Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Outro

«Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα»
- Denis Diderot

Μην κοιτάς που κάθε μέρα όλοι πλακώνονται με όλους. Αν το δεις στο βάθος της υπόθεσης, όλοι βολεμένοι στις κοσμοθεωρίες τους είναι. Βρήκαν ένα πρόχειρο ιδεολογικό στρατόπεδο, απ’ αυτά τα 2-3 που κυκλοφορούν τα τελευταία 3 χρόνια και οχυρώθηκαν με περίσσια βόλεψη, πότε πετώντας βέλη και πότε ορθώνοντας ασπίδες για τα βέλη των άλλων. Σχηματίστηκαν λοιπόν οι «αριστεροί», οι «φασίστες», οι «νεοφιλελεύθεροι» και κάτι ψιλά παράγωγα και θαρρούν όλοι πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους.

Πριν καν κάνεις κλικ στο λινκ, θα δεις ποιος είναι ο δημιουργός ή ο συγγραφέας. Είναι ο «νεοφιλελεύθερος» Μανδραβέλης; Ο «αντί-καπιταλιστής» Χατζηστεφάνου; Ο «συριζαίος» Βαξεβάνης; Τότε αμέσως αμέσως, δεν χρειάζεται καν να μπεις στον κόπο να διαβάσεις. Πού καιρός για περιεχόμενο; Η σημαία είναι ήδη σηκωμένη στο αντίπαλο στρατόπεδο, οπότε επιβάλλεται επιθετική τοξοβολία. Κάπως έτσι λειτουργεί πλέον και το ελληνικό διαδίκτυο. Γράφει το ελληνάκι; Κάποιοι διαβάζουν τον «αναρχικό», άλλοι τον «λογικό», άλλοι τον «νεοφιλελεύθερο, άλλοι τον «ΓΑΠικό», άλλοι τον «θολοκουλτουριάρη», και πάει λέγοντας. Και το ελληνάκι παλιότερα έμπαινε στη διαδικασία να προσπαθεί να εξηγεί, να αποβάλλει αυτές τις ταμπέλες γιατί στο τέλος χανόταν η ουσία των γραφόμενών του. Αργότερα, διαφάνηκε απλά η ματαιότητα όλων αυτών των εξηγήσεων. Αν ο άλλος θέλει σώνει και καλά, ή έχει την ανάγκη να σε διαβάζει μέσα από συμβατικά φίλτρα που του έχουν πλάσει τα ΜΜΕ ή ο ιδεολογικός γκουρού του, τότε δικαίωμά του να το κάνει. Τί και αν εσύ κράζεις τις ταμπέλες, τα ιδεολογικά στρατόπεδα, τα δόγματα και τους δημαγωγούς. Τί και έχεις και disclaimer πρώτο πρώτο στο ιστολόγιό σου; Αυτά είναι ρητορικές πολυτέλειες την εποχή του συναισθηματικού παρορμητισμού και της συσσωρευμένης οργής.

Παλιότερα, σε εκείνο το άρθρο για τον «ομορφάντρα», της Χριστίνας Ταχιάου, που είχε ξεσηκώσει τα πλήθη του διαδικτύου, η εισαγωγή πήγαινε ως εξής: 

«Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ».

Κάπου εκεί σκάλωσα. Διάβασα και το υπόλοιπο άρθρο, κάπου συμφώνησα, κάπου διαφώνησα. Δεν έχει σημασία. Εγώ είχα κολλήσει στην πρώτη παράγραφο, και συγκεκριμένα σε εκείνο το «Άρα, το λάθος είμαι εγώ». Φαντάστηκα την αρθρογράφο, γνωρίζοντας εξ’ αρχής τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε, να ζωγραφίζει ένα στόχο στο στήθος της σα να λέει «Είπα ότι ήθελα να πω, τώρα βαράτε». Αναγνωρίζοντας εξ΄αρχής ποια «κουμπιά» του νεοέλληνα θα πάταγε και πόσο προβλέψιμη θα ήταν η αντίδρασή του.

Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια, λίγο πριν πατήσω «δημοσίευση». Γνωρίζω από την αρχή ότι θα επισκεφτούν την ανάρτηση οι κακόβουλοι, θα ψάξουν στα γρήγορα μία-δυο φράσεις που θα τους τσιτώσει, και θα αρχίσουν τα βέλη. Αντίστοιχα θα έρθουν και οι καλόβουλοι, κυρίως για να φορτώσουνε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις δικές τους φαρέτρες. Και στο τέλος πάντα καταλήγω να λέω «Ξέρεις τι; Αυτά είναι απλά προσωπικές μου αντιλήψεις. Γνωρίζω την υποκειμενικότητά τους, άρα μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά τώρα στα 37 μου, έτσι μου τα σκάει, και επειδή θέλω να τα βγάλω προς τα έξω, τα γράφω σε ένα blog. Πέρα από αυτό, χαλάρωσε…»

Η βολεμένη κοινωνία όμως δεν έχει καιρό για τέτοιου είδους χαλάρωση. Η βολεμένη κοινωνία χρειάζεται δόγματα και ιδεολογικά στρατόπεδα, για να μη δείχνει την ανασφάλειά της. Η βολεμένη κοινωνία θα εκλέξει τους πολιτικούς που την κρατάνε σε αυτή την κατάσταση ώστε να νιώθει ότι πατάει σε κάποιο θεμέλιο. Αν αυτό το θεμέλιο είναι τα φαντάσματα από έναν Εμφύλιο που τέλειωσε πριν 60 χρόνια, ας είναι. Αν είναι ο ψευτοσοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ του ’80, ας είναι. Αν είναι η άνοδος του φασισμού, νόμιμα και με τη βούλα, ας είναι και αυτό. Δε θα τα χαλάσουμε στους ορισμούς. Το βασικό είναι να υπάρχει θεμέλιο. Να υπάρχει το δίπολο του Καλού και του Κακού. Του άσπρου και του μαύρου. Της ευκολίας να ανήκεις κάπου, αντί της συνεχούς αναζήτησης, της αοριστίας, της μη ένταξης.

Οι αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο δεν αραιώνουν επειδή δεν υπάρχει κάτι για σχολιασμό από την επικαιρότητα. Ίσα ίσα. Αραιώνουν γιατί αν έπρεπε να γραφτεί κάτι, τότε θα ήταν μία ανάρτηση που μπορεί να γράφτηκε πριν 3 ή 4 χρόνια. Και η επαναληψιμότητα, για χάρη της επισκεψιμότητας δεν με αφορά ιδιαίτερα. Σε περίπου δύο μήνες, το «ελληνάκι» κλείνει πέντε χρόνια. Και αν ποτέ είχες το χρόνο και τη διάθεση να διαβάσεις κάθε μία από τις 455 αναρτήσεις του ίσως και να διαπίστωνες ότι σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα γράφονται. Με η χωρίς μνημόνιο. Με οποιαδήποτε κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Πριν και μετά την «αγανάκτηση». Πριν και μετά την είσοδο των νεοναζί στη Βουλή. Επειδή κατά κανόνα το ελληνάκι γράφει με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται και στην πραγματική του ζωή. Σκαλίζει σε βάθος μπας και κατανοήσει τις αιτίες. Με κυνισμό απέναντι στα συμπτώματα γιατί κατανοεί την δευτερεύουσα σημασία τους. Γιατί κατανοεί αυτές τις μπανάλ σαχλαμάρες του Σωκράτη πως όσο πιο πολύ μαθαίνει, τόσο ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει μία.

Σε μία ανάρτηση είχα γράψει: «Ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από το τρίγωνο Εξάρχεια – Σύνταγμα – Ομόνοια ή από το ελληνικό timeline του twitter. Τα πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, οι εμπειρίες και οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις, είναι χιλιάδες φορές περισσότερες από αυτές με τις οποίες «πνιγόμαστε» καθημερινά. Κάπως έτσι απαξίωσα και τις ταμπέλες, με τις οποίες σε πρήζω κάθε λίγο και λιγάκι. Πνιγόμαστε σε μία κουταλιά μπαγιάτικη σούπα και κάθε φορά που το πολιτικό θερμόμετρο παίρνει φωτιά (sic), μαρτυρούμε τις ίδιες κλειστόμυαλες, ανιστόρητες και εγωκεντρικές απόψεις, η ζύμωση των οποίων μας έχει φέρει ως εδώ. Από πολιτικούς, «ειδήμονες», «τήλε-ευαγγελιστές», και υπερήφανους Ελληναράδες, μέχρι κάτι ένθερμους πιτσιρικάδες που ανακαλύπτουν τον τροχό και θεωρούν υποχρέωσή τους να το φωνάζουν μέσα στα αφτιά μας για χιλιοστή φορά».

