Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Το ηθικό πλεονέκτημα του ρουσφετιού

Με ένα μακροσκελές κείμενο, ο γραμματέας νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Ιάσονας  Σχινάς-Παπαδόπουλος, «απαντάει» στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» που έβγαλε στη φορά το διορισμό συγγενών του στο Δημόσιο. Για την ακρίβεια, μας αναλύει για ποιο λόγο αυτός και το σόι του αξίζουν να στέκονται σε περίοπτες θέσεις στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς, χωρίς να μας εξηγήσει φυσικά πώς αυτό συνεπάγεται σε αξιοκρατικό διορισμό στο Δημόσιο. Εν τέλει, αποφεύγει να μας απαντήσει για τα καθεαυτό ρουσφέτια.

Το θράσος και τα τεράστια κενά λογικής του μικρού Ιάσονα δεν ξεπήδησαν από το πουθενά. Καλλιεργούνται χρόνια τώρα, εν μέσω της κυριαρχίας του παραλογισμού, του συναισθηματισμού και της δημόσιας υποβάθμισης της λογικής και του ορθολογισμού. Εγώ θεωρώ ότι ο μικρός Ιάσονας δεν λέει ψέμματα. Δεν προσπαθεί να κρύψει κάτι. Απαντά, με την ηθική και τις αξίες που μεγάλωσε. Σαν ένας κακομαθημένος άχρηστος που αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του όταν κάποιος του τις δείχνει κατάμουτρα. Ο μικρός Ιάσονας, δεν έμαθε ποτέ του να συντάσσει ένα κείμενο της προκοπής, οπότε στην «απάντησή» του μαρτυρούμε ένα κλασσικό εφηβικό κατεβατό που ξεκινάει με μία ιστορική αναδρομή ποινικοποίησης της περιόδου της «ευημερίας» και μετά ξεφεύγει σε ένα συναισθηματικό, οργισμένο παραλλήρημα, σχεδόν αστείο σε αρκετά σημεία που θα ζήλευε κάθε τσαντισμένο 15χρονο.

Αυτό όμως, με χαροποιεί ιδιαίτερα γιατί, διαβάζοντας την «απάντησή» του, με εξόργισε τόσο πολύ, που μου δίνει το δικαίωμα να του απαντήσω στον ίδιο συναισθηματικό, δραματικό και άνευ ουσίας τόνο.

Άκου λοιπόν μικρέ Ιάσονα. Στις καταλήψεις του 1991, τότε που εσύ ήσουν τριών χρονών, κι εγώ μέλος 15μελούς και κατέβαινα για πρώτη φορά σε πορεία στο κέντρο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από τέτοιες καταστάσεις. Γνώρισα λοιπόν καθηγητές που είχαν να πατήσουν στο σχολείο χρόνια, αλλά όντες μαχητικοί συνδικαλιστές, είχαν εξασφαλισμένο το μηνιάτικο μισθό τους (εις βάρος όλων των φορολογούμενων) έχοντας χάσει όμως κάθε επαφή με την επιστήμη τους. Αυτοί οι απίθανοι τύποι λοιπόν, όποτε έπαιρναν εντολή από το Κόμμα, εμφανίζονταν ως δια μαγείας από το πουθενά με σκοπό να διαταρράξουν την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Αυτοί, πούλαγαν παραμύθια σε εμάς, κι εμείς με τη σειρά μας, κάναμε κατάληψη. Μας βοηθούσαν να συντάξουμε και 1-2 χαζοαιτήματα, οπότε όταν μας ρώταγε κανείς, την παπαγαλία την είχαμε στο τσεπάκι.

Επειδή λοιπόν, από τόσο μικρή ηλικία κατάλαβα ότι αυτό παίζει και στο Πανεπιστήμιο, αλλά και στην μετέπειτα επαγγελματική ζωή, αποφάσισα να πάω να σπουδάσω έξω. Όχι ως υπεράνω ή επειδή είχα την ωριμότητα της απόφασής μου. Απλά επειδή αυτό που ήθελα να σπουδάσω το αγαπούσα πολύ, ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα το κάνω σωστά.

Από το δεύτερο έτος κι όλας, ήμουν οικονομικά ανεξάρτητος, με ένα εξαντλητικό ωράριο που συνδύαζε σπουδές, μελέτη και δουλειά για τα επόμενα χρόνια. Αξιώθηκα και μία υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές, οπότε εκείνη την χρονιά κατάφερα να είμαι λίγο πιο άνετα οικονομικά.

Επέστρεψα στην Ελλάδα την εποχή της «ευημερίας» όπως σωστά χαρακτηρίζεις κι εσύ. Τότε που ο δικομματισμός μεσουρανούσε και τα διακοποδάνεια έβγαιναν με το κιλό. Αλλά ακόμα και τότε, εμένα με χάλαγε κάτι πολύ περισσότερο από το κομματοκρατικό Κράτος και το κρατικοδίαιτο πελατολόγειό του. Με χάλαγε η έλλειψη αξιοκρατίας. Παντού όμως. Στο δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, σε χαμηλές ή ψηλές θέσεις. Μία ολόκληρη κοινωνία βουτηγμένη στην αναξιοκρατία και την αδικία. Και ακόμα περισσότερο με χάλαγαν κάποιοι συνάδελφοι που ενώ είχαν διοριστεί με μέσο, δεν είχαν την εντιμότητα να κρατάνε χαμηλό το βλέμμα. Όχι. Η αξία που πρόττασαν για τους εαυτούς τους ήταν το μέσο. «Εμένα με έφερε εδώ ο τάδε οπότε σας έχω όλους γραμμένους. Και μη μου κουνιέται και κανείς γιατί θα μιλήσω στον τάδε και θα χάσετε τη δουλειά σας».

