρειάζεται δόγματα και ιδεολογικά στρατόπεδα, για να μη δείχνει την ανασφάλειά της. Η βολεμένη κοινωνία θα εκλέξει τους πολιτικούς που την κρατάνε σε αυτή την κατάσταση ώστε να νιώθει ότι πατάει σε κάποιο θεμέλιο. Αν αυτό το θεμέλιο είναι τα φαντάσματα από έναν Εμφύλιο που τέλειωσε πριν 60 χρόνια, ας είναι. Αν είναι ο ψευτοσοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ του ’80, ας είναι. Αν είναι η άνοδος του φασισμού, νόμιμα και με τη βούλα, ας είναι και αυτό. Δε θα τα χαλάσουμε στους ορισμούς. Το βασικό είναι να υπάρχει θεμέλιο. Να υπάρχει το δίπολο του Καλού και του Κακού. Του άσπρου και του μαύρου. Της ευκολίας να ανήκεις κάπου, αντί της συνεχούς αναζήτησης, της αοριστίας, της μη ένταξης.

Οι αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο δεν αραιώνουν επειδή δεν υπάρχει κάτι για σχολιασμό από την επικαιρότητα. Ίσα ίσα. Αραιώνουν γιατί αν έπρεπε να γραφτεί κάτι, τότε θα ήταν μία ανάρτηση που μπορεί να γράφτηκε πριν 3 ή 4 χρόνια. Και η επαναληψιμότητα, για χάρη της επισκεψιμότητας δεν με αφορά ιδιαίτερα. Σε περίπου δύο μήνες, το «ελληνάκι» κλείνει πέντε χρόνια. Και αν ποτέ είχες το χρόνο και τη διάθεση να διαβάσεις κάθε μία από τις 455 αναρτήσεις του ίσως και να διαπίστωνες ότι σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα γράφονται. Με η χωρίς μνημόνιο. Με οποιαδήποτε κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Πριν και μετά την «αγανάκτηση». Πριν και μετά την είσοδο των νεοναζί στη Βουλή. Επειδή κατά κανόνα το ελληνάκι γράφει με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται και στην πραγματική του ζωή. Σκαλίζει σε βάθος μπας και κατανοήσει τις αιτίες. Με κυνισμό απέναντι στα συμπτώματα γιατί κατανοεί την δευτερεύουσα σημασία τους. Γιατί κατανοεί αυτές τις μπανάλ σαχλαμάρες του Σωκράτη πως όσο πιο πολύ μαθαίνει, τόσο ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει μία.

Σε μία ανάρτηση είχα γράψει: «Ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από το τρίγωνο Εξάρχεια – Σύνταγμα – Ομόνοια ή από το ελληνικό timeline του twitter. Τα πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, οι εμπειρίες και οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις, είναι χιλιάδες φορές περισσότερες από αυτές με τις οποίες «πνιγόμαστε» καθημερινά. Κάπως έτσι απαξίωσα και τις ταμπέλες, με τις οποίες σε πρήζω κάθε λίγο και λιγάκι. Πνιγόμαστε σε μία κουταλιά μπαγιάτικη σούπα και κάθε φορά που το πολιτικό θερμόμετρο παίρνει φωτιά (sic), μαρτυρούμε τις ίδιες κλειστόμυαλες, ανιστόρητες και εγωκεντρικές απόψεις, η ζύμωση των οποίων μας έχει φέρει ως εδώ. Από πολιτικούς, «ειδήμονες», «τήλε-ευαγγελιστές», και υπερήφανους Ελληναράδες, μέχρι κάτι ένθερμους πιτσιρικάδες που ανακαλύπτουν τον τροχό και θεωρούν υποχρέωσή τους να το φωνάζουν μέσα στα αφτιά μας για χιλιοστή φορά».

Και σε μία άλλη: «Σε άλλες κοινωνίες, υπάρχει ανεκτικότητα για όλη αυτή την πανανθρώπινη σύνθεση. Στη δική μας, τα περιθώρια ανοχής είναι πολύ μικρότερα. Η υποκειμενική οπτική γωνία επισκιάζει αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό ανθρώπων. Η διαφορετικότητα πάντα ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν ανέκαθεν το πρώτο στοιχείο στις κοινωνικές μας επαφές. Υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοπολιτικοί λόγοι για αυτό και που μας διαφοροποιούν από άλλες, πιο ανεκτικές κοινωνίας, αλλά δεν αφορούν το παρόν».

Κάπως έτσι κατανόησα και  το «λάθος» που λέγαμε. Δεν υπάρχει κανένα λάθος με την κοινωνία μας. Αυτή λειτουργεί όπως λειτουργεί, με τους πολίτες της, τους πολιτικούς που εκλέγουν και τα σκεπτικά τους σε μία διαρκή ζύμωση. Με τους «πασόκους», τους «αριστερούς», τους «νεοφιλελεύθερους», τους «αντιεξουσιαστές» και τους «φασίστες». Σε ένα εσωστρεφές φάσμα ιδεολογιών που φτάνει κοντά στους δύο αιώνες τώρα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι και σε αυτό καλείται να παίξει όποιος θέλει να αναγνωρίζεται ευρέως η γνώμη του. Εγώ αδυνατώ πλέον να συνεχίσω σε αυτό το παιχνίδι. Αναγνωρίζω ότι το λάθος τελικά είμαι εγώ.


Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Intermission #74 (Amagi edition)

Από το "About" του Amagi Radio

Το Amagi Radio είναι ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο που γεννήθηκε από το «Οχ, Θε μου...», μια εκπομπή που στηρίχτηκε στους φίλους της, στη μαγεία των συνεργατών της, στην ποιότητα των καλεσμένων της και στη διαδραστικότητα που ανέπτυξε με τους ακροατές της.

Μιλάμε για θέματα πολιτιστικά, συζητάμε για πολιτική, διαφωνούμε και αναρωτιόμαστε, ακούμε μουσική και σχολιάζουμε την επικαιρότητα πάνω από δύο χρόνια τώρα — και εντέλει ήρθε η ώρα να αυτονομηθούμε και, γιατί όχι, να μεγαλώσουμε.

Μεγαλώσαμε λοιπόν.

Εκπέμπουμε πια από τον ολόδικό μας σταθμό, είμαστε όλο το εικοσιτετράωρο στον αέρα, η εκπομπή γίνεται τετράωρη, οι συνεργάτες μας αυξάνονται, νέες εκπομπές θα δημιουργηθούν σιγά-σιγά —επίσης από (πανάξιους) φίλους—, γιατί το θέλαμε πολύ, και γιατί το ζητάει και ο καιρός.

Amagi, στη γλώσσα των Σουμερίων, σημαίνει «ελευθερία». Κι άλλες γλώσσες χρησιμοποιούσαν τη λέξη πιο πριν, αλλά οι Σουμέριοι ήταν οι πρώτοι που την κατέγραψαν στην υπέροχη σφηνoειδή γραφή τους.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...