Και σε μία άλλη: «Σε άλλες κοινωνίες, υπάρχει ανεκτικότητα για όλη αυτή την πανανθρώπινη σύνθεση. Στη δική μας, τα περιθώρια ανοχής είναι πολύ μικρότερα. Η υποκειμενική οπτική γωνία επισκιάζει αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό ανθρώπων. Η διαφορετικότητα πάντα ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν ανέκαθεν το πρώτο στοιχείο στις κοινωνικές μας επαφές. Υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοπολιτικοί λόγοι για αυτό και που μας διαφοροποιούν από άλλες, πιο ανεκτικές κοινωνίας, αλλά δεν αφορούν το παρόν».

Κάπως έτσι κατανόησα και  το «λάθος» που λέγαμε. Δεν υπάρχει κανένα λάθος με την κοινωνία μας. Αυτή λειτουργεί όπως λειτουργεί, με τους πολίτες της, τους πολιτικούς που εκλέγουν και τα σκεπτικά τους σε μία διαρκή ζύμωση. Με τους «πασόκους», τους «αριστερούς», τους «νεοφιλελεύθερους», τους «αντιεξουσιαστές» και τους «φασίστες». Σε ένα εσωστρεφές φάσμα ιδεολογιών που φτάνει κοντά στους δύο αιώνες τώρα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι και σε αυτό καλείται να παίξει όποιος θέλει να αναγνωρίζεται ευρέως η γνώμη του. Εγώ αδυνατώ πλέον να συνεχίσω σε αυτό το παιχνίδι. Αναγνωρίζω ότι το λάθος τελικά είμαι εγώ.


Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Intermission #74 (Amagi edition)

Από το "About" του Amagi Radio

Το Amagi Radio είναι ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο που γεννήθηκε από το «Οχ, Θε μου...», μια εκπομπή που στηρίχτηκε στους φίλους της, στη μαγεία των συνεργατών της, στην ποιότητα των καλεσμένων της και στη διαδραστικότητα που ανέπτυξε με τους ακροατές της.

Μιλάμε για θέματα πολιτιστικά, συζητάμε για πολιτική, διαφωνούμε και αναρωτιόμαστε, ακούμε μουσική και σχολιάζουμε την επικαιρότητα πάνω από δύο χρόνια τώρα — και εντέλει ήρθε η ώρα να αυτονομηθούμε και, γιατί όχι, να μεγαλώσουμε.

Μεγαλώσαμε λοιπόν.

Εκπέμπουμε πια από τον ολόδικό μας σταθμό, είμαστε όλο το εικοσιτετράωρο στον αέρα, η εκπομπή γίνεται τετράωρη, οι συνεργάτες μας αυξάνονται, νέες εκπομπές θα δημιουργηθούν σιγά-σιγά —επίσης από (πανάξιους) φίλους—, γιατί το θέλαμε πολύ, και γιατί το ζητάει και ο καιρός.

Amagi, στη γλώσσα των Σουμερίων, σημαίνει «ελευθερία». Κι άλλες γλώσσες χρησιμοποιούσαν τη λέξη πιο πριν, αλλά οι Σουμέριοι ήταν οι πρώτοι που την κατέγραψαν στην υπέροχη σφηνoειδή γραφή τους.


Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Το χέρι από το παράθυρο

Εσύ μπορεί να είσαι άνετος, κουλ και χάι, αλλά εγώ πολλές φορές δεν μπορώ να ανασάνω. Μη φανταστείς τίποτα παράνοιες, καταθλίψεις και βαθιές κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Όχι. Εγώ σχεδόν κάθε μέρα έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι που βλέπεις κι εσύ και σου είναι οικείο. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι. Το ξέρω πως θα γελάσεις, αλλά θα προσπαθήσω να σ’ το δώσω να καταλάβεις.

Πώς να το πω… Να, με τρομάζει αφάνταστα όταν βλέπω αυτό το χαλαρό χέρι που κρέμεται σαν πεθαμένο έξω από το παράθυρο του οδηγού. Ολόκληρο όμως. Από τη μασχάλη μέχρι ίσα κάτω. Λίγο πάνω από την άσφαλτο. Μερικά έχουν κι ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Δεν το μπορώ αυτό το πεθαμενατζίδικο. Με ανακατεύει η σκέψη ότι στην προέκταση αυτού του χεριού βρίσκεται ένας άνθρωπος που απαξιώνει την ασφάλεια τη δική του και των γύρω του. Που δείχνει σα να έχει πεθάνει τόσο πολύ μέσα του, που στην πρώτη ευκαιρία ρίχνει έτσι άκομψα και επιδεικτικά το αριστερό του χέρι έξω από το παράθυρο σα να σκέφτεται ότι, ακόμα και αν του έπεφτε στο δρόμο, δε θα τον ένοιαζε. Πολλές φορές φαντάζομαι αυτό το τριχωτό χέρι με τα κιτρινιασμένα δάχτυλα να δέρνει το παιδί του ή τη γυναίκα του. Να ρίχνει μούντζες. Να κοπανάει με δύναμη το τραπέζι όταν διαφωνεί. Να κουνάει επιδεικτικά το δάχτυλό του και να φωνάζει, να απειλεί, να τεντώνεται σε «ξερεισποιοσειμαιγωρεσμούς». Το βλέπεις και στο δρόμο. Συζητάει με τον συνοδηγό, και το χέρι πότε κοπανάει στην πόρτα, πότε τεντώνεται οριζόντια με νευρικούς σπασμούς στην παλάμη, πότε είναι έτοιμο να σ’ αρπάξει, κι έτσι χωρίς λόγο να σε κοπανάει με δύναμη πάνω στο αμάξωμα. Να ρίχνει στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που τα εκφράζει όλα αυτά όσο καλύτερα γίνεται. Δεν έχει πολιτική ή ταξική ταυτότητα. Το βλέπεις σε Cayenne, το βλέπεις και σε κάτι σαράβαλα.

Τέτοια πράγματα. Τέτοιες εικόνες. Τέτοιες παράνοιες με αυτό το χέρι. Με φοβίζει ο τσαμπουκάς σε ετοιμότητα και ο ωχαδερφισμός που βγάζει. Αυτή η επίδειξη απάθειας που μοστράρει μπροστά στα μάτια μου προσπερνώντας με 100 χλμ./ώρα. Το ίδιο και όλοι αυτοί οι συνειρμοί που βγάζει, χωρίς καν να ξέρω τον άνθρωπο που το κρεμάει έτσι έξω από το παράθυρο.


Αυτά είναι, που λες, τα δικά μου προβλήματα. Ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε τα μνημόνια, οι αγανακτισμένοι, οι Τσολάκογλου το Δ΄ Ράιχ, οι Μπόμπολες, οι Αλαφούζοι, οι συριζοκαμμένοι, και ξέρω γω τι. Αυτό το χέρι με φρικάρει. Που, με ή χωρίς μνημόνια, εθνοπροδότες και εθνοσωτήρες, θα συνεχίσει να κρέμεται με την ίδια απάθεια για τους γύρω του. Όπως κρέμεται χρόνια τώρα, και τελευταία απλά μουντζώνει δεξιά και αριστερά μπας και εξιλεωθεί.



Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Το παγκάκι της κυρίας Δημουλά

*** UPDATE στο τέλος ***

Αναδημοσιεύω από άρθρο της LiFO:

Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται σήμερα στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.   Συγκεκριμένα γράφει:   «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων.   Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».

Το άρθρο συνεχίζει και με κάποιες εξτρά πληροφορίες, που δεν έχουν και τόση σημασία.

Η μεγαλύτερη νίκη της Χρυσής Αυγής δεν ήταν η είσοδός της στη Βουλή, αλλά η αυτόματη κατάρρευση των νεοελληνικών κοινωνικών ταμπού απέναντι στον ρατσισμό. Η ξενοφοβία, οι δηλώσεις μίσους και η απέχθεια προς το διαφορετικό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πήραν ένα γενικότερο κοινωνικό συγχωροχάρτι προκειμένου να εκφράζονται ανοιχτά, επώνυμα και από οποιονδήποτε. Είτε αμόρφωτο, είτε μορφωμένο, είτε άνθρωπο της τέχνης και των γραμμάτων.

Και παρόλο που το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει να αραιώνει όλο και περισσότερο τις αναρτήσεις του για να μην επαναλαμβάνεται συνεχώς, το θέμα της ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού θα πρέπει πάντα να παραμένει σε μία κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Διότι, όσο και αν έχουν αναλυθεί τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην «εκτόξευση» της Χρυσής Αυγής, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι η σταδιακή απορρόφηση της ρητορικής μίσους από την κοινωνία μας. Η ευρύτερη αποδοχή ότι κάπου κάπου δεν έγινε και τίποτα να πέφτει καμιά ανάποδη. Ότι δεν έγινε και τίποτα αν συνεχώς διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε Πακιστανούς, Αλβανούς και Έλληνες. Ότι έχουμε αποδεχτεί πως οι υπηρέτες του πολιτεύματος είναι όλοι διεφθαρμένοι προδότες, οπότε η λύση θα έρθει είτε από «χαρισματικούς» ηγέτες είτε από την εκτενή αυτοδικία.