Αυτό ονομάζεται ρουφιανιλίκι, αγαπητέ επαναστάτη του κώλου. Όχι να βγάζεις στη φόρα κάτι που ισχύει. Αλλά να χρησιμοποιείς τον γνωστό σου (συγγενή, ιδεολογικό σύντροφο, κολλητό, κλπ) για να πατήσεις εσύ πάνω στο πτώμα του άλλου. Μία μέθοδο που ο φασισμός και η δική σου ιδεολογική σαλάτα εναγκαλιάζουν εγκάρδια. Να μην χρησιμοποιείς τις γνώσεις και τις δεξιοτεχνίες σου, αλλά να τρέχεις και να κρύβεσαι πίσω από τον κομματικό νταβατζή σου, όταν η ζωή στα φέρνει λίγο πιο άβολα.

Την ώρα που ο «κατάκοπος» αδερφός σου από τις καταλήψεις, σου διάβαζε παραμυθάκια του Μαρξ για να γουστάρεις, κάποιοι ιδρώναμε σε πραγματικές σπουδές και δουλειές, προκειμένου να βάλει ο καθένας και από ένα λιθαράκι να γίνει έστω και λίγο καλύτερη αυτή η χώρα. Για να είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι και να έχουμε όρεξη και διάθεση να προσφέρουμε σε εμάς, στις οικογένειές μας και στην ευρύτερη κοινωνία μας. Αγνοώντας τα κομματόσκυλα του συναφιού σου που ανέκαθεν το μόνο που είχαν να επιδείξουν ήταν καταστροφή, μιζέρια, συντηρητισμό και οπισθοδρομικότητα. Κρυμμένα πίσω από ντουντούκες και θεωρητικά μανιφέστα επιπέδου καφενείου. Γι’ αυτό και το ιδεολογικό συνάφι σου θεωρεί «ρετσινιά» την αριστεία. Επειδή η αριστεία, ή έστω και η κοινή λογική, αναδεικνύουν το καραγκιοζιλίκι της ντουντούκας και του αποτελέσματός της.

Έτσι έρχεται η πρόοδος, η επιστημονική, η οικονομική και η κοινωνική και όχι κουνώντας το δάχτυλο, ως ένας κλασσικός, κακομαθημένος, βολεμένος, Ελληναράς, σε όσους ζητάνε δίκαιη μεταχείριση στο δικαίωμά τους για εργασία.

Το ακόμα τραγικότερο σε όλα αυτά, μικρέ Ιάσονα, είναι ότι είσαι μικρός. Ότι η δική σου γενιά, θα έπρεπε προ πολλού να είχε φτύσει την προηγούμενη για αυτό το χάλι που έχουν φτιάξει για χώρα. Και τελικά η δική σου γενιά, όχι μόνο συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγούμενων, αλλά το βελτιώνει! Το κάνει πιο ξεδιάντροπα. Πλέον, αρκεί ένας κακομαθημένος άχρηστος σαν του λόγου σου να βγει και να αποκαλέσει μαλάκες 1,5 εκατομμύριο άνεργους, μεταξύ των οποίων αρκετές χιλιάδες με πολλαπλάσια προσόντα από εσένα και το σόι σου και να μην ανοίξει ρουθούνι. Κρίμα, γιατί αν μπορούσες να συντάξεις έστω και μία πρόταση με περιεχόμενο, θα μπορούσες να αναπτύξεις αυτή την τεχνική σε ένα διδακτορικό ας πούμε και να γίνεις διάσημος. Να μάθεις και σε άλλους πολιτικάντηδες, σαν του λόγου σου, πώς γίνεται να προσβάλλεις τις σπουδές, τη δουλειά, το μόχθο και την αξιοπρέπεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και αυτοί αντί να σε πάρουν με τις πέτρες, να καταπίνουν την οργή τους. Το Κόμμα και ο Πατερούλης θα πρέπει να είναι πολύ υπερήφανοι για σένα αγόρι μου. Να σε χαίρονται.



Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Συστημικοί αντισυστημικοί


Το τοπικό ειδησεογραφικό-wannabe blog κάνει μία παράκληση προς τον Δήμο και την Τροχαία. «Σταματήστε να κόβετε κλήσεις στα διπλοπαρκαρισμένα και παράνομα σταθμευμένα ΙΧ, μπας και κινηθεί η αγορά στα μπαράκια, τις καφετέριες και τα μαγαζιά. Δείξτε συμπόνια στους δοκιμαζόμενους από την κρίση πολίτες». Δεν έχει σημασία ποιο είναι το blog, ούτε σε ποιο Δήμο απευθύνεται. Το blog είναι ο νεοέλληνας, που εδώ και 3 χρόνια δεν έχει καταλάβει, ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, τι συμβαίνει και προσπαθεί πάλι να βρει την δικαιολογία της λαϊκής υποστήριξης, με την οποία θα τη βγάλει καθαρή.

Είναι το σκεπτικό που ακόμα δεν μπορεί να κατανοήσει σε τι εξυπηρετεί ο νόμος και κατά προέκταση το πρόστιμο, εκτός από τον περιορισμό της ατομικής αυθαιρεσίας. Αν με ρώταγες ποιο ήταν το γεγονός της τελευταίας 3ετίας που απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι σε κοινωνικό και κρατικό επίπεδο έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να νοικοκυρευτούμε κοινωνικά, και κατά προέκταση οικονομικά, θα σου απαντούσα τον «αντικαπνιστικό νόμο» με τα παρελκόμενά του. Από τον ωχαδερφισμό και ατομικισμό του καπνιστή, μέχρι την κουτοπονηριά του μαγαζάτορα, και την απαξίωση των αρχών, μέχρι τα μικροσυμφέροντα που αντικρούονται από τον συγκεκριμένο νόμο. Διότι, αν η κατανόηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι τελικά αδύνατη να συμβεί στη συλλογική και ατομική συνείδηση, καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να συλληφθούν παρεμφερείς έννοιες που απαιτούν κοινή κοινωνική συνοχή και προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Η κατανόηση των αναγκών του άλλου, και κατά προέκταση ο συνειδητός περιορισμός της δικής μας αυθαιρεσίας είναι το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε κοινωνική συνοχή. Οι Έλληνες οδηγοί συνεχίζουν να μην ανάβουν τα φώτα τους στα τούνελ, αλλά ακόμα και αν έβαζες ένα περιπολικό στην άκρη κάθε τούνελ για να κόβει πρόστιμα, θα ήταν αδύνατο για την απαίδευτη και ακαλλιέργητη συνείδηση να κατανοήσει τον λόγο για το συγκεκριμένο πρόστιμο. Αυτή με τη σειρά της θα ψάξει να βρει καταφύγιο στον όχλο ή στο χάιδεμα των αφτιών που προσφέρει ο φτηνός λαϊκισμός. Καταφύγια που έχουν κατακλείσει πλέον την επικράτεια της χώρας.

