Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Το ηθικό πλεονέκτημα του ρουσφετιού

Με ένα μακροσκελές κείμενο, ο γραμματέας νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Ιάσονας  Σχινάς-Παπαδόπουλος, «απαντάει» στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» που έβγαλε στη φορά το διορισμό συγγενών του στο Δημόσιο. Για την ακρίβεια, μας αναλύει για ποιο λόγο αυτός και το σόι του αξίζουν να στέκονται σε περίοπτες θέσεις στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς, χωρίς να μας εξηγήσει φυσικά πώς αυτό συνεπάγεται σε αξιοκρατικό διορισμό στο Δημόσιο. Εν τέλει, αποφεύγει να μας απαντήσει για τα καθεαυτό ρουσφέτια.

Το θράσος και τα τεράστια κενά λογικής του μικρού Ιάσονα δεν ξεπήδησαν από το πουθενά. Καλλιεργούνται χρόνια τώρα, εν μέσω της κυριαρχίας του παραλογισμού, του συναισθηματισμού και της δημόσιας υποβάθμισης της λογικής και του ορθολογισμού. Εγώ θεωρώ ότι ο μικρός Ιάσονας δεν λέει ψέμματα. Δεν προσπαθεί να κρύψει κάτι. Απαντά, με την ηθική και τις αξίες που μεγάλωσε. Σαν ένας κακομαθημένος άχρηστος που αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του όταν κάποιος του τις δείχνει κατάμουτρα. Ο μικρός Ιάσονας, δεν έμαθε ποτέ του να συντάσσει ένα κείμενο της προκοπής, οπότε στην «απάντησή» του μαρτυρούμε ένα κλασσικό εφηβικό κατεβατό που ξεκινάει με μία ιστορική αναδρομή ποινικοποίησης της περιόδου της «ευημερίας» και μετά ξεφεύγει σε ένα συναισθηματικό, οργισμένο παραλλήρημα, σχεδόν αστείο σε αρκετά σημεία που θα ζήλευε κάθε τσαντισμένο 15χρονο.

Αυτό όμως, με χαροποιεί ιδιαίτερα γιατί, διαβάζοντας την «απάντησή» του, με εξόργισε τόσο πολύ, που μου δίνει το δικαίωμα να του απαντήσω στον ίδιο συναισθηματικό, δραματικό και άνευ ουσίας τόνο.

Άκου λοιπόν μικρέ Ιάσονα. Στις καταλήψεις του 1991, τότε που εσύ ήσουν τριών χρονών, κι εγώ μέλος 15μελούς και κατέβαινα για πρώτη φορά σε πορεία στο κέντρο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από τέτοιες καταστάσεις. Γνώρισα λοιπόν καθηγητές που είχαν να πατήσουν στο σχολείο χρόνια, αλλά όντες μαχητικοί συνδικαλιστές, είχαν εξασφαλισμένο το μηνιάτικο μισθό τους (εις βάρος όλων των φορολογούμενων) έχοντας χάσει όμως κάθε επαφή με την επιστήμη τους. Αυτοί οι απίθανοι τύποι λοιπόν, όποτε έπαιρναν εντολή από το Κόμμα, εμφανίζονταν ως δια μαγείας από το πουθενά με σκοπό να διαταρράξουν την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Αυτοί, πούλαγαν παραμύθια σε εμάς, κι εμείς με τη σειρά μας, κάναμε κατάληψη. Μας βοηθούσαν να συντάξουμε και 1-2 χαζοαιτήματα, οπότε όταν μας ρώταγε κανείς, την παπαγαλία την είχαμε στο τσεπάκι.

Επειδή λοιπόν, από τόσο μικρή ηλικία κατάλαβα ότι αυτό παίζει και στο Πανεπιστήμιο, αλλά και στην μετέπειτα επαγγελματική ζωή, αποφάσισα να πάω να σπουδάσω έξω. Όχι ως υπεράνω ή επειδή είχα την ωριμότητα της απόφασής μου. Απλά επειδή αυτό που ήθελα να σπουδάσω το αγαπούσα πολύ, ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα το κάνω σωστά.

Από το δεύτερο έτος κι όλας, ήμουν οικονομικά ανεξάρτητος, με ένα εξαντλητικό ωράριο που συνδύαζε σπουδές, μελέτη και δουλειά για τα επόμενα χρόνια. Αξιώθηκα και μία υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές, οπότε εκείνη την χρονιά κατάφερα να είμαι λίγο πιο άνετα οικονομικά.

Επέστρεψα στην Ελλάδα την εποχή της «ευημερίας» όπως σωστά χαρακτηρίζεις κι εσύ. Τότε που ο δικομματισμός μεσουρανούσε και τα διακοποδάνεια έβγαιναν με το κιλό. Αλλά ακόμα και τότε, εμένα με χάλαγε κάτι πολύ περισσότερο από το κομματοκρατικό Κράτος και το κρατικοδίαιτο πελατολόγειό του. Με χάλαγε η έλλειψη αξιοκρατίας. Παντού όμως. Στο δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, σε χαμηλές ή ψηλές θέσεις. Μία ολόκληρη κοινωνία βουτηγμένη στην αναξιοκρατία και την αδικία. Και ακόμα περισσότερο με χάλαγαν κάποιοι συνάδελφοι που ενώ είχαν διοριστεί με μέσο, δεν είχαν την εντιμότητα να κρατάνε χαμηλό το βλέμμα. Όχι. Η αξία που πρόττασαν για τους εαυτούς τους ήταν το μέσο. «Εμένα με έφερε εδώ ο τάδε οπότε σας έχω όλους γραμμένους. Και μη μου κουνιέται και κανείς γιατί θα μιλήσω στον τάδε και θα χάσετε τη δουλειά σας».

Αυτό ονομάζεται ρουφιανιλίκι, αγαπητέ επαναστάτη του κώλου. Όχι να βγάζεις στη φόρα κάτι που ισχύει. Αλλά να χρησιμοποιείς τον γνωστό σου (συγγενή, ιδεολογικό σύντροφο, κολλητό, κλπ) για να πατήσεις εσύ πάνω στο πτώμα του άλλου. Μία μέθοδο που ο φασισμός και η δική σου ιδεολογική σαλάτα εναγκαλιάζουν εγκάρδια. Να μην χρησιμοποιείς τις γνώσεις και τις δεξιοτεχνίες σου, αλλά να τρέχεις και να κρύβεσαι πίσω από τον κομματικό νταβατζή σου, όταν η ζωή στα φέρνει λίγο πιο άβολα.

Την ώρα που ο «κατάκοπος» αδερφός σου από τις καταλήψεις, σου διάβαζε παραμυθάκια του Μαρξ για να γουστάρεις, κάποιοι ιδρώναμε σε πραγματικές σπουδές και δουλειές, προκειμένου να βάλει ο καθένας και από ένα λιθαράκι να γίνει έστω και λίγο καλύτερη αυτή η χώρα. Για να είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι και να έχουμε όρεξη και διάθεση να προσφέρουμε σε εμάς, στις οικογένειές μας και στην ευρύτερη κοινωνία μας. Αγνοώντας τα κομματόσκυλα του συναφιού σου που ανέκαθεν το μόνο που είχαν να επιδείξουν ήταν καταστροφή, μιζέρια, συντηρητισμό και οπισθοδρομικότητα. Κρυμμένα πίσω από ντουντούκες και θεωρητικά μανιφέστα επιπέδου καφενείου. Γι’ αυτό και το ιδεολογικό συνάφι σου θεωρεί «ρετσινιά» την αριστεία. Επειδή η αριστεία, ή έστω και η κοινή λογική, αναδεικνύουν το καραγκιοζιλίκι της ντουντούκας και του αποτελέσματός της.

Έτσι έρχεται η πρόοδος, η επιστημονική, η οικονομική και η κοινωνική και όχι κουνώντας το δάχτυλο, ως ένας κλασσικός, κακομαθημένος, βολεμένος, Ελληναράς, σε όσους ζητάνε δίκαιη μεταχείριση στο δικαίωμά τους για εργασία.

Το ακόμα τραγικότερο σε όλα αυτά, μικρέ Ιάσονα, είναι ότι είσαι μικρός. Ότι η δική σου γενιά, θα έπρεπε προ πολλού να είχε φτύσει την προηγούμενη για αυτό το χάλι που έχουν φτιάξει για χώρα. Και τελικά η δική σου γενιά, όχι μόνο συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγούμενων, αλλά το βελτιώνει! Το κάνει πιο ξεδιάντροπα. Πλέον, αρκεί ένας κακομαθημένος άχρηστος σαν του λόγου σου να βγει και να αποκαλέσει μαλάκες 1,5 εκατομμύριο άνεργους, μεταξύ των οποίων αρκετές χιλιάδες με πολλαπλάσια προσόντα από εσένα και το σόι σου και να μην ανοίξει ρουθούνι. Κρίμα, γιατί αν μπορούσες να συντάξεις έστω και μία πρόταση με περιεχόμενο, θα μπορούσες να αναπτύξεις αυτή την τεχνική σε ένα διδακτορικό ας πούμε και να γίνεις διάσημος. Να μάθεις και σε άλλους πολιτικάντηδες, σαν του λόγου σου, πώς γίνεται να προσβάλλεις τις σπουδές, τη δουλειά, το μόχθο και την αξιοπρέπεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και αυτοί αντί να σε πάρουν με τις πέτρες, να καταπίνουν την οργή τους. Το Κόμμα και ο Πατερούλης θα πρέπει να είναι πολύ υπερήφανοι για σένα αγόρι μου. Να σε χαίρονται.



Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Υποκρισία είναι...


Να προσάπτεις ταξικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά στη μάχη μεταξύ των αναγκαίων ανατροπών και του σάπιου κατεστημένου.

Να παθιάζεσαι τόσο πολύ περιβαλλοντικά με αυτό που συμβαίνει στις Σκουριές, σε μία χώρα που έχει ήδη καταστραφεί και συνεχίζει να καταστρέφεται περιβαλλοντικά από άκρη σε άκρη από τους ίδιους τους κατοίκους της.

Να κλείνεις ένα portal με αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο, και να μιλάς για νίκη της Δημοκρατίας.

Να αγνοείς τα εκατό στραβά του σπιτιού σου και να κραδαίνεις το δάχτυλο σε έναν άγνωστο ξένο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ σου.

Να αναζητάς συνεχώς τη στήριξη του Κράτους την ώρα που το μουντζώνεις σε κάθε ευκαιρία.