Σε μία πολιτισμένη κοινωνία, η Κα Δημουλά δεν θα μπορούσε να πει αυτά που είπε, τόσο ανοιχτά και ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να βρει τον κατάλληλο διαλεκτικό τρόπο ώστε να τα εκφράσει χωρίς να βρει μία σειρά από επικοινωνιακά εμπόδια ανάμεσα στην ίδια και το κοινό της. Θα ήταν, ίσως, αδύνατο για την μέση κοινωνική συνείδηση να συνδυάσει το πνεύμα της με τα λεγόμενά της και στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλλον θα εισέπραττε αμήχανα περιπαιχτικά γέλια. 


UPDATE

Από σχόλιο αναγνώστη, ολόκληρη η ομιλία της κυρίας Δημουλά εδώ. Προκύπτουν δύο συμπεράσματα:
α) Η Κα Δαμιανίδη παραποίησε ξεκάθαρα, και προφανώς σκόπιμα, τη φράση με τα παγκάκια καθώς και άλλες προτάσεις της κυρίας Δημουλά, προσπαθώντας να προσάψει το ρατσιστικό στοιχείο σε ολόκληρη την ομιλία.
β) Η διάκριση των κατοίκων της Κυψέλης σε ξένους και Έλληνες από την κυρία Δημουλά παραμένει.

Όπως έγραψα και αλλού, η κυρία Δημουλά δεν είναι το κεντρικό θέμα της ανάρτησης αλλά η αφορμή. Το σκεπτικό και το περιεχόμενο της ανάρτησης δεν αλλοιώνονται.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Χάνοντας τον λόγο


Οι παντός τύπου κρίσεις δεν είναι ποτέ μονόπλευρες. Για να υπάρξει οικονομική, σημαίνει ότι υπάρχει κοινωνική ή πολιτική ή πολιτισμική, αλλά και διάφοροι συνδυασμοί με διαφορετικές χρονικές ιεραρχίες, όλων αυτών των τύπων˙ ανάλογα τις περιόδους, τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες, κλπ. Με τον ίδιο τρόπο, τα αποτελέσματα ενός τύπου κρίσης, μπορούν να φανούν και στα αποτελέσματα άλλων τύπων.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα φαίνεται πλέον καθημερινά και στον δημόσιο λόγο. Όχι μόνο στην ποιότητά του, αλλά και στην επιπολαιότητα του περιεχομένου του. Ίσως να έχουμε συνηθίσει πλέον στα κεφαλαία, τα greeklish, και τα ανορθόγραφα κείμενα που έχουν πλημμυρίσει το διαδίκτυο, σε τέτοιο βαθμό, που στην καλύτερη περίπτωση αν δεν τα σατιρίσουμε, απλά τα προσπερνάμε. Επειδή έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Έχουν ενσωματωθεί στο σύνολο της πληροφορίας που λαμβάνουμε, χωρίς να υπάρχει κάποια τάση εξάλειψής τους. Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση πως πληθαίνουν. Πλέον είναι φυσιολογικό στην συλλογική μας ηθική να βλέπουμε έναν βουλευτή, ανεξαρτήτου πολιτικού χώρου, ή έναν καθηγητή ή ένα οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο να εκφράζεται με περιεχόμενο και λεξιλόγιο «του δρόμου». Μας είναι οικεία η μεγάλη ένταση της φωνής, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, καθώς εμμένουμε περισσότερο στην γενικότερη ένταση παρά στο διά ταύτα.

Στα μάτια μου, αυτή η υποβάθμιση του γραπτού λόγου, αποτυπώνει την γενικότερη υποβάθμιση κάθε τύπου λόγου. Δημοσίου, προφορικού, επικοινωνιακού, κλπ. Και όσοι κατηγορούμαστε για ελιτισμό, ή μορφωτικό σνομπισμό, καλούμαστε να υποβαθμίσουμε και τον δικό μας λόγο για να βρούμε μία κοινή βάση επικοινωνίας. Όπως κάποιος που γράφει σωστά, αδυνατεί να πάρει στα σοβαρά ένα κείμενο γεμάτο ορθογραφικά λάθη, ανεξαρτήτως περιεχομένου, έτσι και κάποιος που έχει μάθει να εκφέρει ορθό και επικοινωνιακό λόγο, δηλαδή αφήνοντας περιθώρια διαλόγου και αμοιβαίας επιχειρηματολογίας, χωρίς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με κάποιον «ανορθόλογο». Και αυτές οι αδυναμίες δεν είναι τόσο περιπτώσεις σνομπισμού, όσο διαφορετικού τρόπου σκέψης που δεν μπορεί να βρει κοινές βάσεις με άλλους. Άλλωστε, ο απώτερος σκοπός ενός διαλόγου ή δημοσίου λόγου είναι η αμοιβαία και εις βάθος κατανόηση και η ζύμωση ιδεών για την παραγωγή νέων. Ο ποιοτικότερος λόγος δεν εξασφαλίζει απαραίτητα αυτή τη συνθήκη, αλλά σίγουρα κινείται προς αυτή πιο άμεσα και πιο αποδοτικά.

Τα τελευταία τρία χρόνια, η οικονομική κρίση, ανέδειξε την πολιτική κρίση, που ανέδειξε την κοινωνική, και αυτή με τη σειρά της, την διαλεκτική. Μοιάζει με μία ατελείωτη ανατροφοδοτούμενη λούπα. Όσο πέφτει το βιοτικό επίπεδο, τόσο απαξιώνεται η κοινωνία ως οντότητα που θα πρέπει να έχει απαραίτητα συλλογικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα υπό την αμοιβαία συμφωνημένη λειτουργία των θεσμών. Και όσο απαξιώνεται η κοινωνία, τόσο απαξιώνονται οι τρόποι με τους οποίους η ίδια η κοινωνία επικοινωνεί, συνδιαλέγεται και συναλλάσσεται.

Σε ατομικό επίπεδο, όμως, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί δικαιολογία. Η απαξίωση του λόγου δεν είναι άλλοθι για προσωπική απαξίωση και μικρότερη διαλεκτική προσπάθεια. Όπως και η απαξίωση των θεσμών δεν σημαίνει αυτόματα και την κατάργησή τους. Τουναντίον, όλες αυτές οι καταστάσεις δείχνουν την μεγαλύτερη ανάγκη που προκύπτει, ώστε να ενισχυθεί η ποιότητα του λόγου, της επικοινωνίας και εν τέλει του πραγματικού διαλόγου.


Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

f(x) = 1/x


"What the human being is best at doing is interpreting all new information so that their prior conclusions remain intact." – Warren Buffett

Οι άνθρωποι τρελαίνονται για ταμπέλες. Έχουν αυτή την εγκεφαλική διεργασία, που προφανώς εξυπηρετεί εξελικτικούς μηχανισμούς επιβίωσης, να προσπαθούν μέσα στο μικρότερο χρονικό διάστημα να έχουν σχηματίσει την καλύτερη δυνατή εικόνα για τα μούτρα του άλλου. Μπαίνουν έτσι στην απλοϊκότητα της διεργασίας όπου πασχίζουν να κατατάξουν 85 δισεκατομμύρια νευρώνες μέσα σε τέσσερεις – πέντε χαρακτηρισμούς και ταμπέλες που έχει επινοήσει ο ίδιος ο άνθρωπος, όσο πιο γρήγορα μπορούν και κάνοντας τις ανάλογες εκπτώσεις. Στην πολιτική, στη δουλειά, στις παρέες, στις πνευματικές αναζητήσεις, στις σεξουαλικές προτιμήσεις και στη δημιουργικότητα, θα έρθει ο άσχετος Χ από το πουθενά για να σε εντάξει στο αυστηρό ιδεολογικό πλαίσιο του μικρόκοσμου των δικών του 85 δισεκατομμυρίων νευρώνων.