Δεν είναι ο νόμος που είναι υπεράνω όλων. Ο νόμος όμως είναι που θα πρέπει να εκφράζει το αποτέλεσμα της συλλογικής ευθύνης και της ανάλυσης που αρμόζουν σε σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Δεν μπορεί να είναι η καταστρατήγηση του νόμου από κράτος και κοινωνία ο τρόπος για την βελτίωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά η βελτίωση του νόμου ώστε σε κάθε αναθεώρηση να γίνεται όσο πιο δίκαιος και ορθολογικός γίνεται. Διαφορετικά, σίγουρα ο καθένας από εμάς έχει τη δική του ερμηνεία για το κοινωνικό γίγνεσθαι και επειδή αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο σε νομοτελειακό βαθμό, θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουμε εφαρμόζοντας τις καλοπροαίρετες, κατά τ’ άλλα, υποκειμενικές μας ερμηνείες. Διαφορετικά, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ευαγγελίζονται πως οποιαδήποτε αντισυστημική αντίδραση είναι θεμιτή διότι επιτίθεται στο σάπιο σύστημα, με την ίδια λογική θεμιτή είναι και η δράση Πχ της Χρυσής Αυγής. Τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι που κάνουν αδύνατο για τον προαναφερθέντα νεοέλληνα να κατανοήσει σε τι ωφελεί ο περιορισμός της αυθαιρεσίας του. Και φυσικά είναι πολύ βολικό όταν οτιδήποτε αντιδραστικό μπορεί να βαφτιστεί αυτόματα επαναστατικό.

Στην Ελλάδα η αυθαιρεσία, ο ατομικισμός και η ασυδοσία είναι το σύστημα. Το κατεστημένο. Η ρίζα πολλών κρίσεων κοινωνικών και οικονομικών.  Άρα επαναστατικό και αντισυστημικό επί της ουσίας είναι οτιδήποτε φθείρει αυτά τα τρία σε κοινωνικό επίπεδο. Ότι χρώμα και αν έχει η σημαία που κραδαίνεις, εφόσον οι ιδέες και οι πράξεις σου δεν φθείρουν αυτά τα τρία, είναι εξ ορισμού συστημικές και σε πλήρη εναρμόνιση με τη σαπίλα του συστήματος που υποτίθεται πως πολεμάς. Γι’ αυτό δίνω και τόση σημασία στα «μικρά πράγματα». Διότι αυτά είναι που πλαισιώνουν ολόκληρη την καθημερινότητά μας, τις ιδέες και τις πράξεις μας. Αυτά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζει η πολιτική αυθαιρεσία, ο φασισμός και ο επικίνδυνος λαϊκισμός.


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Photoshop-άδες με στολή


Μέχρι πρόσφατα, τις φωτογραφίες από κακοποιημένα πρόσωπα συλληφθέντων, συνήθως τις βλέπαμε από κάποιον δημοσιογραφικό ή «περαστικό» φακό. Εξ’ ου και η αλλεργία της αστυνομίας απέναντι σε οποιοδήποτε φωτογραφικό μέσο μπορεί να καταγράψει πρόσωπα ή σκηνές που την εκθέτουν.

Με την δημοσίευση των τεσσάρων συλληφθέντων για τη διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης, μάθαμε όμως ότι αυτό το σκηνικό αλλάζει. Η ίδια η ΕΛ.ΑΣ. βγάζει φωτογραφίες από κακοποιημένους συλληφθέντες χωρίς πολλές σκέψεις. Μάλιστα οι γελοίες προσπάθειες επικάλυψης τραυμάτων με photoshop επιπέδου δημοτικού, δείχνουν την όλη προχειρότητα αλλά και το θράσος αυτής της ενέργειας.

Η ΕΛ.ΑΣ. επί της ουσίας δεν κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανε χρόνια τώρα. Σε πλήρη διάσταση με τους δημοκρατικούς θεσμούς, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις Συμφωνίες του Ελσίνκι και εν τέλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε ένα ιδεατό Κράτος δικαίου, συνεχίζει να βιαιοπραγεί, να καταπατά θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα και να αντιμετωπίζει το έργο της σαν ένα παιχνίδι βεντέτας μεταξύ παρακρατικών συμμοριών χωρίς ίχνος επαγγελματισμού. Η διαφορά είναι ότι παρά τις πρόσφατες επισημάνσεις του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και την έντονη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι μέσα στο αστυνομικό σώμα δρουν ανενόχλητα ακροδεξιά στοιχεία, παρά το γεγονός ότι οι εγκληματικές ενέργειες της συμμορίας της Χρυσής Αυγής συνεχώς αποσιωπούνται, η ΕΛ.ΑΣ. έχει αποκτήσει ξαφνικά το αυθαίρετο δικαίωμα να προκαλεί όχι μόνον τους δημοκρατικούς θεσμούς αλλά και τη νοημοσύνη της κοινής γνώμης.

