ελληνάκι, το [eliˈnakʲi] (αντιθ. Ελληναράς), 1.αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή που ανήκει στο ελληνικό έθνος και που είναι υποχρεωμένος να ανέχεται Ελληναράδες. 2. αυτός που έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα και αυτό δεν το θεωρεί προτέρημα σε σχέση με ιθαγενείς ή υπηκόους άλλων κρατών.
[λόγ. < αρχ. *Ελλην, αιτ. -άκι]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα νεοελληνικά ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα νεοελληνικά ντοκουμέντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010
Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010
Κυριακή 29 Αυγούστου 2010
Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