Τις έχω δει τις παγίδες που κρύβονται πίσω από αυτή την, φυσική κατά τ’ άλλα, ανθρώπινη εγκεφαλική διεργασία, και έτσι προτιμώ την δυσκολία που κρύβεται πίσω από την χρονοβόρα και πολυσύνθετη αποδόμηση όσων περισσότερο λεπτομερειών γίνεται. Και βέβαια δεν ξεμπερδεύω ποτέ. Κάθομαι και σκαλίζω μυαλά, βγάζω συμπεράσματα που μετά αναθεωρώ, για να καταλήξω σε μία ακόμα πιο πλήρη εικόνα που μετά φυσικά πάλι αναθεωρώ κ.ο.κ. Η εικόνα που σχηματίζω για τους άλλους μοιάζει περισσότερο με τη συνάρτηση f(x) = 1/x. Είτε στα αρνητικά, είτε στα θετικά, δεν αγγίζω ποτέ τους ιδεατούς άξονες σκέψης και συναισθημάτων του άλλου. Απλά τα προσεγγίζω όσο πιο καλά μπορώ, γνωρίζοντας την ανθρώπινη αδυναμία μου της πλήρους κατανόησής τους και ενδεχομένως γνωρίζοντας τελικά πολλά περισσότερα για τον μικρόκοσμο του άλλου.

Το όλο πράγμα όμως δεν πήγαινε σ τα δικά μου μυαλά, αλλά περισσότερο για να εκφράσω την απορία μου για τη σιγουριά των πάντων για τα πάντα. Πόσο μάλλον για τη σιγουριά και τους χαρακτηρισμούς απέναντι σε άγνωστους ή ανθρώπους από τους οποίους έχεις δει μόνο το 0,01% του κόσμου τους. Κάπου μέσα σε αυτή τη σιγουριά κρύβεται συνήθως και η υπεροψία. Και κάπου εκεί παίζουν παιχνίδι η βεβαιότητα και η ισχυρογνωμοσύνη που έχουν θωρακίσει πλέον όλα τα βλέμματα. Κάπως έτσι βγαίνουν τα βιαστικά συμπεράσματα, λαμβάνονται οι βιαστικές αποφάσεις και τελικά η καθημερινότητα καταλήγει μία συνεχής διαμάχη με κάτι αόριστες ιδέες και ανύπαρκτα φαντάσματα. Κάπως έτσι περνάνε και τα χρόνια, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.


Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Οι δικοί σου νεκροί και οι δικοί μου


Η φωτογραφία που έχει κατακλύσει τα social media τις τελευταίες δύο ημέρες είναι όντως σοκαριστική. Ένα μωρό που προσπαθεί να θηλάσει τη νεκρή μητέρα του. Οι πληροφορίες για την ιστορία πίσω από τη συγκεκριμένη φωτογραφία είναι λίγο συγκεχυμένες. Κάποια sites γράφουν για Βιρμανία, άλλα για περιστατικό στη Σρι Λάνκα. Δεν έχει σημασία. Το θέμα της φωτογραφίας είναι το ένα και το αυτό. Το ίδιο και το κείμενο που συνοδεύει την εν λόγω φωτογραφία:

«3 Αμερικανοί σκοτώθηκαν χθες και όλος ο κόσμος ήξερε γι 'αυτούς.
Χιλιάδες βασανίζονται και δολοφονούνται κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο στη Βιρμανία, την Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ...
Αλλά ποιος νοιάζεται

Μάλιστα, αν και το κείμενο έχει την χαρακτηριστική νεοελληνική κομπλεξική χροιά, και ομολογώ πως προέτρεξα να το εκλάβω ανάλογα, φαίνεται τελικά πως είναι αντιγραφή από άλλο που έχει γραφτεί στα αγγλικά και έχει κατακλύσει και τα social media άλλων χωρών.

Θα ήθελα λοιπόν να σηκωθώ λίγο όρθιος και να επικαλεστώ το δικαίωμά μου να νοιάζομαι τόσο για τους χιλιάδες θανάτους και βασανισμούς όσο και για τους 3 νεκρούς της Βοστώνης. Και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια ένταση και την ίδια οργή. Με το ίδιο συναίσθημα για τους άδικους θανάτους που προήλθαν από τα ίδια αρρωστημένα μυαλά, αλλά που βρίσκονται μέσα στα κεφάλια διαφορετικών ανθρώπων.

Διότι το ανθρώπινο μυαλό είναι ένα. Και οι κτηνωδίες που έχουν τελεστεί ιστορικά και συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να τελούνται, από το ίδιο μυαλό προέρχονται. Ανεξαρτήτως φυλής, έθνους, θρησκείας, πολιτικού ή οικονομικού συστήματος. Έχουμε πλέον τις ιστορικές γνώσεις, αλλά και τις ψυχαναλυτικές ικανότητες ως είδος για να κατανοήσουμε πως οι φρίκες που μπορεί να εκτελέσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος ποτέ δεν έκαναν διακρίσεις σε τέτοιες επίπλαστες κατηγορίες.

Γι’ αυτό και για κάθε αντι-αμερικάνικό σου κόμπλεξ, μπορώ να σου τρίψω στη μούρη ένα αντι-μουσουλμανικό, ή ένα αντι-κομμουνιστικό, ή ένα αντι-ναζιστικό, ή ένα αντι-σοσιαλιστικό, ή ένα αντί-τρομοκρατικό, και πάει λέγοντας, κόμπλεξ δικό μου. Αλλά επειδή η ανουσιότητα και η ρητορική ανακύκλωση σε μία τέτοια διαμάχη είναι τόσο ξεκάθαρη, προφανώς και ποτέ δε θα μπορούσα να βγάλω ένα τέτοιο κόμπλεξ που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε φτωχούς, πλούσιους, χριστιανούς, μουσουλμάνους, άθεους, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, Αμερικάνους, Πακιστανούς, Αφγανούς, Παλαιστίνιους, ομοφυλόφιλους, ετερόφυλους, καπιταλιστές, σοσιαλιστές, κουστουμάτους, λέτσους και ένα κάρο άλλους διαχωρισμούς που έχει επινοήσει το ίδιο μυαλό που σου έλεγα πιο πάνω.

Ίσως, πάλι οι περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν και, ενδόμυχα να θέλουν αυτούς τους διαχωρισμούς. Είτε για να ενισχύουν τις ιδεολογίες τους, είτε για να βγάζουν το κόμπλεξ που πάλι έλεγα πιο πάνω. Ο Diderot είχε πει: «Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα». Και επειδή τελικά όλες οι νοητικές μας διεργασίες που μας οδηγούν σε συμπεράσματα και ανάλογες πράξεις φιλανθρωπίας ή απανθρωπιάς, βήματα είναι, προσέχετε λίγο αυτά τα βήματα που προηγούνται του φανατισμού. Διότι, εσκεμμένα ή μη, ενδεχομένως να τα «περπατάτε» μέσα σας.


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Υποκρισία είναι...


Να προσάπτεις ταξικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά στη μάχη μεταξύ των αναγκαίων ανατροπών και του σάπιου κατεστημένου.

Να παθιάζεσαι τόσο πολύ περιβαλλοντικά με αυτό που συμβαίνει στις Σκουριές, σε μία χώρα που έχει ήδη καταστραφεί και συνεχίζει να καταστρέφεται περιβαλλοντικά από άκρη σε άκρη από τους ίδιους τους κατοίκους της.

Να κλείνεις ένα portal με αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο, και να μιλάς για νίκη της Δημοκρατίας.

Να αγνοείς τα εκατό στραβά του σπιτιού σου και να κραδαίνεις το δάχτυλο σε έναν άγνωστο ξένο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ σου.

Να αναζητάς συνεχώς τη στήριξη του Κράτους την ώρα που το μουντζώνεις σε κάθε ευκαιρία.

Να βλέπεις όλη αυτή τη σαπίλα που συνεχίζει να αναδύεται καθημερινά από τα σωθικά της κοινωνίας και να προσπαθείς να μας πείσεις ότι η σαπίλα απλά δημιουργήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια.

Να μιλάς για λαϊκό συμφέρον την ώρα που υπερασπίζεσαι τα «κεκτημένα» συμφέροντα των λίγων.

Να αναζητάς τη νομιμότητα, εθελοτυφλώντας στην παρανομία των δικών σου πεπραγμένων.

Να λες "φασίστες κουφάλες, έρχονται κρεμάλες".

Να λες "εδώ γίνεται το Χ, το Ψ σε πείραξε;"

Να πιάνεις στο στόμα σου λόγια σπουδαίων ανθρώπων, χωρίς καν να καταλαβαίνεις τι σημαίνουν.

Να χρησιμοποιείς πολιτική ρητορική του αποτυχημένου συστήματος για να εμπνεύσεις τις ανάγκες πολιτικής σκέψης του παρόντος.

Να κατακρίνεις προτάσεις χωρίς να μπορείς να διατυπώσεις ούτε μία για τις δικές σου θέσεις.

Να μιλάς για κοινωνική αλληλεγγύη, την ώρα που στάζεις με μίσος προς την κοινωνία.