Στην εποχή διόγκωσης των άκρων, εάν το Κράτος υποτίθεται ότι προφυλάσσει την αντικειμενική μετριοπάθεια των δημοκρατικών θεσμών και της Δικαιοσύνης, τότε μέχρι στιγμής χειρίζεται αυτή την διόγκωση με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Η επένδυση στην άγνοια και το «μούδιασμα» των αντανακλαστικών της κοινής γνώμης, δεν οδήγησε ποτέ σε θετικά αποτελέσματα. Και φυσικά,  εδώ ισχύει ότι ισχύει στην ήδη αυξανόμενη κοινωνική κατρακύλα προς την φασιστοποίηση κάθε έκφρασης στον δημόσιο λόγο και βίο, που έχει χιλιοειπωθεί μέσα από το παρόν ιστολόγιο: Μόνο η ενδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών μπορεί να αποτρέψει την εκτίναξη του φασισμού. Ούτε η μονόπλευρη ανάγνωση της πραγματικότητας, ούτε η μονιστική αντίληψη στη χρήση βίας. Για κάθε έκνομη πράξη που διαβάλλει ευθέως τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους θεσμούς, δημιουργείται ένας πυρήνας αντίδρασης που εν καιρώ θα χρησιμοποιήσει τα ίδια ακριβώς όπλα.



Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Τρομοκράτες συνειδήσεων


Γράφει ένας (συνομήλικος) φίλος στο status του:

«Τρομοκρατία είναι να σε διώχνουν από την δουλειά να είσαι άνεργος να σε φορολογούν για περσινά εισοδήματα , να μην έχεις καμία παροχή από το κράτος , να σε φορολογούν για το παλιό σπίτι των γονιών σου , να σε κλέβουν για το αυτοκίνητο η μηχανάκι σε δρόμους καρμανιόλες , να σε κλέβουν μονοπωλιακές εταιρίες στην χώρα με της ευλογίες της κυβέρνησης, να σε λυντσάρουν σε γραφειοκρατικά γρανάζια σε ότι θέλεις να κάνεις , να παθαίνεις στα νοσοκομεία της ανέχειας . Αυτή είναι τρομοκρατία , αυτό είναι βία όλα τα υπόλοιπα είναι αντίδραση

Για τα «παιχνίδια» με τις λέξεις και τις έννοιες, έχω τοποθετηθεί στο παρελθόν. Δεν είναι οι έννοιες που θέλω να σταθώ, ούτε να εκφράσω τη συμφωνία ή τη διαφωνία μου στο συγκεκριμένο status, αν και σίγουρα με τρώει η ανάγκη να διαχωρίσω την «τρομοκρατία» από την αδικία, τη διαφθορά, τη γραφειοκρατία, τον κρατικισμό, τη διαπλοκή, κλπ. Το διάβασα όμως και αμέσως θυμήθηκα την εφηβεία μου. Και αυτό δεν το αναφέρω υποτιμώντας με οποιονδήποτε τρόπο αυτόν που – επαναλαμβάνω – αν και συνομήλικος , καταλαβαίνω με πιο σκεπτικό το γράφει. Το αναφέρω γιατί είναι μία πρόταση που κρύβει μία πολύ μεγάλη αλήθεια στον τρόπο που η κοινωνία μας έχει καταφέρει να διαστρεβλώσει έννοιες και να δημιουργεί αδιέξοδα στις φιλοδοξίες και τα όνειρα πολλών ανθρώπων, ειδικά όταν βρίσκονται στην εφηβεία τους.

Βλέπεις, την περίοδο που ενηλικιώνεσαι σε αυτή τη χώρα, ανεξαρτήτως νοητικού ή αντιληπτικού επιπέδου, μπορείς να καταλάβεις ότι πολλά πράγματα δεν λειτουργούν σωστά και ότι στην επικοινωνία σου με τους ανθρώπους, περισσότερη πέραση έχει η φωνή παρά η επιχειρηματολογία. Ο γραφειοκρατικός λαβύρινθος που ορθώνεται μπροστά σου με τις πρώτες συναλλαγές με το Δημόσιο, η αγένεια και αυτή η αίσθηση που για όλα πρέπει να βγάλεις το φίδι από την τρύπα μόνος σου, με ανύπαρκτο Κράτος πρόνοιας και πραγματικού ενδιαφέροντος προς το άτομο, δεν είναι ευχάριστη εμπειρία. Το ίδιο ευχάριστη δεν είναι και η εικόνα που αντικρίζεις στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, όταν σύντομα ανακαλύπτεις ότι ο χώρος που θα έπρεπε να είναι χώρος έρευνας, μελέτης, στοχασμού και ελεύθερης διακίνησης ιδεών, δεν είναι παρά μία διαρκής προσπάθεια ελιγμών ανάμεσα σε επιστρατεύσεις κομματόσκυλων, φασιστοειδών στοιχείων εκτός ακαδημαϊκής κοινότητας και ενός αχταρμά πολιτικοποιημένων καθηγητών και ενός ποσοστού που θέλει να κάνει σωστά και επιστημονικά τη δουλειά του. Και μετέπειτα, με ή χωρίς πτυχίο, στην αναζήτηση εργασίας, θα αντιμετωπίσεις εργοδότες με παραξενιές, με στάση κάποιας αόριστης ανωτερότητας, με παρανομίες εις βάρος σου που θα αναγκαστείς να καταπιείς και εκμετάλλευση για την οποία δεν θα μπορείς να βρεις το δίκιο σου.

