Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Το χέρι από το παράθυρο

Εσύ μπορεί να είσαι άνετος, κουλ και χάι, αλλά εγώ πολλές φορές δεν μπορώ να ανασάνω. Μη φανταστείς τίποτα παράνοιες, καταθλίψεις και βαθιές κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Όχι. Εγώ σχεδόν κάθε μέρα έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι που βλέπεις κι εσύ και σου είναι οικείο. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι. Το ξέρω πως θα γελάσεις, αλλά θα προσπαθήσω να σ’ το δώσω να καταλάβεις.

Πώς να το πω… Να, με τρομάζει αφάνταστα όταν βλέπω αυτό το χαλαρό χέρι που κρέμεται σαν πεθαμένο έξω από το παράθυρο του οδηγού. Ολόκληρο όμως. Από τη μασχάλη μέχρι ίσα κάτω. Λίγο πάνω από την άσφαλτο. Μερικά έχουν κι ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Δεν το μπορώ αυτό το πεθαμενατζίδικο. Με ανακατεύει η σκέψη ότι στην προέκταση αυτού του χεριού βρίσκεται ένας άνθρωπος που απαξιώνει την ασφάλεια τη δική του και των γύρω του. Που δείχνει σα να έχει πεθάνει τόσο πολύ μέσα του, που στην πρώτη ευκαιρία ρίχνει έτσι άκομψα και επιδεικτικά το αριστερό του χέρι έξω από το παράθυρο σα να σκέφτεται ότι, ακόμα και αν του έπεφτε στο δρόμο, δε θα τον ένοιαζε. Πολλές φορές φαντάζομαι αυτό το τριχωτό χέρι με τα κιτρινιασμένα δάχτυλα να δέρνει το παιδί του ή τη γυναίκα του. Να ρίχνει μούντζες. Να κοπανάει με δύναμη το τραπέζι όταν διαφωνεί. Να κουνάει επιδεικτικά το δάχτυλό του και να φωνάζει, να απειλεί, να τεντώνεται σε «ξερεισποιοσειμαιγωρεσμούς». Το βλέπεις και στο δρόμο. Συζητάει με τον συνοδηγό, και το χέρι πότε κοπανάει στην πόρτα, πότε τεντώνεται οριζόντια με νευρικούς σπασμούς στην παλάμη, πότε είναι έτοιμο να σ’ αρπάξει, κι έτσι χωρίς λόγο να σε κοπανάει με δύναμη πάνω στο αμάξωμα. Να ρίχνει στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που τα εκφράζει όλα αυτά όσο καλύτερα γίνεται. Δεν έχει πολιτική ή ταξική ταυτότητα. Το βλέπεις σε Cayenne, το βλέπεις και σε κάτι σαράβαλα.

Τέτοια πράγματα. Τέτοιες εικόνες. Τέτοιες παράνοιες με αυτό το χέρι. Με φοβίζει ο τσαμπουκάς σε ετοιμότητα και ο ωχαδερφισμός που βγάζει. Αυτή η επίδειξη απάθειας που μοστράρει μπροστά στα μάτια μου προσπερνώντας με 100 χλμ./ώρα. Το ίδιο και όλοι αυτοί οι συνειρμοί που βγάζει, χωρίς καν να ξέρω τον άνθρωπο που το κρεμάει έτσι έξω από το παράθυρο.


Αυτά είναι, που λες, τα δικά μου προβλήματα. Ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε τα μνημόνια, οι αγανακτισμένοι, οι Τσολάκογλου το Δ΄ Ράιχ, οι Μπόμπολες, οι Αλαφούζοι, οι συριζοκαμμένοι, και ξέρω γω τι. Αυτό το χέρι με φρικάρει. Που, με ή χωρίς μνημόνια, εθνοπροδότες και εθνοσωτήρες, θα συνεχίσει να κρέμεται με την ίδια απάθεια για τους γύρω του. Όπως κρέμεται χρόνια τώρα, και τελευταία απλά μουντζώνει δεξιά και αριστερά μπας και εξιλεωθεί.



Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Το παγκάκι της κυρίας Δημουλά

*** UPDATE στο τέλος ***

Αναδημοσιεύω από άρθρο της LiFO:

Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται σήμερα στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.   Συγκεκριμένα γράφει:   «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων.   Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».

Το άρθρο συνεχίζει και με κάποιες εξτρά πληροφορίες, που δεν έχουν και τόση σημασία.

Η μεγαλύτερη νίκη της Χρυσής Αυγής δεν ήταν η είσοδός της στη Βουλή, αλλά η αυτόματη κατάρρευση των νεοελληνικών κοινωνικών ταμπού απέναντι στον ρατσισμό. Η ξενοφοβία, οι δηλώσεις μίσους και η απέχθεια προς το διαφορετικό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πήραν ένα γενικότερο κοινωνικό συγχωροχάρτι προκειμένου να εκφράζονται ανοιχτά, επώνυμα και από οποιονδήποτε. Είτε αμόρφωτο, είτε μορφωμένο, είτε άνθρωπο της τέχνης και των γραμμάτων.

Και παρόλο που το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει να αραιώνει όλο και περισσότερο τις αναρτήσεις του για να μην επαναλαμβάνεται συνεχώς, το θέμα της ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού θα πρέπει πάντα να παραμένει σε μία κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Διότι, όσο και αν έχουν αναλυθεί τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην «εκτόξευση» της Χρυσής Αυγής, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι η σταδιακή απορρόφηση της ρητορικής μίσους από την κοινωνία μας. Η ευρύτερη αποδοχή ότι κάπου κάπου δεν έγινε και τίποτα να πέφτει καμιά ανάποδη. Ότι δεν έγινε και τίποτα αν συνεχώς διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε Πακιστανούς, Αλβανούς και Έλληνες. Ότι έχουμε αποδεχτεί πως οι υπηρέτες του πολιτεύματος είναι όλοι διεφθαρμένοι προδότες, οπότε η λύση θα έρθει είτε από «χαρισματικούς» ηγέτες είτε από την εκτενή αυτοδικία.

Σε μία πολιτισμένη κοινωνία, η Κα Δημουλά δεν θα μπορούσε να πει αυτά που είπε, τόσο ανοιχτά και ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να βρει τον κατάλληλο διαλεκτικό τρόπο ώστε να τα εκφράσει χωρίς να βρει μία σειρά από επικοινωνιακά εμπόδια ανάμεσα στην ίδια και το κοινό της. Θα ήταν, ίσως, αδύνατο για την μέση κοινωνική συνείδηση να συνδυάσει το πνεύμα της με τα λεγόμενά της και στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλλον θα εισέπραττε αμήχανα περιπαιχτικά γέλια. 


UPDATE

Από σχόλιο αναγνώστη, ολόκληρη η ομιλία της κυρίας Δημουλά εδώ. Προκύπτουν δύο συμπεράσματα:
α) Η Κα Δαμιανίδη παραποίησε ξεκάθαρα, και προφανώς σκόπιμα, τη φράση με τα παγκάκια καθώς και άλλες προτάσεις της κυρίας Δημουλά, προσπαθώντας να προσάψει το ρατσιστικό στοιχείο σε ολόκληρη την ομιλία.
β) Η διάκριση των κατοίκων της Κυψέλης σε ξένους και Έλληνες από την κυρία Δημουλά παραμένει.

Όπως έγραψα και αλλού, η κυρία Δημουλά δεν είναι το κεντρικό θέμα της ανάρτησης αλλά η αφορμή. Το σκεπτικό και το περιεχόμενο της ανάρτησης δεν αλλοιώνονται.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...