Ο κοινωνικός διασυρμός δεν θα επέλθει από την οικονομική κατάρρευση, αλλά από την αδυναμία να αναγνωρίσει ο καθένας μας τον υποκριτή μέσα του. Την αδυναμία να συμφωνούμε σε στοιχειώδη, αλλά και να διαφωνούμε σε μία δημιουργικά αναδυόμενη βάση. Αυτή η εμμονή στην άρνηση, την ισοπέδωση και το παθιασμένο μίσος, σύντομα θα αναγκάσει την πραγματικότητα να μας γνέφει περιπαικτικά καθώς απομακρύνεται από το κεφάλι του καθενός μας. Η άρνηση που καλά κρατεί εδώ και δύο αιώνες σχεδόν τώρα και που με κάθε κρίση βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναδεικνύει τις αδυναμίες μας ως κοινωνία. Άλλωστε, μέσα στην παράκρουση, ο διάλογος παύει να αποτελεί μέσο επικοινωνίας, και τον ρόλο του αναλαμβάνουν άλλα μέσα. Αυτά που βλέπουμε συνεχώς να πληθαίνουν γύρω μας.


Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Συστημικοί αντισυστημικοί


Το τοπικό ειδησεογραφικό-wannabe blog κάνει μία παράκληση προς τον Δήμο και την Τροχαία. «Σταματήστε να κόβετε κλήσεις στα διπλοπαρκαρισμένα και παράνομα σταθμευμένα ΙΧ, μπας και κινηθεί η αγορά στα μπαράκια, τις καφετέριες και τα μαγαζιά. Δείξτε συμπόνια στους δοκιμαζόμενους από την κρίση πολίτες». Δεν έχει σημασία ποιο είναι το blog, ούτε σε ποιο Δήμο απευθύνεται. Το blog είναι ο νεοέλληνας, που εδώ και 3 χρόνια δεν έχει καταλάβει, ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, τι συμβαίνει και προσπαθεί πάλι να βρει την δικαιολογία της λαϊκής υποστήριξης, με την οποία θα τη βγάλει καθαρή.

Είναι το σκεπτικό που ακόμα δεν μπορεί να κατανοήσει σε τι εξυπηρετεί ο νόμος και κατά προέκταση το πρόστιμο, εκτός από τον περιορισμό της ατομικής αυθαιρεσίας. Αν με ρώταγες ποιο ήταν το γεγονός της τελευταίας 3ετίας που απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι σε κοινωνικό και κρατικό επίπεδο έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να νοικοκυρευτούμε κοινωνικά, και κατά προέκταση οικονομικά, θα σου απαντούσα τον «αντικαπνιστικό νόμο» με τα παρελκόμενά του. Από τον ωχαδερφισμό και ατομικισμό του καπνιστή, μέχρι την κουτοπονηριά του μαγαζάτορα, και την απαξίωση των αρχών, μέχρι τα μικροσυμφέροντα που αντικρούονται από τον συγκεκριμένο νόμο. Διότι, αν η κατανόηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι τελικά αδύνατη να συμβεί στη συλλογική και ατομική συνείδηση, καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να συλληφθούν παρεμφερείς έννοιες που απαιτούν κοινή κοινωνική συνοχή και προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Η κατανόηση των αναγκών του άλλου, και κατά προέκταση ο συνειδητός περιορισμός της δικής μας αυθαιρεσίας είναι το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε κοινωνική συνοχή. Οι Έλληνες οδηγοί συνεχίζουν να μην ανάβουν τα φώτα τους στα τούνελ, αλλά ακόμα και αν έβαζες ένα περιπολικό στην άκρη κάθε τούνελ για να κόβει πρόστιμα, θα ήταν αδύνατο για την απαίδευτη και ακαλλιέργητη συνείδηση να κατανοήσει τον λόγο για το συγκεκριμένο πρόστιμο. Αυτή με τη σειρά της θα ψάξει να βρει καταφύγιο στον όχλο ή στο χάιδεμα των αφτιών που προσφέρει ο φτηνός λαϊκισμός. Καταφύγια που έχουν κατακλείσει πλέον την επικράτεια της χώρας.

Δεν είναι ο νόμος που είναι υπεράνω όλων. Ο νόμος όμως είναι που θα πρέπει να εκφράζει το αποτέλεσμα της συλλογικής ευθύνης και της ανάλυσης που αρμόζουν σε σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Δεν μπορεί να είναι η καταστρατήγηση του νόμου από κράτος και κοινωνία ο τρόπος για την βελτίωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά η βελτίωση του νόμου ώστε σε κάθε αναθεώρηση να γίνεται όσο πιο δίκαιος και ορθολογικός γίνεται. Διαφορετικά, σίγουρα ο καθένας από εμάς έχει τη δική του ερμηνεία για το κοινωνικό γίγνεσθαι και επειδή αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο σε νομοτελειακό βαθμό, θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουμε εφαρμόζοντας τις καλοπροαίρετες, κατά τ’ άλλα, υποκειμενικές μας ερμηνείες. Διαφορετικά, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ευαγγελίζονται πως οποιαδήποτε αντισυστημική αντίδραση είναι θεμιτή διότι επιτίθεται στο σάπιο σύστημα, με την ίδια λογική θεμιτή είναι και η δράση Πχ της Χρυσής Αυγής. Τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι που κάνουν αδύνατο για τον προαναφερθέντα νεοέλληνα να κατανοήσει σε τι ωφελεί ο περιορισμός της αυθαιρεσίας του. Και φυσικά είναι πολύ βολικό όταν οτιδήποτε αντιδραστικό μπορεί να βαφτιστεί αυτόματα επαναστατικό.

Στην Ελλάδα η αυθαιρεσία, ο ατομικισμός και η ασυδοσία είναι το σύστημα. Το κατεστημένο. Η ρίζα πολλών κρίσεων κοινωνικών και οικονομικών.  Άρα επαναστατικό και αντισυστημικό επί της ουσίας είναι οτιδήποτε φθείρει αυτά τα τρία σε κοινωνικό επίπεδο. Ότι χρώμα και αν έχει η σημαία που κραδαίνεις, εφόσον οι ιδέες και οι πράξεις σου δεν φθείρουν αυτά τα τρία, είναι εξ ορισμού συστημικές και σε πλήρη εναρμόνιση με τη σαπίλα του συστήματος που υποτίθεται πως πολεμάς. Γι’ αυτό δίνω και τόση σημασία στα «μικρά πράγματα». Διότι αυτά είναι που πλαισιώνουν ολόκληρη την καθημερινότητά μας, τις ιδέες και τις πράξεις μας. Αυτά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζει η πολιτική αυθαιρεσία, ο φασισμός και ο επικίνδυνος λαϊκισμός.


Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Κάτι δικά μου, κυπριακά

«Το πρόβλημα δεν είναι οι άγνωστοι Κυπρολόγοι, αλλά οι γνωστοί κοπρολόγοι».
– Αύγουστος Κορτώ.


Πράγματα που μου επιβεβαίωσαν / δίδαξαν (διαγράψτε κατά προτίμηση), τα πρόσφατα γεγονότα με την Κύπρο:

  • Η συναισθηματική πολιτική δεν έχει καμία επαφή με την πραγματικότητα. Εξυπηρετεί μόνον εκείνα τα επιφανειακά σημεία της πολιτικής που χαϊδεύουν αφτιά χωρίς να μεταφέρουν κάποια ουσιαστικότερη πληροφορία πιο μέσα από αυτά.
  • Μπορείς να ασκείς συναισθηματική πολιτική μόνο όταν απευθύνεσαι σε όχλους και όχι  σε άτομα. Οι όχλοι πάντα ήταν επιρρεπείς σε συναισθηματικές πολιτικές. Τα άτομα, από την άλλη μπορούν να διακρίνουν τον δογματισμό πίσω από αυτές.
  • Ο ρομαντισμός δεν έχει πεθάνει. Απλά δεν μπορεί να ασκείται σε κοινωνικό επίπεδο. Ο ρομαντισμός είναι ανθρώπινο στοιχείο, όχι κοινωνικό. Η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να νιώθει γεμάτος συναισθηματικά, πνευματικά και εγκεφαλικά δεν αφορά την κοινωνία, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο. Κατ’ επέκταση όταν προσπαθείς να μετουσιώσεις μία προσωπική έκσταση πατριωτισμού, ή συναισθηματικής άμυνας στις ανάγκες μίας ολόκληρης κοινωνίας, το σίγουρο είναι ότι θα φας τα μούτρα σου. Όχι από κάποιον εκδικητικό αντίπαλο, αλλά από την ίδια την πραγματικότητα που δεν κατανοεί την έννοια του πατριωτισμού.
  • Η πραγματικότητα δεν κατανοεί επίσης κοινωνικές έννοιες όπως ισότητα, αδελφοσύνη ελευθερία και αλληλεγγύη. Αυτά είναι ανθρώπινα τερτίπια, για τα οποία ευτυχώς (ή δυστυχώς για αρκετούς), η Ευρώπη έχει κάνει βήματα για να τα συστηματοποιήσει ώστε να τα εξασφαλίζει για τις κοινωνίες της.
  • Κάπως έτσι, οι ρομαντικοί φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα και οι ρομαντικοί αριστεριστές του 20ου, αδυνατούν να εντάξουν την ιδεολογία τους στο πραγματιστικό πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Έτσι αντιδρούν σαν ένα παιδί που ξέρει πως πάντα θα είναι πιο αδύναμο από τον γονιό του. Παραλογίζονται και προσπαθούν να παίξουν το παιχνίδι σε άλλο επίπεδο. Μακριά από τους όρους της πραγματικότητας. Σε μέρη που θαρρούν πως αυτοί έχουν το πάνω χέρι. Πχ, ιδεολογίες, εικασίες, υποκειμενικές απόψεις καμουφλαρισμένες ως αντικειμενικές και ουτοπικές περιγραφές.
  • Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει ξεφύγει και από τα πιο ασταθή οικονομικά μοντέλα που θα μπορούσε να αναπτύξει ο καλύτερος οικονομολόγος. Η προσπάθεια απλούστευσης μίας τόσο πολυεπίπεδης σύνθεσης οδηγεί απλά σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, κάποιοι αναγκάζονται να εφαρμόσουν την προαναφερθείσα τακτική «του παιδιού».
  • Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προσπαθεί επίσης να κατανοήσει τον ρόλο της μέσα σε αυτό το παγκοσμιοποιημένο παιχνίδι. Όχι ενιαία, αλλά ως σύνολο Κρατών που κατά βάθος το καθένα κοιτάει το συμφέρον του. Γι’ αυτό έχουν δίκιο όσοι φωνάζουν χρόνια τώρα ότι εφόσον δεν υπάρξει πρώτα ευρωπαϊκή πολιτική ενοποίηση, δεν μπορεί να υπάρξει οικονομική.
  • Οι δηλώσεις του συνόλου των ελληνικών κομμάτων, αλλά κυρίως των αυτοχαρακτηριζόμενων αντιμνημονιακών, ήταν τόσο παράλογες και εκτός πραγματικότητας, λες και οι δηλούντες είχαν ξεχάσει τι είχαν δηλώσει μία μέρα πριν ακριβώς. Με την τρικομματική κυβέρνηση να πετάει άσκοπους πατριωτικούς θούριους, την αξιωματική αντιπολίτευση να ακυρώνει τις ίδιες της τις θέσεις για το θέμα των τραπεζικών καταθέσεων και τους εθνικιστές να φαντασιώνονται πάλι σενάρια με το Δ’ Ράιχ (sic), ένας παρατηρητής του πολιτικού σκηνικού της προηγούμενης εβδομάδας θα έπρεπε απλά να σταματήσει να παρατηρεί πριν αρχίσει να θεωρεί πως χάνει τα λογικά του. Εκτός βέβαια αν είχε συνηθίσει ο εγκέφαλός του στην ξενοφοβική συνομωσιολογία των τελευταίων τριών ετών.
  • Κανένα οριζόντιο μέτρο δεν είναι δίκαιο. Αυτά είναι κατάλοιπα του ολοκληρωτισμού που επέβαλλε ο υπαρκτός Σοσιαλισμός. Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο σφάλμα του πρώτου Eurogroup. Εκεί βγήκαν στην επιφάνεια αυτά τα προαναφερθέντα στοιχεία που δείχνουν ότι η οικονομική Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να περάσει πρώτα από την πολιτική.
  • Ίσως το βασικότερο: Δεν υπάρχουν εναλλακτικοί «Σαμαρείτες». Ούτε Ρώσοι, ούτε Κινέζοι, ούτε οι «σύντροφοι» λατινοαμερικανικών χωρών. Υπάρχουν μόνο κοινωνικές και οικονομικές δυναμικές, καθώς και οικονομικά συστήματα που είναι πολύ σύνθετα για οποιονδήποτε να τα ελέγξει. Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κοινωνίες, οριοθετημένες ή μη από εθνικά σύνορα, καλούνται να επιβιώσουν και να ευημερήσουν. Είναι στο χέρι τους να προσαρμοστούν σε κάποιες συνθήκες ώστε να το πετύχουν, όπως στο χέρι τους είναι οι οποιοιδήποτε απαιτούμενοι διπλωματικοί ή οικονομικοί ελιγμοί. Και όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα ζουν οι εκάστοτε κοινωνίες, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητες να τα καταφέρουν. Διαφορετικά θα βαυκαλίζονται με απλοϊκή ποίηση εν μέσω πολυσύνθετων γεγονότων.





Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΣΥΡΙΖΕΛ


Πού έγκειται ακριβώς η απορία; Η «πάνω πλατεία» και η «κάτω πλατεία» αποφάσισαν να ανοίξουν κοινό μέτωπο. Πού το περίεργο; Μα δύο χρόνια τώρα κοινό μέτωπο έχουν! Έριξαν μία «αντιμνημονιακή» στάχτη πάνω σε όλες τις ιδεολογίες τους, μασκαρεύτηκαν γενικώς και αορίστως σε «αγανακτισμένους», μουντζαδόρους αντισυστημικούς εκπρόσωπους του λαϊκού αισθήματος και θεώρησαν πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους. Διαχώρισαν την κοινωνία σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς και βρήκαν την εύκολη εξήγηση στους προβληματισμούς μιας ολόκληρης χώρας.

Τί και αν κάποιοι από εμάς προβληματιζόμασταν; Τί και αν βλέπαμε ξεκάθαρα τα σημάδια πίσω από τις συναισθηματικές κραυγές και τα χαβαλέδικα λεϊζεράκια που έσκαγαν πάνω στο κτίριο της Βουλής και τις κάμερες στην οροφή του «Μεγάλη Βρετανία»; «Εθνοπροδότες» σε κρεμάλες έστηναν οι πάνω, φοιτητικές συνελεύσεις διοργάνωναν οι από κάτω. Ψάχνοντας τον ορισμό της ασάφειας απέναντι στον κοινό εχθρό. 

Το πράγμα όμως ξέφυγε. Ο κοινός εχθρός έπαψε να είναι η κυβερνητική πολιτική, και έγινε το Κοινοβούλιο, το πολίτευμα και οι θεσμοί. Ο καιρός πέρασε, οι «αγανακτισμένοι» διαλύθηκαν και το έδαφος έγινε πλέον γόνιμο για οποιαδήποτε αντιδημοκρατική, ολοκληρωτική νοοτροπία αυτοδικίας. Η ήδη πετσοκομμένη και παραπαίουσα θεσμική Δημοκρατία της σάπιας μεταπολίτευσης βάλλονταν σε κάθε ευκαιρία. Έγινε μόδα η μούντζα. Αντικατέστησε τον Λόγο. Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή. Οι «Καμμένοι Έλληνες» των οποίων ο Πρόεδρος, σε προεκλογική του συνέντευξη παραδέχτηκε ότι δεν έχουν πρόγραμμα για την Παιδεία και την Υγεία, κέρδισαν επίσης το εισιτήριο, μαζί με τον ενισχυμένο ΣΥΡΙΖΑ του οποίου τα στελέχη επιδίδονταν σε αγώνα ασυναρτησίας και παραλογισμού σε κάθε τους δήλωση.

Οι δύο «πλατείες» κατάφεραν τελικά και μπήκαν στη Βουλή και χθες ανακοίνωσαν επισήμως τους αρραβώνες τους. Το πιο αυτονόητο καπέλωμα λαϊκού συναισθηματισμού της μεταπολίτευσης στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και το μούδιασμα ορισμένων ψηφοφόρων των ΑΝΕΞ.ΕΛ. και του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον διάχυτο.

Είναι όμως λίγο αργά για μουδιάσματα. Όταν σπέρνεις αγανάκτηση εκτός θεσμικών πλαισίων, εκτός ισότιμου κοινωνικού διαλόγου και σοβαρού λόγου και σηκώνεις λάβαρα μίσους, διχασμού, ακατάσχετης συνωμοσιολογίας και αερολογίας άνευ στοιχειωδών επιχειρημάτων, τότε θερίζεις χρυσαυγίτες, Καμμένους και τσιπρόπαιδα. Και όποιοι συνεχίζουν να πιστεύουν πως οι πολιτικοί μιας χώρας είναι αυτοφυείς και αποκομμένοι από την ευρύτερη κοινωνική ψυχοσύνθεση και τις κοινωνικές ανάγκες, καλύτερα να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους.


Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Intermission #74 (Αμοιβάδα edition)



αμοιβάδα η [amiváδa] : 1.μονοκύτταρο πρωτόζωο της τάξης των αμοιβαδοειδών, το οποίο ζει στο νερό ή σε υγρά μέρη και μετακινείται με ψευδοπόδια. 2. (πληθ.) αρρώστια των εντέρων που προκαλείται από την είσοδο αμοιβάδων στον οργανισμό· αμοιβάδωση. 3. (μετ.) τιμητικός τίτλος για συγκεκριμένα πρωτόζωα που ανήκουν στο είδος Fasistopithecus Hellenaris.

[λόγ. αντδ. αμοιβ(άς) -άδα < αγγλ. amoeba (πληθ. amoebas που θεωρήθηκε θηλ. εν.) < νλατ. amoeba < αρχ.ἀμοιβή, στη σημ.: `εναλλαγή΄]

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Το κουβάρι


Αν είχαμε τον τρόπο να ανακαλύψουμε αμέσως τις παρανομίες και την ληστεία του δημόσιου χρήματος, και απεικονίζαμε για παράδειγμα τους δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς, με συγκεκριμένα άτομα, που εμπλέκονται σε διαπλεκόμενες και παραβατικές συναλλαγές σε ένα διάγραμμα ροής, θα αποτυπώναμε ένα κουβάρι χωρίς ιδιαίτερη συνοχή. Ίσως κάποιος Υπουργός με δυο-τρια έμπιστα άτομα κάτω από αυτόν, που με τη σειρά τους θα είχαν από άλλα δυο-τρία άτομα στις κατάλληλες θέσεις, στις κατάλληλες Δημόσιες Υπηρεσίες που θα κινούσαν τις κατάλληλες διαδικασίες προκειμένου να γίνει η λαμογιά. Σε άλλες περιπτώσεις, ίσως και να μην υπήρχε καν Υπουργός ή υψηλό στέλεχος. Λίγοι υπάλληλοι μόνο, πάλι στις σωστές θέσεις, με νταραβέρια ανάμεσα στο δημόσιο χρήμα και τους ιδίους ή ιδιώτες εκτός Δημοσίου. Και όλη αυτή η σχετικά ξεκάθαρη πυραμιδωτή δομή, γεμάτη μουτζούρες από χιλιάδες μικροδιαπλοκές πολιτών, απαθή βλέμματα μπροστά σε παρανομίες, «φακελάκια», γρηγορόσημα, κλεισίματα ματιών, «έχω-έναν-δικό-μου» και εκμεταλεύσεις νομικών κενών προς πάσα κατεύθυνση.

Αυτό το «κουβάρι» είναι πλέον αποδεκτό στις νεοελληνικές συνειδήσεις μας. Αυτό το «κουβάρι», που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, ούτε σε συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα, συνοδεύει την ιστορία του ελληνικού Κράτους από την ίδρυσή του. Μπορεί να έχουμε βρει στη Μεταπολίτευση ένα βολικό κατηγορητήριο για όλα τα δεινά της διαφθοράς των τελευταίων δεκαετιών, αλλά οι πολιτικές και κοινωνικές συνειδήσεις δεν πλάθονται ούτε μέσα σε μία μέρα, ούτε σε μία επταετία. Το έδαφος πρέπει να είναι γόνιμο και να καταδέχεται τέτοιες αντιλήψεις. Και το έδαφος γονιμοποιήθηκε μετά από μία μακρά συνέχεια ιστορικών και γεωπολιτικών κοινωνικών πεπραγμένων.

Αυτό το «κουβάρι» συνοδεύει ολόκληρη τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία σε σημείο που αν τη μελετήσει κανείς θα ανακαλύπτει χιλιάδες εμφυλίους πολέμους σε καθημερινό επίπεδο. Διαμάχες μεταξύ συμφερόντων, εις βάρος της κοινωνίας, εις βάρος του διπλανού, επειδή οι νόμοι τελικά δεν φτιάχνονταν πάντα για να εξυπηρετούν το Κράτος και την κοινωνία, αλλά αρκετές φορές για να εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα. Ίσως από εκεί να πηγάζει και το εθνικιστικό μας κόμπλεξ. Επειδή πάντα αποστρέφαμε το βλέμμα από τους μικρούς, διάσπαρτους, εσωτερικούς εχθρούς, οπότε έπρεπε να δημιουργήσουμε εξωτερικούς.

Τα μεγάλα λαμόγια, αυτά που έχουν τα μέσα να εμπλέκονται στις μεγάλες λαμογιές καταλήστευσης του Κράτους και ακολούθως να εξαπατούν τους συμπολίτες τους χωρίς να αφήνουν εύκολα ίχνη, γνωρίζουν πολύ καλά πώς να περιβάλλουν την εικόνα τους. Όλα θέμα image making είναι άλλωστε στη συνείδηση του μέσου Έλληνα, και εφόσον η Δικαιοσύνη και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί παραπέουν ανάμεσα σε γραφειοκρατικούς λαβύρινθους και διαβλητά νομικά πλαίσια γεμάτα παράθυρα, φυσικό είναι τα λαμόγια αυτής της κατηγορίας να γλυστράνε σαν χέλια. Πόσο μάλλον όταν η παρανομία και η λαμογιά πλαισιώνουν σχεδόν όλες τις διαδικασίες και τις νοοτροπίες σε κοινωνικό και διοικητικό επίπεδο που θα επέτρεπαν τις εκάστοτε «γλίστρες».

Το image making δημιουργείται με «λαϊκά δικαστήρια», με μόδες και με κραυγές, χωρίς καιρό για εις βάθος αναλύσεις. Το image making, δημιουργεί ιδιώτες που περιτριγυρίζονται από μία φήμη, μία αόριστη ιδεολογία, και μέσα σε αυτό το σύννεφο ζουν και συναλλάσσονται όπως τους βολεύει. Με τον τρόπο που ο Ανδρέας Παπανδρέου επικαλούνταν έναν γενικό και αόριστο Σοσιαλισμό, εκμεταλλευόμενος τα μεταχουντικά λαϊκά αισθήματα, έτσι και σήμερα άλλοι επικαλούνται φιλομνημονιακές και άλλοι αντιμνημονιακές φανφάρες για να συσπειρώσουν αισθήματα διαφόρων συχνοτήτων τριγύρω τους και μέσα σε αυτό το «σύννεφο» να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τα ατομικά και αντικοινωνικά συμφέροντά τους. Ευτυχώς όμως, οι φανφάρες συνήθως αποκαλύπτονται διότι στηρίζονται πάντα σε σαθρά θεμέλια. Και μέχρι να το συνειδητοποιήσουμε αυτό, ο καθένας ατομικά, ώστε να το προβάλλουμε και σε κοινωνικό επίπεδο, θα συνεχίζουμε να αναλωνόμαστε σε ψευδοδιλήμματα που προτάσσει ο κάθε δημαγωγός, χάνοντας την ουσία.



Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Για το Νίκο


Για τον έρωτα και τον θάνατο ίσως να έχουν γραφτεί τα περισσότερα ποιήματα και αποφθέγματα. Ίσως επειδή είναι τα δύο στοιχεία της ανθρώπινης ζωής που δεν τιθασεύονται. Το μεν σε κάνει να επιστρέφεις στην κατάσταση ζώου. Στο ένστικτο. Μακριά από λογικές και εγκεφαλικές αναλύσεις. Το δε, επειδή είναι το αναπόφευκτο. Η αυλαία. Η σκίαση των πάντων. Ίσως επειδή και τα δύο απελευθερώνουν. Σου δημιουργούν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Της αποδέσμευσης από τις σωματικές και εγκεφαλικές λειτουργίες. Το μεν προσωρινά, το δε για πάντα.

Και αν στους διαδρόμους των νοσοκομείων βλέπεις βλέμματα αγωνίας και προσδοκίας, στις κηδείες βλέπεις μισόκλειστα μάτια, υγρά και κοκκινισμένα, βλέμματα αποκαμωμένα. Το αρχέγονο αυτό τελετουργικό που για λίγη ώρα φέρνει κοντά συγγενείς, φίλους, ανθρώπους άγνωστους μεταξύ τους, με κοινό πένθος, κοινό σπαραγμό. Απελευθέρωση από τα κοινωνικά ταμπού. Απελευθέρωση από το «πρέπον». Στο ύστατο αντίο θα ακούσεις αναφιλητά γύρω από τη σιωπή του τάφου, σαν υπνωτισμένα παιδιά, χωρίς επαφή με το περιβάλλον. Επειδή για λίγες στιγμές παύει να υπάρχει το περιβάλλον και οι συγγενείς, οι φίλοι, οι άγνωστοι άνθρωποι. Η πρώτη διαθέσιμη αγκαλιά είναι η καλύτερη δυνατή παρηγοριά. Από οποιονδήποτε. Ο άγνωστος γίνεται στήριγμα, τα λόγια βγαίνουν αβίαστα. Η ανακούφιση δεν υπακούει σε κανόνες.