Και εκεί, σε αυτές τις περιόδους ενηλικίωσης είναι που έρχεσαι αντιμέτωπος με μία από τις μεγαλύτερες λογικές πλάνες της νεοελληνικής κουλτούρας. Πιστεύεις πως ό,τι εναντιώνεται σε αυτή την καθημερινή σαπίλα της κοινωνίας, του Ελληναρά, του Κράτους, και της εργασιακής αδικίας, είναι αυτό που είναι σωστό. Ό,τι καταδικάζει γενικά και αόριστα αυτά που σου δυσκολεύουν τη ζωή, που βάζουν πλαφόν στις φιλοδοξίες σου και που δημιουργούν μία ανυπόφορη καθημερινότητα, είναι αυτόματα σύμμαχός σου και ιδεολογικός πόλος έλξης. Το δόγμα «ή είσαι μαζί μας ή εναντίον μας», αυτό το άθλιο, μονιστικό, φασιστικό έκτρωμα του ανθρώπινου ολοκληρωτισμού, προβάλλεται πλέον σε οποιαδήποτε ιδεολογική αναζήτησή σου. Και σου γίνεται οικείο. Λειτουργείς έτσι κι εσύ ο ίδιος χωρίς να το καταλαβαίνεις. Μπαίνεις σε μία μανιχαϊστική αντίληψη της ιδεολογίας και της καθημερινότητάς σου, διαιωνίζοντας ιδεολογικά φαντάσματα του παρελθόντος. Μπερδεύεις τη διαφθορά, τον φασισμό, τον καπιταλισμό, τον σοσιαλισμό, την ανομία, τη δημοκρατία, τον φιλελευθερισμό, την ισότητα, την ελευθερία, τον νεοφιλελευθερισμό, τον συντηρητισμό, την απληστία, τη βία, την τρομοκρατία και την αδικία σε μία σαλάτα χωρίς καμία λογική συνοχή. Και πετώντας τη σαλάτα σου εδώ κι εκεί, δεξιά και αριστερά, γεμίζεις ακόμα περισσότερο τον βούρκο της κοινωνίας σου. Με την οργή που περισσεύει, πιστεύεις πως μπορείς να χτίσεις κάτι.

Ευτυχώς για την πραγματικότητα, τις ανθρώπινες κοινωνίες, και την ανθρώπινη ζωή εν τέλει, οι λογικές πλάνες που προτάσσουν οι δογματικές και ολοκληρωτικές ιδέες, κάποια στιγμή αποκαλύπτονται και οι άνθρωποι προχωράνε χωρίς τα δεκανίκια τέτοιων ιδεών. Το να ανακαλύπτεις ότι το σύστημα και η κοινωνία που ζούμε είναι σάπια, είναι το πρώτο στάδιο. Το να βρεις τον τρόπο να διώξεις την σαπίλα και την αδικία και να δημιουργήσεις κάτι καλύτερο, αποφεύγοντας δόγματα, αντιλήψεις και πρακτικές που απέτυχαν στο παρελθόν, είναι το δεύτερο στάδιο. Και φυσικά, κάτι τέτοιο είναι άθλος στο περιβάλλον και τη φασαρία που ζεις. Εκεί όμως φαίνεται η πραγματική προσπάθεια, η δυσκολία του αγώνα και η ουσιαστική επανάσταση. Τους ανθρώπους που έχουν καταφέρει να φέρουν εις πέρας αυτόν τον προσωπικό αγώνα, αρχίζεις να τους διακρίνεις μέσα στη μάζα και τελικά αποκτάς την αισιοδοξία που σου λείπει. Βλέποντας απλά, ότι υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι στην κοινωνία που ζεις. Ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, ιδεολογικών πεποιθήσεων, οικονομικής κατάστασης και επαγγελματικής ιδιότητας.

Οπότε, πάμε πάλι... 

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Οι ύστατες προσπάθειες επιβίωσης του λαμόγιου



Τον βλέπεις τον κύριο στα δεξιά; Δεν ξέρω ποιος είναι. Δεν με ενδιαφέρει να μάθω. Εσύ πιθανώς να ξέρεις. Εγώ τον είδα να ποζάρει σε διάφορα πλάνα στην τηλεόραση και να συνοδεύει τις μάχιμες δηλώσεις κάποιου άλλου «αγωνιστή» της ΠΟΕ – ΟΤΑ. Με το γνωστό απεχθές βλέμμα που κουβαλάει πάνω του όλη τη μιζέρια του πλανήτη. Με την πρώτη ευκαιρία, άρπαξε από τη γραβάτα τον Γενικό Γραμματέα του Δήμου Αμαρουσίου, είτε για να κάνει το εφέ του μπροστά στις κάμερες, είτε γιατί όντως ήθελε να εκφράσει έμπρακτα τη μιζέρια του.

Υπάρχει πλέον δεδικασμένο σε τέτοιου είδους τραμπουκισμούς. Ο «λαϊκός αγώνας» απλά σκοντάφτει πάνω σε κεφάλια και σε γραβάτες. Όπως παλιότερα «ταραχοποιοί» σκόνταφταν πάνω σε ζαρτινιέρες.

Δεν τσιμπάω πια το παραμύθι περί αίσθησης δικαίου σε τέτοια σκηνικά που κλείνουν το μάτι στους τραμπουκισμούς, όπως δεν τσίμπαγα πριν δύο χρόνια στην αθωότητα του γιαουρτιού και των «αυθόρμητων» προπηλακισμών από «απλούς» πολίτες. Φάνηκε στις εκλογές και φαίνεται καθημερινά πλέον, ποιοι επωμίζονται κέρδη από την διάχυση της κουλτούρας της οργισμένης αυθόρμητης αυτοδικίας. Φαίνεται και που πάει το πράγμα και πόσο απροκάλυπτα οι τραμπουκισμοί συμβαίνουν πλέον σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα υπό το αδιάφορο και κυνικό βλέμμα του Κράτους.