Να βλέπεις όλη αυτή τη σαπίλα που συνεχίζει να αναδύεται καθημερινά από τα σωθικά της κοινωνίας και να προσπαθείς να μας πείσεις ότι η σαπίλα απλά δημιουργήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια.

Να μιλάς για λαϊκό συμφέρον την ώρα που υπερασπίζεσαι τα «κεκτημένα» συμφέροντα των λίγων.

Να αναζητάς τη νομιμότητα, εθελοτυφλώντας στην παρανομία των δικών σου πεπραγμένων.

Να λες "φασίστες κουφάλες, έρχονται κρεμάλες".

Να λες "εδώ γίνεται το Χ, το Ψ σε πείραξε;"

Να πιάνεις στο στόμα σου λόγια σπουδαίων ανθρώπων, χωρίς καν να καταλαβαίνεις τι σημαίνουν.

Να χρησιμοποιείς πολιτική ρητορική του αποτυχημένου συστήματος για να εμπνεύσεις τις ανάγκες πολιτικής σκέψης του παρόντος.

Να κατακρίνεις προτάσεις χωρίς να μπορείς να διατυπώσεις ούτε μία για τις δικές σου θέσεις.

Να μιλάς για κοινωνική αλληλεγγύη, την ώρα που στάζεις με μίσος προς την κοινωνία.

Ο κοινωνικός διασυρμός δεν θα επέλθει από την οικονομική κατάρρευση, αλλά από την αδυναμία να αναγνωρίσει ο καθένας μας τον υποκριτή μέσα του. Την αδυναμία να συμφωνούμε σε στοιχειώδη, αλλά και να διαφωνούμε σε μία δημιουργικά αναδυόμενη βάση. Αυτή η εμμονή στην άρνηση, την ισοπέδωση και το παθιασμένο μίσος, σύντομα θα αναγκάσει την πραγματικότητα να μας γνέφει περιπαικτικά καθώς απομακρύνεται από το κεφάλι του καθενός μας. Η άρνηση που καλά κρατεί εδώ και δύο αιώνες σχεδόν τώρα και που με κάθε κρίση βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναδεικνύει τις αδυναμίες μας ως κοινωνία. Άλλωστε, μέσα στην παράκρουση, ο διάλογος παύει να αποτελεί μέσο επικοινωνίας, και τον ρόλο του αναλαμβάνουν άλλα μέσα. Αυτά που βλέπουμε συνεχώς να πληθαίνουν γύρω μας.


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Συστημικοί αντισυστημικοί


Το τοπικό ειδησεογραφικό-wannabe blog κάνει μία παράκληση προς τον Δήμο και την Τροχαία. «Σταματήστε να κόβετε κλήσεις στα διπλοπαρκαρισμένα και παράνομα σταθμευμένα ΙΧ, μπας και κινηθεί η αγορά στα μπαράκια, τις καφετέριες και τα μαγαζιά. Δείξτε συμπόνια στους δοκιμαζόμενους από την κρίση πολίτες». Δεν έχει σημασία ποιο είναι το blog, ούτε σε ποιο Δήμο απευθύνεται. Το blog είναι ο νεοέλληνας, που εδώ και 3 χρόνια δεν έχει καταλάβει, ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, τι συμβαίνει και προσπαθεί πάλι να βρει την δικαιολογία της λαϊκής υποστήριξης, με την οποία θα τη βγάλει καθαρή.

Είναι το σκεπτικό που ακόμα δεν μπορεί να κατανοήσει σε τι εξυπηρετεί ο νόμος και κατά προέκταση το πρόστιμο, εκτός από τον περιορισμό της ατομικής αυθαιρεσίας. Αν με ρώταγες ποιο ήταν το γεγονός της τελευταίας 3ετίας που απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι σε κοινωνικό και κρατικό επίπεδο έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να νοικοκυρευτούμε κοινωνικά, και κατά προέκταση οικονομικά, θα σου απαντούσα τον «αντικαπνιστικό νόμο» με τα παρελκόμενά του. Από τον ωχαδερφισμό και ατομικισμό του καπνιστή, μέχρι την κουτοπονηριά του μαγαζάτορα, και την απαξίωση των αρχών, μέχρι τα μικροσυμφέροντα που αντικρούονται από τον συγκεκριμένο νόμο. Διότι, αν η κατανόηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι τελικά αδύνατη να συμβεί στη συλλογική και ατομική συνείδηση, καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να συλληφθούν παρεμφερείς έννοιες που απαιτούν κοινή κοινωνική συνοχή και προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Η κατανόηση των αναγκών του άλλου, και κατά προέκταση ο συνειδητός περιορισμός της δικής μας αυθαιρεσίας είναι το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε κοινωνική συνοχή. Οι Έλληνες οδηγοί συνεχίζουν να μην ανάβουν τα φώτα τους στα τούνελ, αλλά ακόμα και αν έβαζες ένα περιπολικό στην άκρη κάθε τούνελ για να κόβει πρόστιμα, θα ήταν αδύνατο για την απαίδευτη και ακαλλιέργητη συνείδηση να κατανοήσει τον λόγο για το συγκεκριμένο πρόστιμο. Αυτή με τη σειρά της θα ψάξει να βρει καταφύγιο στον όχλο ή στο χάιδεμα των αφτιών που προσφέρει ο φτηνός λαϊκισμός. Καταφύγια που έχουν κατακλείσει πλέον την επικράτεια της χώρας.

Δεν είναι ο νόμος που είναι υπεράνω όλων. Ο νόμος όμως είναι που θα πρέπει να εκφράζει το αποτέλεσμα της συλλογικής ευθύνης και της ανάλυσης που αρμόζουν σε σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Δεν μπορεί να είναι η καταστρατήγηση του νόμου από κράτος και κοινωνία ο τρόπος για την βελτίωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά η βελτίωση του νόμου ώστε σε κάθε αναθεώρηση να γίνεται όσο πιο δίκαιος και ορθολογικός γίνεται. Διαφορετικά, σίγουρα ο καθένας από εμάς έχει τη δική του ερμηνεία για το κοινωνικό γίγνεσθαι και επειδή αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο σε νομοτελειακό βαθμό, θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουμε εφαρμόζοντας τις καλοπροαίρετες, κατά τ’ άλλα, υποκειμενικές μας ερμηνείες. Διαφορετικά, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ευαγγελίζονται πως οποιαδήποτε αντισυστημική αντίδραση είναι θεμιτή διότι επιτίθεται στο σάπιο σύστημα, με την ίδια λογική θεμιτή είναι και η δράση Πχ της Χρυσής Αυγής. Τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι που κάνουν αδύνατο για τον προαναφερθέντα νεοέλληνα να κατανοήσει σε τι ωφελεί ο περιορισμός της αυθαιρεσίας του. Και φυσικά είναι πολύ βολικό όταν οτιδήποτε αντιδραστικό μπορεί να βαφτιστεί αυτόματα επαναστατικό.

Στην Ελλάδα η αυθαιρεσία, ο ατομικισμός και η ασυδοσία είναι το σύστημα. Το κατεστημένο. Η ρίζα πολλών κρίσεων κοινωνικών και οικονομικών.  Άρα επαναστατικό και αντισυστημικό επί της ουσίας είναι οτιδήποτε φθείρει αυτά τα τρία σε κοινωνικό επίπεδο. Ότι χρώμα και αν έχει η σημαία που κραδαίνεις, εφόσον οι ιδέες και οι πράξεις σου δεν φθείρουν αυτά τα τρία, είναι εξ ορισμού συστημικές και σε πλήρη εναρμόνιση με τη σαπίλα του συστήματος που υποτίθεται πως πολεμάς. Γι’ αυτό δίνω και τόση σημασία στα «μικρά πράγματα». Διότι αυτά είναι που πλαισιώνουν ολόκληρη την καθημερινότητά μας, τις ιδέες και τις πράξεις μας. Αυτά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζει η πολιτική αυθαιρεσία, ο φασισμός και ο επικίνδυνος λαϊκισμός.


Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

ΣΥΡΙΖΕΛ


Πού έγκειται ακριβώς η απορία; Η «πάνω πλατεία» και η «κάτω πλατεία» αποφάσισαν να ανοίξουν κοινό μέτωπο. Πού το περίεργο; Μα δύο χρόνια τώρα κοινό μέτωπο έχουν! Έριξαν μία «αντιμνημονιακή» στάχτη πάνω σε όλες τις ιδεολογίες τους, μασκαρεύτηκαν γενικώς και αορίστως σε «αγανακτισμένους», μουντζαδόρους αντισυστημικούς εκπρόσωπους του λαϊκού αισθήματος και θεώρησαν πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους. Διαχώρισαν την κοινωνία σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και βρήκαν την εύκολη εξήγηση στους προβληματισμούς μιας ολόκληρης χώρας.

Τί και αν κάποιοι από εμάς προβληματιζόμασταν; Τί και αν βλέπαμε ξεκάθαρα τα σημάδια πίσω από τις συναισθηματικές κραυγές και τα χαβαλέδικα λεϊζεράκια που έσκαγαν πάνω στο κτίριο της Βουλής και τις κάμερες στην οροφή του «Μεγάλη Βρετανία»; «Εθνοπροδότες» σε κρεμάλες έστηναν οι πάνω, φοιτητικές συνελεύσεις διοργάνωναν οι από κάτω. Ψάχνοντας τον ορισμό της ασάφειας απέναντι στον κοινό εχθρό. 

Το πράγμα όμως ξέφυγε. Ο κοινός εχθρός έπαψε να είναι η κυβερνητική πολιτική, και έγινε το Κοινοβούλιο, το πολίτευμα και οι θεσμοί. Ο καιρός πέρασε, οι «αγανακτισμένοι» διαλύθηκαν και το έδαφος έγινε πλέον γόνιμο για οποιαδήποτε αντιδημοκρατική, ολοκληρωτική νοοτροπία αυτοδικίας. Η ήδη πετσοκομμένη και παραπαίουσα θεσμική Δημοκρατία της σάπιας μεταπολίτευσης βάλλονταν σε κάθε ευκαιρία. Έγινε μόδα η μούντζα. Αντικατέστησε τον Λόγο. Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Οι «Καμμένοι Έλληνες» των οποίων ο Πρόεδρος, σε προεκλογική του συνέντευξη παραδέχτηκε ότι δεν έχουν πρόγραμμα για την Παιδεία και την Υγεία, κέρδισαν επίσης το εισιτήριο, μαζί με τον ενισχυμένο ΣΥΡΙΖΑ του οποίου τα στελέχη επιδίδονταν σε αγώνα ασυναρτησίας και παραλογισμού σε κάθε τους δήλωση.