«Κι όμως, το πιο γλυκό βιολί το παίζει ο θάνατος» είχε τραγουδήσει ο γνωστός ποιητής, ίσως επειδή είναι το «βιολί» της αυλαίας. Η παύση μίας ολόκληρης διαδρομής δεκαετιών με πάθη, ευτυχίες, επιτεύγματα, επιτυχίες και αποτυχίες, μέσα σε μία μόλις στιγμή. Όλοι οι αγώνες, οι αγωνίες και τα άγχη ξαφνικά παύουν. Χωρίς να ρωτηθεί κανείς. Η αυτόματη και ακαριαία απώλεια. Του αδερφού, του συντρόφου, του συγγενή, του γονιού και στη χειρότερη κατάρα, του παιδιού. Όλες οι αμέτρητες ώρες με τα κοινά πάθη, τις κοινές ευτυχίες, τους κοινούς αγώνες, τα κοινά άγχη.  Ίσως επειδή επέρχεται η απελευθέρωση από το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ίσως επειδή τη στιγμή του θανάτου ενός κοντινού προσώπου, οι υπόλοιποι που συνεχίζουμε, ρίχνουμε μία φευγαλέα ματιά στο αναπόφευκτο δικό μας τέλος και νιώθουμε, παρά τη θέλησή μας, έστω και για λίγο, την απόλυτη απώλεια. Αυτή που επισκιάζει οποιαδήποτε άλλη.


Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Νέα φίλτρα


Τρέμω στην ιδέα κάποια στιγμή να σταματήσει η εξέλιξή μου˙ η εγκεφαλική, αφού η σωματική είναι προγεγραμμένη. Και λέγοντας «εγκεφαλική», μιλάω για ιδεολογίες, πολιτικές αντιλήψεις, συμπεράσματα, ευρύτερες γνώσεις και υποκειμενικές αντιλήψεις. Μιλάω για την σταδιακή επίγνωση πως όλες οι αντιλήψεις μας είναι ντε φάκτο υποκειμενικές. Την ακύρωση αυτής της βιασύνης στα 20’s μας να κατακτάμε μία «αντικειμενική» αλήθεια. Τουλάχιστον όσοι από εμάς στα 20’s μας ήμασταν ερωτευμένοι με την ιδέα αυτής της εξέλιξης.

Πιάνω τον εαυτό μου να φοβάται όλο και περισσότερο αυτούς που έχουν σταματήσει εδώ και χρόνια να επενδύουν σε αυτή την εξέλιξη. Για τα δικά τους μυαλά. Με φοβίζει ο 40άρης με μυαλά 20χρονου, όπως και ο 30άρης που είναι πιο συντηρητικός από έναν 40άρη. Ίσως επειδή διαπιστώνω ένα βραχυκύκλωμα με δύσκολη επιδιόρθωση. Ίσως επειδή προδίδεται ο άνθρωπος που κουβαλάει «αλάθητο» χαρακτήρα, που είναι από τους πιο επικίνδυνους χαρακτήρες ανθρώπου.

Για αυτή τη συνεχή εξέλιξη είχα μία γραμμικότητα κατά νου. Μία σταθερή ανοδική πορεία μέχρι το σημείο που και το πνεύμα μπαίνει σιγά σιγά στη δική του κατάσταση γήρανσης και αντικειμενικής αδυναμίας. Και όλο αυτό ήταν πολύ όμορφα και «αντικειμενικά» πλασμένο μέσα μου. Μέχρι που πριν ένα χρόνο και κάτι από τώρα έγινα γονιός. Και οι ευθύνες της δικής μου εξέλιξης για λίγο κατακερματίστηκαν. Η γραμμικότητα έσπασε και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η αντίληψη της πραγματικότητας άρχισε να φιλτράρεται πρώτα μέσα από τις αισθήσεις του παιδιού μου.

Ξαφνικά, οι προβληματισμοί μου για την ποιότητα της κοινωνίας μας άρχισαν να εστιάζουν στην ποιότητα της κοινωνίας που θα βιώσει η κόρη μου. Η ανάγκη για τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία δεν ήταν πλέον ένας γενικός σκοπός που θα συνέβαλλε στην ποιότητα της κοινωνίας, αλλά ειδικός: ένα άγχος για το ποιόν του δασκάλου που θα διδάσκει τον κόσμο στο παιδί μου. Την εκπαιδευτική ύλη, τις προπαγάνδες των μαθημάτων της ιστορίας και των θρησκευτικών. Τον ξεπεσμό των ελληνικών Πανεπιστημίων. Τα περιεχόμενα των μαθημάτων που διαπλάθουν την αντίληψη ενός νέου ατόμου στην σάπια κοινωνία μας. Όλα αυτά που εγώ ούτως ή άλλως έπρεπε να παλέψω μόνος μου για να ανατρέψω και τελικά τα κατάφερα μετά από πολύ εξωσχολικό κόπο και χρόνο.

Η έγνοια για το πολιτικό σύστημα, αν με προβλημάτιζε μία φορά, πλέον με προβληματίζει πέντε. Μία ημέρα πριν τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, είχα γράψει:

«Η αυριανή βραδιά δεν θα είναι ευχάριστη. Ανεξαρτήτως ποσοστιαίας πρωτιάς, θα δούμε την λαϊκή νομιμοποίηση της συντήρησης, της ξενοφοβίας, του υπερεθνικισμού, της ανευθυνότητας, του λαϊκισμού, της εθνικής απομόνωσης και της βίας.

Δεν τρέφω πια αυταπάτες για την κατάντια μας, και επειδή όλα αυτά θέλουν πολλά χρόνια για να απαλειφθούν, από αύριο θέλω να εστιάσω στην κόρη μου. Να της εξηγήσω πως αν και η δική μου γενιά τα σκάτωσε και είναι υπεύθυνη για το μέλλον της, αυτή θα πρέπει να πάρει πολλά εφόδια για να ανταπεξέλθει στην εξέλιξή της και αν είναι δυνατόν, όταν μεγαλώσει να ψάξει μία καλύτερη κοινωνία για να φτιάξει τη δική της ζωή.

Κυρίως όμως, όταν φτάσει στην κατάλληλη ηλικία θα πρέπει να της εξηγήσω ότι στην Δημοκρατία, ανεξαρτήτου αποτελέσματος, οι αποφάσεις της κοινωνίας πρέπει να είναι σεβαστές και ότι αν θέλει να φτιάξει κάτι διαφορετικό, θα πρέπει να "πολεμάει" πάντα στα πλαίσια σεβασμού αυτών των αποφάσεων».

Αυτό το «φίλτρο» των σκέψεων και των ιδεών μέσα από τα μάτια ενός άλλου ανθρώπου είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα εξελικτικά άλματα στη ζωή κάποιου. Και θεωρώ τυχερούς όσους γονείς και παιδιά μπορούν να βιώνουν αυτή την αντίληψη σε αμοιβαίο επίπεδο. Θεωρώ ότι είναι το σπουδαιότερο χάρισμα για την στήριξη ενός ανθρώπου από τη στιγμή που γεννιέται μέχρι να φτάσει στην ενηλικίωση όπου θα πρέπει να έχει τα κατάλληλα εφόδια. Και ο διαχωρισμός του πλέον ενήλικα από τους δύο ενήλικες γονείς του να γίνει με σιγουριά και αισιοδοξία. Χωρίς δράματα, αλλά με τις αμφισβητήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η νέα γενιά σε πιο ώριμα θεμέλια.


Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Intermission #73 (Λαζάνια edition)


...είπε και βροντοφώναξε, ανάμεσα σε όλα τα άλλα περί δοσιλογοπροδοτοαντιμνημονιακών σαλατικών, ο Πρόεδρος του 7,51% των Ελλήνων ψηφοφόρων, την ώρα που συμβαίνει αυτό...


... ενόσω αυτός...


... μας προειδοποιεί ότι όπου να'ναι τα ΜΑΤ θα μπουν στα σπίτια μας (με αυτό ακριβώς το βλέμμα), την ώρα που αυτοί...


...προσπαθούν με νύχια και με δόντια να προστατεύσουν το σάπιο σύστημα που εξυπηρετεί τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα των πελατών - ψηφοφόρων τους.

Και μετά εσύ ψάχνεσαι στα social media και τους δρόμους να βρεις αφορμή για σοβαρή πολιτική συζήτηση. Και αναρωτιέσαι τί συμβαίνει στη χώρα όπου περίπου 5.500.000 συμπολίτες σου στηρίζουν αυτό το σκηνικό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...