Οι απόφοιτοι Δημοτικού που προπηλάκισαν τον Γερμανό πρόξενο και που μπροστά στις κάμερες ξέρουν να πουλάνε μαγκιά και τσαμπουκά, αλλά στο εδώλιο του Δικαστηρίου κλαίγονται και δικαιολογούνται σαν κλαμένα αιδοία, είναι αυτό το είδος Ελληναρά που προσπαθεί να επιβιώσει στο νέο τοπίο. Και δεν αναφέρομαι στην πραγματική επιβίωση που καλούνται να αντιμετωπίσουν χιλιάδες οικογένειες που πλήττονται άμεσα από την κρίση. Αναφέρομαι στην πολιτική και ιδεολογική επιβίωση. Σε αυτό το λαμόγιο που είτε ως συνδικαλιστής είτε ως επιχειρηματίας έχει πελατειακές δοσοληψίες με το Δημόσιο και έχει μάθει να επιβιώνει μόνο ως παράσιτο της υπόλοιπης κοινωνίας. Ο «παράγοντας» που ξέρει μόνο τους «κατάλληλους» ανθρώπους ώστε να γλύφει ή να εκβιάζει ανάλογα για να επιβιώνει ο ίδιος και να πουλάει μούρη στην ομήγυρη του. Το ακαλλιέργητο ανθρωπάριο που δεν ξέρει καν πώς να αναλαμβάνει την στοιχειώδη ευθύνη των πράξεών του, αλλά πάντα κρύβεται πίσω από όχλους και αόριστες συνθηματολογίες.

Δες πόσο περίτεχνα παρανομούντες συνδικαλιστές και επιχειρηματίες επιπέδου Λαυρεντιάδη καλύπτονται από τους εκάστοτε πολιτικούς τους χώρους- ξενιστές. Δες με πόσο περίσσιους ελιγμούς, το πολιτικό φάσμα αναδιατάσσεται προκειμένου να κρύψει «κάτω από το χαλάκι» τα λαμόγια που εξέθρεψε. Το ΠΑΣΟΚ διαχέεται σε άλλους χώρους που φλερτάρουν με την εξουσία, ο ΣΥΡΙΖΑ μεταμορφώνεται μέσα σε μία νύχτα σε βασικό συστημικό παίκτη, ακολουθώντας πιστά τα χνάρια του «ριζοσπαστικού» ΠΑΣΟΚ των 70’s και η ΝΔ προσπαθεί να φορέσει το προσωπείο του εκσυγχρονισμού και των μεταρρυθμίσεων. Ότι προλάβει ο καθένας να επωμιστεί. Ακόμα και αν το τίμημα είναι η πλήρης απαξίωση των θεσμών και του πολιτεύματος. Η κοινωνία τροφοδοτεί το σύστημα και αυτό με τη σειρά του την κοινωνία. Είμαστε σε αρένα. Όλα επιτρέπονται.

Μοναδικό θετικό σημάδι όλων αυτών, είναι το σκάσιμο της φούσκας των Καμμένων Ελλήνων που ενδεχομένως να σηματοδοτεί την σταδιακή αποδόμηση όσων δήθεν πολιτικών βασίστηκαν στα προχειροστημένα θεμέλια του λαϊκισμού και της διάχυτης ανοησίας. Και πάλι όμως, κρατάω πολύ μικρό καλάθι.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

27η Οκτωβρίου 2012


Πράγματα που έμαθα χθες:

  • Αν έχεις καταθέσεις στο εξωτερικό, συγκαταλέγεσαι σε μία λίστα με πιθανούς φοροφυγάδες και λαμόγια, η οποία μονοπωλεί την επικαιρότητα σαν το χρυσό κατηγορητήριο για όλα τα οικονομικά εγκλήματα της μεταπολίτευσης. Άρα στην κοινή λαϊκή συνείδηση είσαι εν δυνάμει εγκληματίας.

  • Τον 21ο αιώνα, στην Ελλάδα η λέξη «διαπόμπευση» είναι ισχυρότερη από τη λέξη «δικαιοσύνη»

  • Η ελληνική Δικαιοσύνη ενεργοποιείται άμεσα όταν πρόκειται για υποθέσεις που την διαβάλλουν, αλλά προβάλλει τεράστια, χρονοβόρα γραφειοκρατικά εμπόδια σε υποθέσεις όπου κάποια συντεχνία, ή ένα λαμόγιο, ή ένα λόμπι εκτίθενται. Δεν μιλάμε πλέον για Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων, αλλά πολλών παραπάνω.

  • Είναι αδύνατον για τη μέση νεοελληνική συνείδηση να καταδικάζει ταυτόχρονα την διαπόμπευση 2059 ανθρώπων, αλλά και την άμεση ενεργοποίηση των Αρχών για τη σύλληψη του κ. Βαξεβάνη με την ταχύτητα και την οργάνωση που τους λείπει από περιπτώσεις μεγαλοεγκληματιών και διαπλεκόμενων λαμογιών. 

  • Εξίσου αδύνατον είναι να συνειδητοποιηθεί τι εστί διαπόμπευση στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Τι θα σήμαινε δηλαδή για σένα και την οικογένειά σου να βρίσκεσαι μέσα σε μία λίστα στοχοποίησης, ακόμα και αν είσαι 100% νόμιμος, φορολογικά υπεύθυνος, αλλά και ηθικά σωστός (σε αντίθεση με τις περσόνες στυλ Βουλγαράκη).

  • Το τεκμήριο της αθωότητας είναι απλά νομικός όρος, που δεν συνάδει με τη νεοελληνική ηθική. 

  • Ο άρτος και τα θεάματα πουλάνε πολύ πιο εύκολα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, από ότι στη Ρώμη του 1ου αιώνα π.Χ.

  • Η όλη ιστορία με την δημοσίευση της «λίστας Λαγκάρντ», μαζί με το τάχιστο ένταλμα σύλληψης του κ. Βαξεβάνη δείχνει περίτεχνα την ανικανότητα αντίδρασής μας μπροστά σε ζητήματα όπου το νομικό και δεοντολογικό πλαίσιο μίας κατάστασης είναι αρκετά πιο σύνθετα από μία απλή υποκειμενική γνώμη. Και σε αυτή την ανικανότητα βέβαια συμπεριλαμβάνεται και το Κράτος. Αρκεί μία ανάγνωση στο ΔΤ της ΕΛ.ΑΣ. για να καταλάβει κανείς την προχειρότητα στη συγκεκριμένη αντίδραση.