Οι δύο «πλατείες» κατάφεραν τελικά και μπήκαν στη Βουλή και χθες ανακοίνωσαν επισήμως τους αρραβώνες τους. Το πιο αυτονόητο καπέλωμα λαϊκού συναισθηματισμού της μεταπολίτευσης στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και το μούδιασμα ορισμένων ψηφοφόρων των ΑΝΕΞ.ΕΛ. και του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον διάχυτο.

Είναι όμως λίγο αργά για μουδιάσματα. Όταν σπέρνεις αγανάκτηση εκτός θεσμικών πλαισίων, εκτός ισότιμου κοινωνικού διαλόγου και σοβαρού λόγου και σηκώνεις λάβαρα μίσους, διχασμού, ακατάσχετης συνωμοσιολογίας και αερολογίας άνευ στοιχειωδών επιχειρημάτων, τότε θερίζεις χρυσαυγίτες, Καμμένους και τσιπρόπαιδα. Και όποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν πως οι πολιτικοί μιας χώρας είναι αυτοφυείς και αποκομμένοι από την ευρύτερη κοινωνική ψυχοσύνθεση και τις κοινωνικές ανάγκες, καλύτερα να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους.


Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Νέα φίλτρα


Τρέμω στην ιδέα κάποια στιγμή να σταματήσει η εξέλιξή μου˙ η εγκεφαλική, αφού η σωματική είναι προγεγραμμένη. Και λέγοντας «εγκεφαλική», μιλάω για ιδεολογίες, πολιτικές αντιλήψεις, συμπεράσματα, ευρύτερες γνώσεις και υποκειμενικές αντιλήψεις. Μιλάω για την σταδιακή επίγνωση πως όλες οι αντιλήψεις μας είναι ντε φάκτο υποκειμενικές. Την ακύρωση αυτής της βιασύνης στα 20’s μας να κατακτάμε μία «αντικειμενική» αλήθεια. Τουλάχιστον όσοι από εμάς στα 20’s μας ήμασταν ερωτευμένοι με την ιδέα αυτής της εξέλιξης.

Πιάνω τον εαυτό μου να φοβάται όλο και περισσότερο αυτούς που έχουν σταματήσει εδώ και χρόνια να επενδύουν σε αυτή την εξέλιξη. Για τα δικά τους μυαλά. Με φοβίζει ο 40άρης με μυαλά 20χρονου, όπως και ο 30άρης που είναι πιο συντηρητικός από έναν 40άρη. Ίσως επειδή διαπιστώνω ένα βραχυκύκλωμα με δύσκολη επιδιόρθωση. Ίσως επειδή προδίδεται ο άνθρωπος που κουβαλάει «αλάθητο» χαρακτήρα, που είναι από τους πιο επικίνδυνους χαρακτήρες ανθρώπου.

Για αυτή τη συνεχή εξέλιξη είχα μία γραμμικότητα κατά νου. Μία σταθερή ανοδική πορεία μέχρι το σημείο που και το πνεύμα μπαίνει σιγά σιγά στη δική του κατάσταση γήρανσης και αντικειμενικής αδυναμίας. Και όλο αυτό ήταν πολύ όμορφα και «αντικειμενικά» πλασμένο μέσα μου. Μέχρι που πριν ένα χρόνο και κάτι από τώρα έγινα γονιός. Και οι ευθύνες της δικής μου εξέλιξης για λίγο κατακερματίστηκαν. Η γραμμικότητα έσπασε και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η αντίληψη της πραγματικότητας άρχισε να φιλτράρεται πρώτα μέσα από τις αισθήσεις του παιδιού μου.

Ξαφνικά, οι προβληματισμοί μου για την ποιότητα της κοινωνίας μας άρχισαν να εστιάζουν στην ποιότητα της κοινωνίας που θα βιώσει η κόρη μου. Η ανάγκη για τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία δεν ήταν πλέον ένας γενικός σκοπός που θα συνέβαλλε στην ποιότητα της κοινωνίας, αλλά ειδικός: ένα άγχος για το ποιόν του δασκάλου που θα διδάσκει τον κόσμο στο παιδί μου. Την εκπαιδευτική ύλη, τις προπαγάνδες των μαθημάτων της ιστορίας και των θρησκευτικών. Τον ξεπεσμό των ελληνικών Πανεπιστημίων. Τα περιεχόμενα των μαθημάτων που διαπλάθουν την αντίληψη ενός νέου ατόμου στην σάπια κοινωνία μας. Όλα αυτά που εγώ ούτως ή άλλως έπρεπε να παλέψω μόνος μου για να ανατρέψω και τελικά τα κατάφερα μετά από πολύ εξωσχολικό κόπο και χρόνο.

Η έγνοια για το πολιτικό σύστημα, αν με προβλημάτιζε μία φορά, πλέον με προβληματίζει πέντε. Μία ημέρα πριν τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, είχα γράψει:

«Η αυριανή βραδιά δεν θα είναι ευχάριστη. Ανεξαρτήτως ποσοστιαίας πρωτιάς, θα δούμε την λαϊκή νομιμοποίηση της συντήρησης, της ξενοφοβίας, του υπερεθνικισμού, της ανευθυνότητας, του λαϊκισμού, της εθνικής απομόνωσης και της βίας.

Δεν τρέφω πια αυταπάτες για την κατάντια μας, και επειδή όλα αυτά θέλουν πολλά χρόνια για να απαλειφθούν, από αύριο θέλω να εστιάσω στην κόρη μου. Να της εξηγήσω πως αν και η δική μου γενιά τα σκάτωσε και είναι υπεύθυνη για το μέλλον της, αυτή θα πρέπει να πάρει πολλά εφόδια για να ανταπεξέλθει στην εξέλιξή της και αν είναι δυνατόν, όταν μεγαλώσει να ψάξει μία καλύτερη κοινωνία για να φτιάξει τη δική της ζωή.

Κυρίως όμως, όταν φτάσει στην κατάλληλη ηλικία θα πρέπει να της εξηγήσω ότι στην Δημοκρατία, ανεξαρτήτου αποτελέσματος, οι αποφάσεις της κοινωνίας πρέπει να είναι σεβαστές και ότι αν θέλει να φτιάξει κάτι διαφορετικό, θα πρέπει να "πολεμάει" πάντα στα πλαίσια σεβασμού αυτών των αποφάσεων».

Αυτό το «φίλτρο» των σκέψεων και των ιδεών μέσα από τα μάτια ενός άλλου ανθρώπου είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα εξελικτικά άλματα στη ζωή κάποιου. Και θεωρώ τυχερούς όσους γονείς και παιδιά μπορούν να βιώνουν αυτή την αντίληψη σε αμοιβαίο επίπεδο. Θεωρώ ότι είναι το σπουδαιότερο χάρισμα για την στήριξη ενός ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται μέχρι να φτάσει στην ενηλικίωση όπου θα πρέπει να έχει τα κατάλληλα εφόδια. Και ο διαχωρισμός του πλέον ενήλικα από τους δύο ενήλικες γονείς του να γίνει με σιγουριά και αισιοδοξία. Χωρίς δράματα, αλλά με τις αμφισβητήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η νέα γενιά σε πιο ώριμα θεμέλια.


Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Καλημέρα λαουτζίκο




Δεν επέκρινα ποτέ την «ΑΛΤΕΡοποίηση» του ΣΚΑΙ. Οι συνθήκες είναι δύσκολες. Ο λαϊκός άρτος και τα λαϊκά θεάματα πουλάνε. Τί πιο αυτονόητο για μία επιχείρηση να στραφεί στην κερδοφορία που αποφέρει η μιζέρια και η συνομωσιολογία της τελευταίας τριετίας;

Αυτό που πάντα επικρίνω όμως, και θα συνεχίσω να το κάνω, είναι η ισοπέδωση και η υπεραπλούστευση, ως έννοιες που αρμόζουν στη νοημοσύνη μίας ολόκληρης κοινωνίας. Τον παραγκωνισμό της κριτικής, αναλυτικής και σύνθετης σκέψης για χάρη της όποιας συναισθηματικής προπαγάνδας. Την πνευματική «ανθρωποφαγία» στην οποία επενδύουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα ΜΜΕ και οι διάσπαρτοι ανά την ελληνική επικράτεια opinion makers. Αυτή η συνεχής τροφοδότηση ηττοπάθειας ενός άβουλου «λαουτζίκου» που δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να σταθεί στα πόδια γιατί πάντα τον αδικεί κάποια αόρατη και αόριστη δύναμη.

Στην παραπάνω εικόνα, μπορεί ο κ. Αυτιάς να κάνει το γνωστό σόου του, περιτριγυρισμένος από «καθηγητάδες» και μπορεί να αναρωτιέται σχεδόν κάθε δύο λεπτά γιατί δεν μοιράζουν το 1,5 τρις στο λαό, αλλά ενδεχομένως να παραγνωρίζει πως η ανοησία πάντα επιστρέφει μπούμερανγκ σε όποιον την προάγει. Ενδεχομένως η μικρότητα των επαγγελματικών του προτεραιοτήτων να τον εμποδίζει να δει πώς επιδρά το σόου του στον οργισμένο πιτσιρικά, τον άνεργο, τον συνταξιούχο και τον μεροκαματιάρη. Αυτούς δηλαδή με τους οποίους προσπαθεί διακαώς να ταυτιστεί.

Και αν μου ζητούσε κανείς να περιγράψω με μία εικόνα τη σημερινή κοινωνική κατάσταση της χώρας, μάλλον αυτή την εικόνα θα χρησιμοποιούσα. Ακριβώς έτσι. Με τον κ. καθηγητή κάτω αριστερά να ωρύεται. Με το όλο «επιστημονικό» πάνελ να πετάει υπονοούμενα για δοσίλογους, ξεπουλήματα, ανθρωποφαγίες, λαουτζίκους κλπ. Τον κ. Αυτιά, τον γνήσιο εκπρόσωπο του ανήσυχου λαού να παρακολουθεί με περίσσιο ενδιαφέρον, μέσα σε μία έκφραση σοβαροφάνειας. Και φυσικά, την υπεραπλουστευμένη λεζάντα που απευθύνεται στο μυαλό ενός ερπετού και όχι ενός ανθρώπου.

