Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Το κουράσαμε

Στην ευρύτερη ελληνική επαρχία, και παρά τις επιταγές των αστικών κέντρων, έχει ακόμα ησυχία. Περνώντας από το καφενείο, θα ακούσεις μια δυο κουβέντες το πολύ για την κρίση και άλλες δέκα για τα χωράφια και τα κατσίκια της κυρά-Σταθούλας. Τα δελτία των 8 φαντάζουν απλά σαν την περιγραφή ενός κόσμου έξω από τα όρια του εδώ και της πραγματικότητας. Οι φάτσες στα παράθυρα των δελτίων που ωρύονται, υπάρχουν απλά για να κρατάνε παρέα στις ήσυχες νύχτες, και όχι για να ακουστεί στα σοβαρά η άποψή τους.

Την παρατήρησα κι εγώ τη μεταμόρφωση στον εαυτό μου. Μακριά από το θόρυβο της πληροφορίας και την περιφερόμενη αδρεναλίνη της πρωτεύουσας, τα τεκταινόμενα εντός και εκτός Βουλής δεν με αφορούν. Η φασαρία υφίσταται μόνο για αυτούς που βρίσκονται σε απόσταση ακοής από αυτή. Οι υπόλοιποι ζουν απλά τη ζωή τους με τα προσωπικά τους προβλήματα, ψάχνοντας διεξόδους σε καθαρά προσωπικό επίπεδο. Ορισμένες περιστασιακές επισκέψεις σε ενημερωτικά sites και blogs είναι τόσο σύντομες που στο επόμενο λεπτό ξεχνώ τι διάβασα. Ξέρω ότι διάβασα μία από τα ίδια.

Μέσα όμως σε αυτή την ησυχία της μικρής και ασήμαντης ελληνικής επαρχίας, μπορείς να δεις μία από τις χιλιάδες ρίζες αυτού του εξαμβλώματος που τείνει να κατασπαράξει ολόκληρη τη χώρα. Μικροσυμφέροντα και «κοτζαμπάσηδες» που συγκρούονται καθημερινά. Από τα πιο μικρά και ασήμαντα θέματα, μέχρι τα πιο σπουδαία. Η ανομία, η παραβατικότητα και η πόλωση των τοπικών κοινωνιών εξαπλώνεται με τόση άνεση και ταχύτητα, λες και κάποιος τις ταΐζει καθημερινά. Στο όνομα της απαισιοδοξίας, της ιδιοτέλειας και της κρίσης, οι απανταχού Έλληνες των τοπικών κοινωνιών ανακυκλώνουν αυτό που ξέρουν να κάνουν δεκαετίες τώρα. Κοιτάνε την πάρτη τους, το συμφέρον τους και φτύνουν με όλη τους τη δύναμη προς το Κράτος. Όχι μόνο το σημερινό. Αυτό που πάντα έφτυναν και έβριζαν και οδήγησαν στη σημερινή του κατάσταση.

Οι «επαναστάτες» της άμεσης οχλοκρατίας στην πλατεία αρνούνται να δούνε αυτές τις μικρές λεπτομέρειες. Το ίδιο και οι πολιτικάντηδες που κρύβονται πίσω από τα έδρανά τους. Στις μεγάλες πόλεις, για κάποιο λόγο η ιδεολογία έχει ανώτερη - σημαντικότερη υπόσταση από την πραγματικότητα. Η τελευταία, πλέον, έχει θαφτεί κάτω από τόνους φωνών και κειμένων που έχουν πλημμυρίσει τον τόπο και δακρυγόνων που σκάνε αδιάκριτα.

Δεν είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε γιατί αρνούμαστε να δούμε κατάματα έστω και ένα από τα δέκα λάθη που μπορεί να κάνουμε σε καθημερινή βάση˙ τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικότερο επίπεδο. Περιμένουμε με ανυπομονησία τις καταστάσεις με τις οποίες μπορούμε να διαφωνήσουμε και όχι αυτές στις οποίες συμφωνούμε. Κοιτάζουμε καχύποπτα τους πάντες και ξεχειλίζουμε από υποκρισία. Λένε ότι δεν έχουμε καμία πολιτισμική συνέχεια από την αρχαία Ελλάδα, αλλά θα διαφωνήσω. Είμαστε παγκόσμιοι πρωταθλητές στην τέχνη της υποκριτικής, τιμώντας έτσι με έναν ιδιόρρυθμο τρόπο το αρχαίο Δράμα. Ξέρουμε να διαφωνούμε υψώνοντας τον τόνο της φωνής μας και να απειλούμε κουνώντας το δάχτυλο, διαρρηγνύοντας συνεχώς τα ιμάτιά μας. Την πραγματικότητα όμως αρνούμαστε να την κοιτάξουμε κατάματα. Την αφήνουμε να μας καταβάλλει και εμείς απλά πουλάμε μούρη ξεστομίζοντας ανούσιες ιδεολογίες και θούριους που τελικά δεν αφορούν κανένα.

Οι εξαιρέσεις, ευτυχώς, είναι πολλές, αλλά δεν θα τις δεις ούτε στα κανάλια, ούτε στις πλατείες. Οι εξαιρέσεις είναι αυτοί οι άνθρωποι χάρη στους οποίους κάποιοι έχουν ακόμα δουλειά και μισθό. Είναι αυτοί που επικεντρώνονται στο αντικείμενό τους και διαπρέπουν μακριά από τη φασαρία. Που εργάζονται σιωπηλά, καθημερινά όχι μόνο για την προσωπική τους ανάπτυξη αλλά εμμέσως και για ολόκληρου του τόπου. Είναι εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί και επαγγελματίες που χτίζουν χωρίς να λένε πολλά πολλά γιατί απλά εστιάζουν στις πράξεις τους και όχι στα λόγια τους.

Γνώρισα στα γρήγορα έναν τέτοιο στο καφενείο του χωριού. Τον λένε Σπύρο και είναι 86 χρονών παππούς. Ανάμεσα στους ήχους από τα ζάρια στο τάβλι και της κόρνας μίας περαστικής Mercedes ενός ντόπιου «κοτζαμπάση», άκουσα τον κυρ-Σπύρο να λέει: «‎Κατέβησαν οι νέοι στους δρόμους και τις πλατείες. Άλλοι βάλανε στολή, θαρρούν πως γινήκαν εξουσία, και άλλοι βάλανε μαντήλια, θαρρούν πως γινήκαν επαναστάτες. Κι εμείς γυρίσαμε στα χωράφια για να 'χουνε όλοι αυτοί να φάνε».


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...