  • Είναι αδύνατο πλέον να κάνεις μία συζήτηση όπου μαζί με τον συνομιλητή σου θα ψάξετε να κατανοήσετε βαθύτερα και αντικειμενικότερα μία κατάσταση. Οι ταμπέλες και τα στρατόπεδα έχουν προσαφθεί ακόμα και πριν τελειώσει η πρώτη πρόταση του διαλόγου, ενώ η όλη συζήτηση εξελίσσεται με βάση αυτές τις ταμπέλες.

  • Η κοινωνία μας, έχει τόσο μεγάλη ανάγκη για ήρωες που είναι πλέον «λιωμένο βούτυρο στο ψωμί» του κάθε τυχαίου δημαγωγού και λαϊκιστή.



Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Επέτειοι ανοιχτών λογαριασμών


Όπως είχε παρατηρήσει η Κα Χριστίνα Κουλούρη, καθηγήτρια Νεώτερης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, «Όλες οι μεγάλες εθνικές επέτειοι στην Ελλάδα συνδέονται µε την έναρξη και όχι µε το αποτέλεσμα ενός αγώνα. Με την ικανότητα δηλαδή του έθνους να εξεγείρεται απέναντι στη σκλαβιά (25η Μαρτίου) ή τον φασισμό (28η Οκτωβρίου)» (ΠαραλλήλοΓράφος 28/10/11). 

Αντιθέτως σε άλλες δυτικές χώρες, οι εθνικές επέτειοι εστιάζουν στο αποτέλεσμα ενός αγώνα, και άρα στο νέο ξεκίνημα που ξεκόβει το παρόν από το σκοτεινό παρελθόν (ΗΠΑ, 4 Ιουλίου – Independence Day, Μ. Βρετανία, 8 Μαΐου – VE Day, Γαλλία, 14 Ιουνίου – Bastille Day, κλπ).

Εμείς γιορτάζουμε το ξεκίνημα των πολεμικών συρράξεων, άλλες κοινωνίες το τέλος αυτών και την αλλαγή προς την πρόοδο και τη σταθερότητα. Εμείς εκφωνούμε θούριους και λόγους πολεμικών ηρωισμών, ενώ αυτοί υπενθυμίζουν το «ποτέ ξανά αιματοχυσία». Εμείς αφήνουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, και αυτοί γιορτάζουν το κλείσιμο των λογαριασμών. Μία λεπτομέρεια που επί της ουσίας δεν έχει και κάποια μεγάλη σημασία, αλλά δείχνει σίγουρα την ψυχοσύνθεση της κοινωνίας μας απέναντι στην ιστορία.

Όσο έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς, αδυνατούμε να πορευτούμε συλλογικά και κυρίως να έχουμε μία ξεκάθαρη βάση επικοινωνίας και κοινωνικής συνοχής. Αδυνατούμε να δούμε τελικά τι μαθήματα έχουμε πάρει από την Ιστορία και πως τα αξιοποιούμε για την ειρήνη και την ευημερία μας. Αδυνατούμε να κατανοήσουμε, τελικά όλοι αυτοί οι αγώνες και οι θυσίες των προγόνων μας τι ακριβώς πέτυχαν και τι θεμέλια έχτισαν. Θέλουμε να έχουμε ακόμα λογαριασμούς με τους Τούρκους, τους Γερμανούς και γενικά τους ξένους, όπως και με τους δεξιούς και τους αριστερούς. Και ενώ η Γαλλία και η Γερμανία έχουν πλέον κοινά βιβλία Ιστορίας στα σχολεία τους, εμείς εκδίδουμε νέα όπου ανατροφοδοτούμε τους «λογαριασμούς». Θέλουμε να ανανεώνουμε τον φόβο μας για τους εξωτερικούς παράγοντες, αποφεύγοντας περίτεχνα την όποια αυτοκριτική και βάζοντας τελικά τους εσωτερικούς «κάτω από το χαλάκι».

Και ενώ γράφονται όλα αυτά, συνεχίζουμε να διαιωνίζουμε τη σύγχυση των ανοιχτών λογαριασμών, να εκφράζουμε την ξενοφοβία μας και να πολωνόμαστε ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά του προηγούμενου αιώνα. Ενώ γράφονται αυτά, το ελληνικό Κράτος, δια μέσου της κυβέρνησής του, ενεργοποιεί το Υπουργείο Μακεδονίας – Θράκης (το πιο άχρηστο και αναχρονιστικό Υπουργείο που επανασυστάθηκε ποτέ) προκειμένου να διοργανώσει τριήμερο στρατιωτικών και υπερπατριωτικών εκδηλώσεων στη Θεσσαλονίκη.

Αν μη τι άλλο, αν κάποιες πιο πολιτισμένες κοινωνίες έμαθαν κάτι ή τουλάχιστον πασχίζουν να μάθουν και να εμπεδώσουν, είναι ότι η Ιστορία προσφέρει πολύτιμα μαθήματα για τις υπάρχουσες και μελλοντικές γενιές. Εμείς πασχίζουμε να επαναλάβουμε τα μαθήματα στα οποία κοπήκαμε.


Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Intermission #70 (Πάτος edition)

Κράτος που συλλαμβάνει "Παστίτσιους" και αφήνει ανενόχλητους τύπους σαν τους παρακάτω δεν έχει καμία θέση, όχι μόνο στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά σε ολόκληρο τον δημοκρατικό κόσμο. Κράτος ξεφτιλισμένο, κράτος ξοφλημένο.


----------


Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η εγκαθίδρυση του Ελληναρά


Τα γλειψίματα και η εφηβική ρητορική του Προέδρου της ελληνικής Βουλής δεν έσκασαν από το πουθενά μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου. Πρέπει πάντα να υπάρχει γόνιμο έδαφος ώστε ένας έμπειρος πολιτικάντης όπως ο κ. Μεϊμαράκης να μπορεί να παραγνωρίζει τις ευθύνες που σηκώνει το τρίτο πρόσωπο στην ιεραρχία της ελληνικής Δημοκρατίας και να ξεφτιλίζει τον θεσμό που ο ίδιος υπηρετεί.