Ο ανθρωποφάγος είστε εσείς κ. Αυτιά. Ο «λαουτζίκος» εξευτελίζεται από την διαρκή προσπάθεια να τον πείσετε πόσο ανήμπορος και θύμα είναι. Εισβάλλοντας από νωρίς το πρωί στο σπίτι του και παρουσιάζοντάς τον σαν το αδύναμο μερμήγκι στη μπότα ενός αόριστου και αόρατου κατακτητή. Δεν του δίνετε καμία ελπίδα, κανένα όραμα, καμία προσωπική δύναμη. Δεν του δίνετε καμία ευθύνη για να ορίσει τη μοίρα του. Είστε μία από τις αιτίες της σημερινής, ελληνικής, κοινωνικής κρίσης.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Στην Ελλάδα των άκρων...

…για να διαμαρτυρηθείς, πρέπει να παρανομήσεις.

Για να συλλάβεις πρέπει να κακοποιήσεις.

Για να αντισταθείς, πρέπει να βιαιοπραγήσεις.

Για να εργαστείς, πρέπει να γλείψεις.

Για να ακουστείς, πρέπει να ουρλιάξεις.

Για να δημιουργήσεις, πρέπει πρώτα να σου κόψουν τα χέρια.

Για να εκφραστείς, πρέπει να σιωπήσεις.

Στην Ελλάδα των άκρων, η κατρακύλα κάνει θόρυβο. Δεν χάνεται σιγά σιγά στο βάθος του πηγαδιού, αλλά ολοένα γίνεται δυνατότερη και πιο εκκωφαντική. «Αριστεροί» που αναπολούν θηριωδίες του κομμουνισμού. «Δεξιοί» που αναπολούν θηριωδίες του ναζισμού. «Φιλελεύθεροι» που ονειρεύονται θηριωδίες της ανθρώπινης απληστίας. «Δημοκράτες» που έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της ασυδοσίας. «Πολιτικοί» χωρίς πολιτική. Εσκεμμένα τα εισαγωγικά σε όλους αυτούς. Μην ψάχνεις πάλι αφορμή για καυγά.

Οι τραμπούκοι καλλιεργούνται στα σπίτια και στα σχολεία όπως καλλιεργούνταν χρόνια τώρα. Με ιστορίες από φαντάσματα του παρελθόντος. Με κατοχικά, εμφυλιακά και χουντικά σύνδρομα. Τους βλέπεις καθημερινά τριγύρω. Να βρίζουν, να προσβάλουν, να διαχέουν μία ακατάπαυστη αγένεια και να την πετάνε στα μούτρα σου, είτε σε ξέρουν προσωπικά είτε όχι. Με την πρώτη ευκαιρία, είτε φορώντας κουκούλες, είτε στολές με εθνόσημα, καμουφλαρισμένοι και αμπαρωμένοι δηλαδή πίσω από ένα ιδεολογικό άλλοθι, θα τραμπουκίσουν στο τέλος εσένα και τα παιδιά σου. Χωρίς λόγο. Επειδή απλά τα ίδια τα άκρα παρέχουν πλέον το άλλοθι για τα πάντα. Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της κοινωνικής κρίσης και όχι η σύμπλευση με την οικονομική.

Η άνοδος της Χρυσής Αυγής είναι το σύμπτωμα. Το ίδιο και οι πιτσιρικάδες που πουλάνε αντιεξουσιαστική έκσταση. Η αιτία είναι βαθύτερη και πιο καλά ριζωμένη στον ατομικισμό, την ασέβεια προς τον διπλανό και την μηδενική ανοχή στην διαφορετικότητα. Αιτία που χάνεται πολύ πίσω στην ιστορία και δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε ο πιτσιρικάς «επαναστάτης», ούτε ο πιτσιρικάς μπάτσος. Τα άκρα απλά νιώθουν και επειδή στην Ελλάδα μεγαλώνουμε, εκπαιδευόμαστε, εργαζόμαστε, δημιουργούμε, διαμαρτυρόμαστε και αναπολούμε ουτοπικές κοινωνικές αξίες, μόνο νιώθοντας, χωρίς το «βάσανο» της ορθολογικής σκέψης, συνέχεια ελκόμαστε από τα άκρα.

Δες το και στα mainstream ΜΜΕ. Ξέρουν πολύ καλά τι προϊόν πουλάνε. Ακραίες, δήθεν δημοσιογραφικές, αναλύσεις για τις ακραίες αισθήσεις μας, με μία ακατάπαυστη σπορά πανικού και μιζέριας προς κάθε γωνιά αυτής της χώρας. Μην υποτιμάς ποτέ τα στερεότυπα και τα mainstream ΜΜΕ. Έχουν ψυχαναλύσει την κοινωνία πολύ πριν εσύ αντιληφθείς τις ίδιες σου τις απόψεις. Αυτή είναι η δουλειά τους. Και τα άκρα, αυτή την περίοδο, είναι η πιο κερδοφόρα επένδυση για κάθε τύπου δημαγωγό.



Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Στο σπίτι του κρεμασμένου μιλάμε μόνο για σχοινί


Κάθε Σάββατο βράδυ η εκπομπή "Στην υγειά μας" προσπαθεί να ψυχαγωγήσει τις τηλεόπληκτες εσώκλειστες ψυχές με τηλεοπτικά λαϊκά γλέντια. Και ο Σπύρος, μετά από τόσα χρόνια που κάνει την ίδια δουλειά, έχει απλά κουραστεί. Αλλά συνεχίζει. Λόγω δουλειάς, λόγω γούστου, δεν ξέρω. Το βλέπεις στο πρόσωπό του. Και αυτό το πρόσωπο, στα μάτια μου βγάζει αυτόν τον παραιτημένο λαϊκό ήρωα που σέρνεται σε έναν ανούσιο νταλκά νοσταλγίας και λατρείας για το παρελθόν και το συναίσθημα, που απλά περιμένει να λυτρωθεί από τον θάνατο. Χωρίς καμία λατρεία για το παρόν ή προσμονή για το μέλλον. Αυτός ο παραιτημένος, ηττοπαθής μηδενιστής που μεθάει, νοσταλγεί και αδυνατεί να δημιουργήσει κάτι νέο.

Δεν μιλάω προσωπικά  για τον Σπύρο. Μιλάω για το πρόσωπο και το βλέμμα του που πλέον αποτυπώνεται στον μέσο Έλληνα. (Αυτόν με τα 1,8 παιδιά). Μιλάω για μία παρακμιακή εκπομπή που εκφράζει αυτά ακριβώς τα στοιχεία. Μιλάω για την εμμονή σε καταστάσεις του παρελθόντος, ως μέσο ανακούφισης για το θλιβερό παρόν.

Πριν τον Σπύρο, πέφτει αυλαία σε μία εβδομάδα ανούσιων αντιπαραθέσεων. Ο Δένδιας που αποκαλεί παράνομο τον ΣΥΡΙΖΑ, ο ΣΥΡΙΖΑ που αντιδρά. Μία παρέλαση από «Εισαγγελάτους» που δίνουν ορισμό στη βία σύμφωνα με τα γούστα τους. Πριν ήταν της μοδός οι καταλήψεις, πιο πριν η λίστα Λαγκάρντ. Τώρα πάλι το έλλειμμα του 2009. Τόση κατανάλωση για το παρελθόν, τις διάσπαρτες ιδέες και τα πολιτικά στρατόπεδα. Ποτέ για το παρόν, τις πραγματικές ανάγκες, τις ριζικές αλλαγές που έχει ανάγκη το πολιτικό σύστημα, οι σκουριασμένες ιδέες και η κουτοπόνηρη κούτρα μας. Ποτέ κανένα πάθημα δεν μας έγινε μάθημα. Μόνο αφορμή για νέους καυγάδες και νέους φανατισμούς.

«Στο σπίτι του κρεμασμένου, δεν μιλάνε για σχοινί», λέει η λαϊκή ρήση. Εμείς κάνουμε ακριβώς το αντίθετο. Έχουμε το κουφάρι μπροστά μας και αναλύουμε το σχοινί μέχρι εξάντλησης. Μέχρι από το κουφάρι να απομείνει σκελετός και ακόμα και τότε να συνεχίσουμε να αναλύουμε το σχοινί. Μέσα στα ίδια στρατόπεδα. Εσώκλειστοι στην υποκειμενική μας παράνοια. Αναζητώντας εξυπνακίστικες ατάκες. Ο μεγαλύτερος εξυπνάκιας κερδίζει. Όλη η εβδομάδα ένας αγώνας εξυπνακίασης αλλά ταυτόχρονα και σοβαροφάνειας. Μέχρι να έρθει το Σάββατο, η ελαφρά χαλάρωση της Κυριακής και από Δευτέρα πάλι στο ρινγκ.

Πόσα χρόνια άραγε θα περάσουμε έτσι ακόμα; Πόσες γενιές θα φυτοζωούν ανάμεσα στα πυρά-φαντάσματα του Εμφυλίου, της ανόητης μικρότητας και μίας χούφτας πολιτικών ξεφτίλων που απλά «ρουμπώνει» πολιτικούς αντιπάλους στα κανάλια λες και αναπολεί την προεφηβική γαλαρία; Πόσο συνήθεια μάς έχει γίνει ο φτηνός λόγος, η ισοπέδωση, ο λαϊκισμός και οι πρετεντερικές αναλύσεις; Ποιος δίνει ακόμα σημασία στα λαμόγια-πολιτικούς και στα λαμόγια-συνδικαλιστές;

Η οικονομική κρίση θα περάσει. Η μούχλα του παρελθόντος όμως, παλεύει για να μείνει.


Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Γονατίζοντας ευλαβικά στη θεά Μιζέρια


Πρόσφατα μία έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εύποροι άνθρωποι τείνουν να έχουν έντονη την αίσθηση ότι δικαιούνται 100% την ευημερία και τον πλούτο που κατέχουν. Όσο η ευπορία μειώνεται, δηλαδή όσο κατεβαίνουμε κοινωνικά στρώματα, συμβαίνει το αντίστροφο˙ οι φτωχότεροι άνθρωποι τείνουν να έχουν την έντονη αίσθηση ότι αδίκως βρίσκονται στην κατάσταση που βρίσκονται. Το βασικό στοιχείο της έρευνας δεν είναι τόσο το αυτονόητο που μόλις ειπώθηκε, αλλά το γεγονός ότι και στις δύο ομάδες ανθρώπων, εύπορων και άπορων, δεν γίνεται διάκριση σε αυτούς που δικαίως αισθάνονται αυτό που αισθάνονται και τους άλλους. Δηλαδή, το ίδιο ισχύει για τους πλούσιους που έφτιαξαν με κόπο τον πλούτο τους, αλλά και αυτούς που είτε κληρονόμησαν, είτε ενεπλάκησαν σε παράνομες και διαπλεκόμενες συναλλαγές ή χρησιμοποίησαν αθέμιτα μέσα για τον πλουτισμό τους. Το ίδιο επίσης ισχύει για τους φτωχούς που όντως υπέπεσαν σε μία σειρά από κακουχίες, ατυχίες και λάθος επιλογές, αλλά και αυτούς που ενώ είχαν ευκαιρίες να ανέλθουν προτίμησαν συνειδητά να μην τις εκμεταλλευτούν.

Πριν δύο χρόνια είχε βγει μία άλλη έρευνα που είχε καταλήξει σε ένα εξίσου ενδιαφέρον συμπέρασμα. Οι άνθρωποι που είναι σε συνεχή εγρήγορση και έχουν μία γενικότερη αισιοδοξία και θετική στάση ζωής, είναι πιο «τυχεροί» από τους παραιτημένους και τους απαισιόδοξους. Το «τυχεροί» σε εισαγωγικά, καθώς η έρευνα αναγνώριζε ότι η τύχη δεν είναι κάποια μεταφυσική έννοια, αλλά ο χαρακτηρισμός της στάσης ζωής και συμπεριφοράς που μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε τις διάφορες διάσπαρτες ευκαιρίες όταν παρουσιάζονται και να τις εκμεταλλευόμαστε τάχιστα και απερίσκεπτα. Στο παράρτημα της ίδιας έρευνας επιβεβαιώθηκε και η γνωστή λαϊκή ρήση «η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς».

Δυστυχώς δεν έχω διαδικτυακές πηγές για αυτές τις έρευνες, καθώς τις είχα εντοπίσει εκτός διαδικτύου, και θα είχε ενδιαφέρον να παρουσιαστούν τόσο τα αναλυτικά αποτελέσματα όσο και η μεθοδολογία τους. Τις θυμήθηκα προχθές, όταν η Μελίνα Δασκαλάκη με ρώτησε στην ραδιοφωνική εκπομπή της στον Amagi, γιατί ως κοινωνία δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε από τα στάδια της άρνησης, της οργής και της κατάθλιψης προκειμένου να προχωρήσουμε σε αυτά του συμβιβασμού, της αποδοχής και κατ’ επέκταση της δημιουργίας και ανάπτυξης. Ανάμεσα στον αχταρμά των ιστορικών κατάλοιπων, των πολιτικών δυναμικών του τελευταίου αιώνα, των συνθηκών ίδρυσης του ελληνικού κράτους, της έντονης επιρροής της θρησκείας στη μοιρολατρία, της κοινωνιολογικής επέκτασης της συνεχούς σύγκρουσης του ανατολίτικου συναισθηματισμού με τον ευρωπαϊκό λόγο, μου ήρθαν στο μυαλό και αυτές οι δύο έρευνες.

Αυτές τις μέρες, φιλοξενούμαι σε ένα χωριατόσπιτο και τυχαίνει – παρά τη θέλησή μου - να παρακολουθώ διάσπαρτα δελτία ειδήσεων, και πρωινάδικα τηλεπαράθυρα με το γνωστό δημοσιογραφικό και πολιτικό τσίρκο στην καθιερωμένη τηλεοπτική καθημερινή του παρέλαση. Και όταν η παραίτηση, η εξαθλίωση, ο μηδενισμός, ο λαϊκισμός και η τρομολαγνία γίνονται τόσο αναπόσπαστα μέρη της καθημερινότητας του μέσου δύσμοιρου που ψάχνει μία νότα αισιοδοξίας από τους επαγγελματίες ΜΜΕδες της απαισιοδοξίας, φυσικό είναι να κατανοείς κι εσύ την απελπισία του. Φυσικό είναι να πιάνεις τον εαυτό σου στιγμιαία να μπαίνει στη λούμπα που προσπαθεί να μας πείσει η νεοελληνική Αριστερά χρόνια τώρα, ότι ο μέσος ψηφοφόρος απλά εξαπατάται την ημέρα των εκλογών.

Σε μία κοινωνία που έχει βαλτώσει, προσπαθώ να βρω εκείνη την απειροελάχιστη μεταβλητή, που με ένα butterfly effect θα διογκωθεί και θα τα μεταμορφώσει όλα. Μη νομίζεις ότι δεν γίνεται. Εξαρτάται πάντα από το χρονικό δικαίωμα που του δίνεις. Απλά στη δική μας χώρα και στις κοινωνίες που κατοικούν εντός αυτής, τα συμπλέγματα είναι πολλά και μπερδεμένα μεταξύ τους με διάφορους τρόπους που αυτή η μεταμόρφωση φαντάζει σχεδόν ουτοπική. Σε κάθε περίπτωση, όσο νομοτελειακά η ακμή και η παρακμή ενός πολιτισμού έχουν συγκεκριμένη περιοδικότητα, τόσο τυχαίο παραμένει το μέλλον μίας κοινωνίας που προσπαθεί να λύσει σημερινά προβλήματα με λογαριασμούς και κοινωνικά χρωστούμενα του παρελθόντος μέσα σε ένα γενικότερο περίβλημα μαζικής μιζέριας και απαισιοδοξίας.


Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Οι ύστατες προσπάθειες επιβίωσης του λαμόγιου



Τον βλέπεις τον κύριο στα δεξιά; Δεν ξέρω ποιος είναι. Δεν με ενδιαφέρει να μάθω. Εσύ πιθανώς να ξέρεις. Εγώ τον είδα να ποζάρει σε διάφορα πλάνα στην τηλεόραση και να συνοδεύει τις μάχιμες δηλώσεις κάποιου άλλου «αγωνιστή» της ΠΟΕ – ΟΤΑ. Με το γνωστό απεχθές βλέμμα που κουβαλάει πάνω του όλη τη μιζέρια του πλανήτη. Με την πρώτη ευκαιρία, άρπαξε από τη γραβάτα τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου Αμαρουσίου, είτε για να κάνει το εφέ του μπροστά στις κάμερες, είτε γιατί όντως ήθελε να εκφράσει έμπρακτα τη μιζέρια του.

Υπάρχει πλέον δεδικασμένο σε τέτοιου είδους τραμπουκισμούς. Ο «λαϊκός αγώνας» απλά σκοντάφτει πάνω σε κεφάλια και σε γραβάτες. Όπως παλιότερα «ταραχοποιοί» σκόνταφταν πάνω σε ζαρτινιέρες.

Δεν τσιμπάω πια το παραμύθι περί αίσθησης δικαίου σε τέτοια σκηνικά που κλείνουν το μάτι στους τραμπουκισμούς, όπως δεν τσίμπαγα πριν δύο χρόνια στην αθωότητα του γιαουρτιού και των «αυθόρμητων» προπηλακισμών από «απλούς» πολίτες. Φάνηκε στις εκλογές και φαίνεται καθημερινά πλέον, ποιοι επωμίζονται κέρδη από την διάχυση της κουλτούρας της οργισμένης αυθόρμητης αυτοδικίας. Φαίνεται και που πάει το πράγμα και πόσο απροκάλυπτα οι τραμπουκισμοί συμβαίνουν πλέον σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα υπό το αδιάφορο και κυνικό βλέμμα του Κράτους.

Οι απόφοιτοι Δημοτικού που προπηλάκισαν τον Γερμανό πρόξενο και που μπροστά στις κάμερες ξέρουν να πουλάνε μαγκιά και τσαμπουκά, αλλά στο εδώλιο του Δικαστηρίου κλαίγονται και δικαιολογούνται σαν κλαμένα αιδοία, είναι αυτό το είδος Ελληναρά που προσπαθεί να επιβιώσει στο νέο τοπίο. Και δεν αναφέρομαι στην πραγματική επιβίωση που καλούνται να αντιμετωπίσουν χιλιάδες οικογένειες που πλήττονται άμεσα από την κρίση. Αναφέρομαι στην πολιτική και ιδεολογική επιβίωση. Σε αυτό το λαμόγιο που είτε ως συνδικαλιστής είτε ως επιχειρηματίας έχει πελατειακές δοσοληψίες με το Δημόσιο και έχει μάθει να επιβιώνει μόνο ως παράσιτο της υπόλοιπης κοινωνίας. Ο «παράγοντας» που ξέρει μόνο τους «κατάλληλους» ανθρώπους ώστε να γλύφει ή να εκβιάζει ανάλογα για να επιβιώνει ο ίδιος και να πουλάει μούρη στην ομήγυρη του. Το ακαλλιέργητο ανθρωπάριο που δεν ξέρει καν πώς να αναλαμβάνει την στοιχειώδη ευθύνη των πράξεών του, αλλά πάντα κρύβεται πίσω από όχλους και αόριστες συνθηματολογίες.

Δες πόσο περίτεχνα παρανομούντες συνδικαλιστές και επιχειρηματίες επιπέδου Λαυρεντιάδη καλύπτονται από τους εκάστοτε πολιτικούς τους χώρους- ξενιστές. Δες με πόσο περίσσιους ελιγμούς, το πολιτικό φάσμα αναδιατάσσεται προκειμένου να κρύψει «κάτω από το χαλάκι» τα λαμόγια που εξέθρεψε. Το ΠΑΣΟΚ διαχέεται σε άλλους χώρους που φλερτάρουν με την εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ μεταμορφώνεται μέσα σε μία νύχτα σε βασικό συστημικό παίκτη, ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του «ριζοσπαστικού» ΠΑΣΟΚ των 70’s και η ΝΔ προσπαθεί να φορέσει το προσωπείο του εκσυγχρονισμού και των μεταρρυθμίσεων. Ότι προλάβει ο καθένας να επωμιστεί. Ακόμα και αν το τίμημα είναι η πλήρης απαξίωση των θεσμών και του πολιτεύματος. Η κοινωνία τροφοδοτεί το σύστημα και αυτό με τη σειρά του την κοινωνία. Είμαστε σε αρένα. Όλα επιτρέπονται.

Μοναδικό θετικό σημάδι όλων αυτών, είναι το σκάσιμο της φούσκας των Καμμένων Ελλήνων που ενδεχομένως να σηματοδοτεί την σταδιακή αποδόμηση όσων δήθεν πολιτικών βασίστηκαν στα προχειροστημένα θεμέλια του λαϊκισμού και της διάχυτης ανοησίας. Και πάλι όμως, κρατάω πολύ μικρό καλάθι.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Συνηθισμένοι στη Χρυσή Αυγή


Ανοίγεις ένα τυχαίο κανάλι στην TV και βλέπεις την απόγνωση. Βλέπεις τη δίψα του δημοσιογράφου να βγάλει όση περισσότερη απελπισία μπορεί από τον δύσμοιρο περαστικό στο δρόμο που βρίσκει λίγα δευτερόλεπτα προβολής στο γυαλί. Βλέπεις την ηθική εξαθλίωση που επιβάλλουν τα «πολιτικά» πρωινάδικα, με αγριοφωνάρες, μεγαλοδημοσιογράφους που προσπαθούν να βγάλουν ένα ύφος που συμπάσχει με τον «δοκιμαζόμενο λαό».

Βλέπεις τον κωμικό της Τρίτης. Στη σάτιρα επιπέδου καραγκιόζη. Το εύκολο γέλιο της απόγνωσης. Κατευθύνει την ατζέντα όπου θέλει, μπροστά από τα ορθάνοιχτα στόματα που καταπίνουν σαν αποβλακωμένα.

Βλέπεις τον πολιτικάντη, που έχει αραχνιάσει ο κώλος του στο έδρανο, να χορεύει ζεϊμπεκιές. Να χτίζει αυθαίρετα, να βολεύει έργα από εδώ και εκεί και να συνεχίζει να εκλέγεται. Η Δικαιοσύνη δεν τον αγγίζει. Το ίδιο και το λαϊκό αίσθημα. Τόσοι βολεμένοι, με καμάρι θα τον ξανασταυρώσουν.

Βλέπεις μία αστυνομία γεμάτη φασιστοειδή στοιχεία που αυτοδικούν στο όνομα της εξουσίας τους. Χωρίς καμία επίγνωση του θεσμού που υπηρετούν. Χωρίς κυρώσεις, εκτός από φανφάρες άνευ έμπρακτης σημασίας του αρμόδιου Υπουργού.

Βλέπεις τα Πανεπιστήμια να μετατρέπονται σε εστίες τραμπουκισμού, φασισμού και τρομοκρατίας. Στο όνομα οποιασδήποτε ιδέας κατεβάσει το κάθε φυντάνι που χρησιμοποιεί του χώρους του Πανεπιστημίου για να προπαγανδίσει τον ιδεολογικό σκοταδισμό του. Μίας ιδέας που «γαργαλάει» το πάθος και την οργή ενός μετεφηβικού αδιεξόδου. Η τραγική ειρωνεία: Οι χώροι της ζύμωσης ιδεών, της προόδου και της επιστήμης, γεμάτοι σκοταδιστικά, συντηρητικά και ολοκληρωτικά σκουπίδια.


Βλέπεις τη Δικαιοσύνη να αθωώνει τους τραμπούκους του Γερμανού πρόξενου. Λαϊκοί αγωνιστές της πλάκας που μετά βίας τελείωσαν ένα Δημοτικό και δεν έχουν τα μούτρα να σταθούν ακέραιοι στις ιδέες τους μέσα στο Δικαστήριο. Και το Δικαστήριο τους επιβραβεύει. Τραμπουκίστε ελεύθερα. Κι εμείς λαϊκό δικαστήριο είμαστε… μαζί σας!

Βλέπεις την παρανομία διάχυτη σε κάθε γωνιά. Δεν έχει μείνει πινακίδα του ΚΟΚ χωρίς την «υπογραφή» ποδοσφαιρικών χουλιγκάνων. Και δεν τρέχει μία. Παιδιά είναι. Ας μουτζουρώνουν και ας μουντζώνουν προς τη Βουλή. Διεκδικούν τα όνειρά τους. Μακριά από τα δικά μας. Ας κάνουν ότι θέλουν. Ας γεμίζουμε κάθε ελεύθερο τετραγωνικό τοίχου με λόγια μίσους. Μαζική μιζέρια.

Βλέπεις ισοπέδωση των εννοιών. Η «βία», η «χούντα», οι «δωσίλογοι», το «αίμα», οι «ανθρωποφάγοι». Όλες αυτές οι υπέροχες λέξεις σε μία ομοιογενή σαλάτα. Ξεχνάμε ιστορία, ξεχνάμε ανθρώπινες θυσίες, βασανιστήρια, θανάτους, πολέμους, εξορίες, χίλιες δυο αμαυρωμένες σελίδες της ιστορίας μας. Για χάρη του πάθους, της γιούχας και της έντασης που με το παραμικρό ανοίγει κεφάλια στα δύο.

Βλέπεις μία Αριστερά που πλέον απλά σιγοντάρει οποιαδήποτε ιδέα, πράξη ή λόγο που αποδομεί την Δημοκρατία. Την ήδη κατακερματισμένη Δημοκρατία. Αυτή για την οποία πάλεψαν οι μεγαλύτεροι αγωνιστές του αριστερού χώρου. Βλέπεις λεκτικά και νομικά παιχνίδια με την «ρατσιστική βία» και τις συντεχνίες. Καραγκιοζηλίκια μέσα και έξω από το κοινοβούλιο με πανό, ντουντούκες και φωνές.

Παντού φωνές. Ποτέ διάλογος. Μόνο συνεχής τονισμός των υποκειμενικών απόψεων του καθενός. Και όσο φωνάζει ο τάδε, τόσο δυναμώνει τη φωνή του ο δείνα. Το συναίσθημα καταπλάκωσε τη λογική. Οι άμεσες και οριζόντιες λύσεις, καταπλάκωσαν την σοβαρή, οργανωμένη και σωστή μεθοδικότητα. Η μοιρολατρία πάντα υπεράνω της ανθρώπινης ικανότητας. Ο καθένας το τομάρι του.

Αλλά ο καθένας πάντα κοίταγε το τομάρι του δεκαετίες πριν την κρίση. Διαχρονικά. Πριν και μετά την Επανάσταση του ’21. Άξεστοι και αγροίκοι, αποδεκατισμένοι πληθυσμοί, συνηθισμένοι σε συγκρούσεις, κοτζαμπάσηδες, φορομπήχτες, ληστές και αμόρφωτους. Πληθυσμοί που ποτέ δεν είδαν έναν σοβαρό λόγο να λειτουργήσουν συλλογικά, αλληλέγγυα, υπό ένα ελάχιστο κοινωνικό συμβόλαιο που θα εξασφάλιζε στοιχειώδεις αρχές σαν αυτές που διέδωσε ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Εκατοντάδες διάσπαρτες κοινωνίες με εκατοντάδες διαφορετικές, εσωστρεφείς καταβολές, που ποτέ δεν ανέχονταν την παραμικρή διαφορετικότητα.

Συνέχισε τώρα να αναλύεις γιατί η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή και γιατί πλέον σε κάθε πόλη ανυψώνονται περήφανα πανό σε μπαλκόνια όπου ανοίγουν τοπικά γραφεία της. Αναλώσου σε θεωρίες και αντί-θεωρίες των άκρων αποφεύγοντας περίτεχνα να δεις τα καχύποπτα βλέμματα που υπήρχαν διαχρονικά σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια χρόνια τώρα.  Σε όλους τους πολιτικούς χώρους και πολίτες αυτής της χώρας που απλά έβλεπαν τη Δημοκρατία ως ένα μέσο νόμιμης ασυδοσίας.


Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Τα δύο άκρα απλά νιώθουν


Καμία ανάλυση δεν μπορεί αν αυτοονομάζεται «ανάλυση» αν δεν ελέγχει κάθετα και όχι ισοπεδωτικά την οποιαδήποτε θεωρία. Και αν η λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» έχει ορκισμένους φίλους και εχθρούς είναι ακριβώς επειδή ως θεωρία «γαργαλάει» τον επιφανειακό μας συναισθηματισμό, καταλήγοντας τελικά σε άλλη μία ασπρόμαυρη αντίληψη της πραγματικότητας, αντί των χιλιάδων αποχρώσεων που αυτή εμπεριέχει.

Θα επικαλεστώ για 5η ίσως φορά στα ιστορικά αυτού του ιστολογίου τον Βασίλη Ραφαηλίδη. Αυτόν τον γνήσιο Αριστερό που με έχει επηρεάσει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε φιλελεύθερο στοχαστή. «Συναισθηματισμός και πολιτική δεν πάνε μαζί», έλεγε. Και εννοούσε το πολύ απλό, ότι η πολιτική πρέπει να ορίζει ορθολογικές και αντικειμενικές συνθήκες και κανόνες μέσα στις οποίες μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα ο οποιοσδήποτε υποκειμενικός συναισθηματισμός. Όταν πας να εμπλέξεις τον δικό σου ψυχισμό με αυτόν της κοινωνίας, αναγκαστικά είτε θα καταλήξεις σε μονιστικές/ δογματικές αντιλήψεις ή θα παραμείνεις ένας μίζερος, μοναχικός, εσωστρεφής τύπος που του φταίει το σύστημα και ο κοινωνικός περίγυρος.

Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο στο PressProject με τίτλο «Ζήτω το ζήτω!» του Κώστα Πουλή, και η αλήθεια είναι πως είναι ένα από τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει τελευταία. Όχι επειδή συμφωνώ με κάποια από τα συμπεράσματά του, αλλά επειδή εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχυση στην οποία έχουμε επέλθει ως κοινωνικό σύνολο. Και μάλιστα το κάνει εν αγνοία του συγγραφέα. Κάντε το εξής νοητικό πείραμα: Ας υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας του άρθρου δεν είναι αριστερός αλλά ακροδεξιός, και ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «φασίστας», με «αριστερός» και αντίστροφα μέσα στο κείμενο. Κατά ένα μαγικό τρόπο, το κείμενο πάλι θα βγάζει απόλυτο νόημα, βασισμένο στην ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία! Κατά ένα μαγικό τρόπο θα αρχίσουμε να πηγαίνουμε πίσω στο χρόνο, καταργώντας τις κατακτήσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τις προσπάθειες για την εφαρμογή της Χάρτας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανεξαρτήτως προσωπικών πεποιθήσεων, ηθών, εθίμων και μεταφυσικών αναζητήσεων. Καταργώντας ουσιαστικά αυτό που κατάφερε η επιστήμη και η δημοκρατική κοινωνική εξέλιξη εις βάρος του συναισθηματισμού που προέτρεπε σε πολέμους, συγκρούσεις, αιματοχυσίες και θρησκευτικές/ δογματικές/ μονιστικές ηγεμονίες.

Αυτό το λεπτό σημείο, που διαχωρίζει τον πολιτισμό από το ένστικτο και τον ορθολογισμό από το συναίσθημα του ανθρώπου σε κοινωνικό επίπεδο είναι τόσο λεπτό, που κάθε δόγμα προσπαθούσε να το κατακτήσει ώστε να ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στις μάζες. Αυτό το σημείο, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, είχε την διαύγεια να το αναγνωρίσει και να δει την επικινδυνότητα που κρύβει για έναν άνθρωπο που ξεκινάει με φιλοδημοκρατικές προθέσεις, αλλά τελικά καταλήγει σε φασιστικές πρακτικές.

Εκεί εδράζει και η διαφορά που με βρίσκει κάθετα αντίθετο στην εξίσωση της ακροδεξιάς βίας με της αριστερής. Είναι οι προθέσεις και είναι η σύγχυση μεταξύ της υποκειμενικής αντίληψης για μία πιο δίκαιη κοινωνία και του πάθους που απορρέει από αυτή την αντίληψη σε αντιδιαστολή με την εξαρχής κακοπροαίρετη επιθετικότητα και κατάλυση της Δημοκρατίας από ένα ακροδεξιό στοιχείο. Είναι οι καταβολές που έχει ένας πιτσιρικάς που πετάει μία μολότωφ για να εκφράσει το μίσος του προς μία αόριστη αδικία και αυτές που έχει ένας άλλος πιτσιρικάς που τραβάει μαχαίρι σε έναν μετανάστη.

Το ίδιο κάθετα διαφωνώ και με την ακριβώς αντίθετη άποψη. Ότι δηλαδή μόνο η αριστερή βία μπορεί να καταλύσει την ακροδεξιά. Καμία βία δεν καταλύει μία άλλη βία. Αυτό το σκεπτικό εκτός από ανόητο είναι και ανιστόρητο. Η βία πάντα ενδυνάμωνε κάθε άλλη μορφή βίας και πάντα κατέλυε κάθε προσπάθεια εκδημοκρατισμού και πολιτισμένου τρόπου επίλυσης των κοινωνικών εντάσεων. Η δημοκρατία και η πιστή προσήλωση στους θεσμούς ήταν τα στοιχεία που βελτίωναν μία κοινωνία και την έβαζαν σε πιο φιλειρηνικές συνθήκες ισότητας και ισονομίας. Κάθε πράξη βίας ακυρώνει ένα μόριο πολιτισμού. Αντιθέτως, κάθε προσπάθεια κατάλυσης της βίας προσθέτει ένα μόριο πολιτισμού.

Ο πραγματικός εχθρός του φασισμού είναι η ενδυνάμωση της Δημοκρατίας, όχι η δημιουργία αντίθετων πόλων. Η διαχρονική ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών στην πλειοψηφία των δυτικών κρατών ήταν πάντα μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία που συνεχίζει ακόμα να ζυμώνεται, αλλά αργά και σταθερά δημιουργεί πιο ειρηνικές, σταθερές κοινωνίες που ευημερούν. Με αυτές τις διαδικασίες καταργήθηκε η θανατική ποινή, δημιουργήθηκε μαζικό αίτημα για αντικειμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, βγήκαν νόμοι ενάντια σε κάθε είδους ρατσισμό και διάκριση και θεσπίστηκε νομικά το τεκμήριο της αθωότητας. Ενάντια στο ένστικτο και υπέρ ενός κοινωνικού ορθολογισμού.

Η ορθολογική συνοχή και ψυχραιμία στη σκέψη πάντα οδηγεί στην αποφυγή φανατισμού, άρα και βίας, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε εκδημοκρατισμένες ισορροπίες. Ο φασισμός κάνει ακριβώς το αντίθετο: Επενδύσει το ένστικτο. Ο ΜΑΤατζής που βαράει στο ψαχνό νιώθει, δεν σκέφτεται. Το ίδιο και ο πιτσιρικάς που θα ανάψει μία μολότωφ για να τη ρίξει στον ΜΑΤατζή.

Είμαστε μία αδικημένη γενιά.  Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μέσα σε ένα σάπιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Δεν είναι όμως ο τρόπος του ενστίκτου, του πάθους και όλων αυτών που ονειρεύεται ο κ. Πουλής και κάθε Πουλής για την έξοδο από την κοινωνική και κατ’ επέκταση την οικονομική κρίση. Θέλει σκέψη, ανάλυση και αρκετή δουλειά. Να αναλογιστούμε τί κάναμε, τί ψηφίζαμε και γιατί. Τι μυαλά κουβαλάμε και με πόση ευκολία κρίνουμε, ταμπελοποιούμε και μισούμε. Δύσκολο εγχείρημα. Σε άλλες κοινωνίες πήρε πολλές δεκαετίες. Αλλά τόσο από την ιστορία, όσο και από αυτές τις κοινωνίες μπορούμε να πάρουμε πολλά μαθήματα.


Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Επέτειοι ανοιχτών λογαριασμών


Όπως είχε παρατηρήσει η Κα Χριστίνα Κουλούρη, καθηγήτρια Νεώτερης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, «Όλες οι μεγάλες εθνικές επέτειοι στην Ελλάδα συνδέονται µε την έναρξη και όχι µε το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Με την ικανότητα δηλαδή του έθνους να εξεγείρεται απέναντι στη σκλαβιά (25η Μαρτίου) ή τον φασισμό (28η Οκτωβρίου)» (ΠαραλλήλοΓράφος 28/10/11). 

Αντιθέτως σε άλλες δυτικές χώρες, οι εθνικές επέτειοι εστιάζουν στο αποτέλεσμα ενός αγώνα, και άρα στο νέο ξεκίνημα που ξεκόβει το παρόν από το σκοτεινό παρελθόν (ΗΠΑ, 4 Ιουλίου – Independence Day, Μ. Βρετανία, 8 Μαΐου – VE Day, Γαλλία, 14 Ιουνίου – Bastille Day, κλπ).

Εμείς γιορτάζουμε το ξεκίνημα των πολεμικών συρράξεων, άλλες κοινωνίες το τέλος αυτών και την αλλαγή προς την πρόοδο και τη σταθερότητα. Εμείς εκφωνούμε θούριους και λόγους πολεμικών ηρωισμών, ενώ αυτοί υπενθυμίζουν το «ποτέ ξανά αιματοχυσία». Εμείς αφήνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, και αυτοί γιορτάζουν το κλείσιμο των λογαριασμών. Μία λεπτομέρεια που επί της ουσίας δεν έχει και κάποια μεγάλη σημασία, αλλά δείχνει σίγουρα την ψυχοσύνθεση της κοινωνίας μας απέναντι στην ιστορία.

Όσο έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, αδυνατούμε να πορευτούμε συλλογικά και κυρίως να έχουμε μία ξεκάθαρη βάση επικοινωνίας και κοινωνικής συνοχής. Αδυνατούμε να δούμε τελικά τι μαθήματα έχουμε πάρει από την Ιστορία και πως τα αξιοποιούμε για την ειρήνη και την ευημερία μας. Αδυνατούμε να κατανοήσουμε, τελικά όλοι αυτοί οι αγώνες και οι θυσίες των προγόνων μας τι ακριβώς πέτυχαν και τι θεμέλια έχτισαν. Θέλουμε να έχουμε ακόμα λογαριασμούς με τους Τούρκους, τους Γερμανούς και γενικά τους ξένους, όπως και με τους δεξιούς και τους αριστερούς. Και ενώ η Γαλλία και η Γερμανία έχουν πλέον κοινά βιβλία Ιστορίας στα σχολεία τους, εμείς εκδίδουμε νέα όπου ανατροφοδοτούμε τους «λογαριασμούς». Θέλουμε να ανανεώνουμε τον φόβο μας για τους εξωτερικούς παράγοντες, αποφεύγοντας περίτεχνα την όποια αυτοκριτική και βάζοντας τελικά τους εσωτερικούς «κάτω από το χαλάκι».

Και ενώ γράφονται όλα αυτά, συνεχίζουμε να διαιωνίζουμε τη σύγχυση των ανοιχτών λογαριασμών, να εκφράζουμε την ξενοφοβία μας και να πολωνόμαστε ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά του προηγούμενου αιώνα. Ενώ γράφονται αυτά, το ελληνικό Κράτος, δια μέσου της κυβέρνησής του, ενεργοποιεί το Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης (το πιο άχρηστο και αναχρονιστικό Υπουργείο που επανασυστάθηκε ποτέ) προκειμένου να διοργανώσει τριήμερο στρατιωτικών και υπερπατριωτικών εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη.

Αν μη τι άλλο, αν κάποιες πιο πολιτισμένες κοινωνίες έμαθαν κάτι ή τουλάχιστον πασχίζουν να μάθουν και να εμπεδώσουν, είναι ότι η Ιστορία προσφέρει πολύτιμα μαθήματα για τις υπάρχουσες και μελλοντικές γενιές. Εμείς πασχίζουμε να επαναλάβουμε τα μαθήματα στα οποία κοπήκαμε.


Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Συμμαχίες και κοινωνικά κατάλοιπα


Σε άρθρο του στα «Νέα» με τίτλο «Η δική μας ανίερη συμμαχία», ο κ. Κούρτοβικ παρουσιάζει μία εικόνα για την λεγόμενη «άρχουσα τάξη» της Ελλάδας. Μέσα από μία όντως ενδιαφέρουσα ανάλυση, αναφέρει μία μεγάλη αλήθεια που λίγο πολύ είναι γνωστή σε όλους. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας είναι πιο συσπειρωμένη από ποτέ, και χρησιμοποιώντας νόμιμα ή έκνομα μέσα, συνεχώς προστατεύει τα συμφέροντά της αγνοώντας επιδεικτικά τις θεσμικές εξουσίες της Δημοκρατίας μας. Πόσο μάλλον, όταν μιλάμε για μία κουτσουρεμένη Δημοκρατία που έχει προ πολλού αποσυνθέσει την διακριτότητα των εξουσιών της και κυρίως αυτή της Δικαιοσύνης.

Δεν υπάρχει κάποιο σημείο του άρθρου με το οποίο διαφωνώ. (Αυτό το γράφω με το ύφος του «αλλά» που ακολουθεί…). Αλλά, το περιεχόμενο του άρθρου παρουσιάζει μία αλήθεια η οποία αποτελεί ένα μόνο μέρος μίας μεγαλύτερης εικόνας. Αυτής της γκρίζας ζώνης μεταξύ του ανήθικου «μαζί τα φάγαμε» και του απλουστευμένου «οι πολιτικοί τα φάγανε». Αυτής της πολυσύνθετης και πολυεπίπεδης πραγματικότητας που είτε αδυνατούμε να συλλάβουμε, είτε αρνούμαστε να την προσεγγίσουμε μέσω ενός πιο σύνθετου άρα και πιο δύσκολου τρόπου σκέψης.

Στην μεγαλύτερη εικόνα, λοιπόν, αυτό που τόσο εύστοχα ο κ. Κούρτοβικ  περιγράφει ως «επίδειξη του πλούτου τόσο βάναυσα, τόσο αναίσχυντα (και κακόγουστα), με τρόπο που ασελγεί από κάθε άποψη πάνω στον περιβάλλοντα χώρο», δυστυχώς δεν είναι χαρακτηριστικό μόνον της άρχουσας τάξης. Είναι ένα χαρακτηριστικό, που για διάφορους λόγους και αιτίες είναι έμφυτο στην ελληνική κοινωνία και διέπει όλες τις τάξεις, όχι φυσικά στο σύνολο των ανθρώπων, αλλά σε ένα ποσοστό ικανό για να επισκιάζει και να αμαυρώνει την ευρύτερη εικόνα. Το βλέπεις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, στον δημόσιο τομέα, στις πόλεις, στο περιβάλλον, στους δρόμους, κλπ.

Η βασική διαφορά, αυτό που διαφοροποιεί την ανηθικότητα και την ανομία ενός ανθρώπου της άρχουσας τάξης από αυτές ενός άλλου, Πχ της μικρομεσαίας ή κατώτερης τάξης είναι ότι οι πράξεις του πρώτου έχουν σαφώς μεγαλύτερες συνέπειες στην υπόλοιπη κοινωνία. Ένας φοροφυγάς ή ένας απατεώνας ή εν τέλει ένα λαμόγιο, κάνει πάντα παιχνίδι στα μεγέθη που του αναλογούν. Ο φοροφυγάς του ενός εκατομμυρίου, φυσικά έχει χιλιαπλάσιο μερίδιο ανομίας και ανηθικότητας από τον φοροφυγά των χιλίων ευρώ. Όμως χίλιοι φοροφυγάδες των χιλίων ευρώ, έχουν το ίδιο κόστος για την υπόλοιπη κοινωνία όσο ο «μεγάλος».

Η ανηθικότητα και η ανομία δεν αθροίζονται. Είναι ποιοτικά χαρακτηριστικά και όχι ποσοτικά. Άρα ο «μικρός» φοροφυγάς είναι εν δυνάμει και μεγάλος. Αυτός που έχει σκοτώσει, είναι δολοφόνος είτε έχει σκοτώσει έναν, είτε χίλιους ανθρώπους. Οι συνέπειες είναι πολλαπλάσιες, αλλά η ανηθικότητα παραμένει σταθερή. Αυτός που κάνει μία μικρή παρανομία επειδή κρίνει ότι στο τέλος θα τη βγάλει καθαρή, εν δυνάμει όταν και εάν αποκτήσει μεγαλύτερη εξουσία, θα προβεί σε μεγαλύτερη παρανομία. Διότι ζει σε μία συγκεκριμένη κοινωνία με συγκεκριμένα ηθικά ή νομικά πρότυπα. Πρότυπα που θέτουν τα ίδια μέλη της κοινωνίας και όχι κάποια γενική και αόριστη σκοτεινή δύναμη (αν θέλουμε να μιλάμε για ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους και όχι άβουλα και ανεγκέφαλα πιόνια ενός συγκεκριμένου δόγματος - θέση που ευχαρίστως υιοθετούν δογματικές ιδεολογίες).

Άρα σε μία κοινωνία που η παραβατικότητα, η αγένεια, η ανηθικότητα, ο ατομικισμός και η ιδιώτευση διέπουν ανομοιογενώς όλα τα κοινωνικά στρώματα, είναι δύσκολο για κάποιον να εγγυηθεί ότι ο ένοχος είναι ένας και συγκεκριμένος. Είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τον τίμιο και νομοταγή μεροκαματιάρη από το συνάδελφό του που έχει και μια-δυο άκρες παραπάνω για να βγάζει και μερικά μαύρα εισοδήματα. Είναι δύσκολο έως αδύνατο να εγγυηθείς ότι ο τύπος που ψάχνει γνωστό στην Τροχαία για να του σβήσει μία κλήση των 40 ευρώ, δεν θα έψαχνε γνωστούς στο δικαστικό σώμα και στην όποια κυβέρνηση για να παραγραφεί ένα πρόστιμο των 400.000 ευρώ εάν ποτέ γινόταν πλούσιος και είχε «θέματα».

Υπάρχουν δυτικές χώρες με μεγαλύτερες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Η διαφορά, όμως, είναι ότι η παρανομία και η ανηθικότητα διώκονται είτε θεσμικά, είτε πολιτισμικά. Εδώ πάλι, το έχουμε κρυφό καμάρι, και τέτοια στοιχεία στην ουσία συνθέτουν το νεοελληνικό όνειρο που δεν είναι τίποτα άλλο από μία σύγχρονη έκφραση του «κοτζαμπασηδισμού». Και δυστυχώς οι πολλές εξαιρέσεις, που επίσης διέπουν όλα τα κοινωνικά στρώματα, δεν αρκούν για να περιθωριοποιήσουν όλη αυτή την ανηθικότητα και παρανομία. Εν τέλει, εκεί εδράζει η γενικότερη σύγχυση στην προσπάθειά μας να βρούμε εχθρούς και φίλους, όπου προβλήματα θεσμικά προσπαθούμε να τα ανάγουμε σε ταξικά.


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η εγκαθίδρυση του Ελληναρά


Τα γλειψίματα και η εφηβική ρητορική του Προέδρου της ελληνικής Βουλής δεν έσκασαν από το πουθενά μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου. Πρέπει πάντα να υπάρχει γόνιμο έδαφος ώστε ένας έμπειρος πολιτικάντης όπως ο κ. Μεϊμαράκης να μπορεί να παραγνωρίζει τις ευθύνες που σηκώνει το τρίτο πρόσωπο στην ιεραρχία της ελληνικής Δημοκρατίας και να ξεφτιλίζει τον θεσμό που ο ίδιος υπηρετεί.

Το γόνιμο έδαφος δεν γίνεται γόνιμο από μόνο του. Θέλει υπομονετικό σκάψιμο, άλεσμα, ενδεχομένως κάποιο ζιζανιοκτόνο και ιδιαίτερη δουλειά. Θέλει χρόνο. Τα «γαλλικά» του κ. Μεϊμαράκη δεν είναι κάτι απόμακρο από την ελληνική επικοινωνία. Η βωμολοχία και η αγένεια είναι στοιχεία που συναντάμε καθημερινά τριγύρω μας. Η διαδικασία όμως που η γλώσσα του δρόμου έχει την ευκολία να χρησιμοποιείται και από τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι πιο σύνθετη και χρονοβόρα από την ευκολία που μία παρέα 15χρονων αποκαλεί «μαλάκα» ο ένας τον άλλο. Χρειάζεται μία αποδομημένη κοινωνία. Μία κοινωνία που έχει ισοπεδώσει τους θεσμούς οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν ως πυλώνες εγγύησης της εύρυθμης και δημοκρατικής λειτουργίας της. Θα πρέπει οι ίδιοι οι θεσμικοί λειτουργοί να μην κάνουν σωστά το λειτούργημά τους, εμπνεόμενοι από την κοινωνία που επίσης ξευτιλίζει τους θεσμούς και οι μεν να ανατροφοδοτούν τους δε.

Οι θεσμοί είναι συλλογικές οντότητες. Χρειάζονται μία ελάχιστη υποχώρηση από όλα τα μέλη μίας κοινωνίας προκειμένου να παραμένουν σεβαστοί και αντικειμενικά αλώβητοι. Να μεταλλάσσονται και να εξελίσσονται συνεχώς βάσει διαδικασιών που οι ίδιοι ορίζουν. Η σαπίλα του πολιτικού συστήματος, με το συνεχές σιγοντάρισμα των πολιτικών δυνάμεων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην απομυθοποίηση των θεσμών στα μάτια της κοινωνίας. Τα «αθώα» φάσκελα προς τη Βουλή, η διάχυτη διαφθορά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η συνεχής ατιμωρησία σε σημαντικές ή ασήμαντες παρανομίες, η διόγκωση των άκρων με αποτέλεσμα την φασιστοποίηση Δεξιάς και Αριστεράς, τα κλειστά τσιφλίκια των Πανεπιστημίων, η εξίσωση της σοβαρής επιχειρηματολογίας με την σκουπιδολογία, η διαρκής ανάδειξη ανθρωπάριων και του λόγου τους από τα mainstream ΜΜΕ, και ένα σωρό άλλες καταστάσεις που βιώνουμε εδώ και είκοσι χρόνια και κλιμακώθηκαν τα τελευταία τρία, είναι μερικοί από τους παράγοντες που αποδυνάμωσαν τους θεσμούς.

Λένε πως το χαστούκι του Κασσιδιάρη, συνοδεία του λεκτικού «παλιοκομμούνι» εκτόξευσε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Τα πραγματικά ποσοστά όμως. Χωρίς ψήφους διαμαρτυρίας και αντίδρασης στο «σάπιο πολιτικό σύστημα». Τα ποσοστά αυτών των συμπολιτών μας που την επόμενη μέρα σιγομουρμούριζαν «ε καιρός της ήταν και της Λιάνας να φάει τις μπάτσες της». Και ξαφνικά, μέσα σε μία μέρα, η βία και η αυτοδικία πήραν το πράσινο φως από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, ώστε να σπάσουν το ταμπού του φασισμού που κρατούσε δεκαετίες τώρα.

Το νεοναζιστικό κόμμα που έγινε μόδα δεν ήρθε να προτείνει κάτι νέο ή κάποια λύση για την έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση. Απλά έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και που ανεχόμαστε χρόνια τώρα. Αυτόν που ανέκαθεν είχε μία απέχθεια στους θεσμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και αυτός με τη σειρά του, κορδώθηκε, φόρεσε το τσαμπουκαλεμένο και μίζερο βλέμμα του και βγαίνει πλέον καθημερινά στις τηλεοράσεις, κάνει δημόσιες εμφανίσεις, δε δίνει λογαριασμό σε κανένα και γράφει τους θεσμούς του στο αγαπημένο του ανθρώπινο όργανο που το'χει κρυφό καμάρι.

Έτσι και ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής είδε ότι το έδαφος είναι πλέον γόνιμο ολόγυρά του, και με τη σειρά του έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά. Αυτόν που ούτως ή άλλως έκρυβε μέσα του και που είχε σαγηνέψει τους 18.326 συμπολίτες μας που τον ψήφισαν και τους 233 βουλευτές που τον εξέλεξαν Πρόεδρο της Βουλής.


(Οποιαδήποτε ομοιότητα του εικονιζόμενου με τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι συμπτωματική)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...