Το γόνιμο έδαφος δεν γίνεται γόνιμο από μόνο του. Θέλει υπομονετικό σκάψιμο, άλεσμα, ενδεχομένως κάποιο ζιζανιοκτόνο και ιδιαίτερη δουλειά. Θέλει χρόνο. Τα «γαλλικά» του κ. Μεϊμαράκη δεν είναι κάτι απόμακρο από την ελληνική επικοινωνία. Η βωμολοχία και η αγένεια είναι στοιχεία που συναντάμε καθημερινά τριγύρω μας. Η διαδικασία όμως που η γλώσσα του δρόμου έχει την ευκολία να χρησιμοποιείται και από τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι πιο σύνθετη και χρονοβόρα από την ευκολία που μία παρέα 15χρονων αποκαλεί «μαλάκα» ο ένας τον άλλο. Χρειάζεται μία αποδομημένη κοινωνία. Μία κοινωνία που έχει ισοπεδώσει τους θεσμούς οι οποίοι θα έπρεπε να λειτουργούν ως πυλώνες εγγύησης της εύρυθμης και δημοκρατικής λειτουργίας της. Θα πρέπει οι ίδιοι οι θεσμικοί λειτουργοί να μην κάνουν σωστά το λειτούργημά τους, εμπνεόμενοι από την κοινωνία που επίσης ξευτιλίζει τους θεσμούς και οι μεν να ανατροφοδοτούν τους δε.

Οι θεσμοί είναι συλλογικές οντότητες. Χρειάζονται μία ελάχιστη υποχώρηση από όλα τα μέλη μίας κοινωνίας προκειμένου να παραμένουν σεβαστοί και αντικειμενικά αλώβητοι. Να μεταλλάσσονται και να εξελίσσονται συνεχώς βάσει διαδικασιών που οι ίδιοι ορίζουν. Η σαπίλα του πολιτικού συστήματος, με το συνεχές σιγοντάρισμα των πολιτικών δυνάμεων ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην απομυθοποίηση των θεσμών στα μάτια της κοινωνίας. Τα «αθώα» φάσκελα προς τη Βουλή, η διάχυτη διαφθορά σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, η συνεχής ατιμωρησία σε σημαντικές ή ασήμαντες παρανομίες, η διόγκωση των άκρων με αποτέλεσμα την φασιστοποίηση Δεξιάς και Αριστεράς, τα κλειστά τσιφλίκια των Πανεπιστημίων, η εξίσωση της σοβαρής επιχειρηματολογίας με την σκουπιδολογία, η διαρκής ανάδειξη ανθρωπάριων και του λόγου τους από τα mainstream ΜΜΕ, και ένα σωρό άλλες καταστάσεις που βιώνουμε εδώ και είκοσι χρόνια και κλιμακώθηκαν τα τελευταία τρία, είναι μερικοί από τους παράγοντες που αποδυνάμωσαν τους θεσμούς.

Λένε πως το χαστούκι του Κασσιδιάρη, συνοδεία του λεκτικού «παλιοκομμούνι» εκτόξευσε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Τα πραγματικά ποσοστά όμως. Χωρίς ψήφους διαμαρτυρίας και αντίδρασης στο «σάπιο πολιτικό σύστημα». Τα ποσοστά αυτών των συμπολιτών μας που την επόμενη μέρα σιγομουρμούριζαν «ε καιρός της ήταν και της Λιάνας να φάει τις μπάτσες της». Και ξαφνικά, μέσα σε μία μέρα, η βία και η αυτοδικία πήραν το πράσινο φως από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα, ώστε να σπάσουν το ταμπού του φασισμού που κρατούσε δεκαετίες τώρα.

Το νεοναζιστικό κόμμα που έγινε μόδα δεν ήρθε να προτείνει κάτι νέο ή κάποια λύση για την έξοδο από την οικονομική και κοινωνική κρίση. Απλά έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και που ανεχόμαστε χρόνια τώρα. Αυτόν που ανέκαθεν είχε μία απέχθεια στους θεσμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις. Και αυτός με τη σειρά του, κορδώθηκε, φόρεσε το τσαμπουκαλεμένο και μίζερο βλέμμα του και βγαίνει πλέον καθημερινά στις τηλεοράσεις, κάνει δημόσιες εμφανίσεις, δε δίνει λογαριασμό σε κανένα και γράφει τους θεσμούς του στο αγαπημένο του ανθρώπινο όργανο που το'χει κρυφό καμάρι.

Έτσι και ο Πρόεδρος της ελληνικής Βουλής είδε ότι το έδαφος είναι πλέον γόνιμο ολόγυρά του, και με τη σειρά του έκλεισε το μάτι στον Ελληναρά. Αυτόν που ούτως ή άλλως έκρυβε μέσα του και που είχε σαγηνέψει τους 18.326 συμπολίτες μας που τον ψήφισαν και τους 233 βουλευτές που τον εξέλεξαν Πρόεδρο της Βουλής.


(Οποιαδήποτε ομοιότητα του εικονιζόμενου με τον Πρόεδρο της Βουλής, είναι συμπτωματική)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Άνθρωποι σκουπίδια


Δες το ντόμινο των εξελίξεων και πως ξεσκεπάζεται η νεοελληνική ξεφτίλα. Κανείς δεν θέλει ΧΥΤΑ και ανθρώπους στη γειτονιά του. Όχι ότι κι ότι ανθρώπους. Απ’ αυτούς που δεν έχουν το μπλε πλαστικοποιημένο χαρτάκι με το εθνόσημο σταμπαρισμένο στην φωτογραφία τους. Έτσι αποφάσισε το Κράτος να διαχωρίσει τους ανθρώπους που κατοικούν στη χώρα μας, και έτσι αποφάσισαν και οι τοπικές κοινωνίες να βγάλουν τον ρατσισμό τους στο γυαλί, για να τον καταγράφουν τα ΜΜΕ, κάτι τελειωμένα ειδησεογραφικά portals, και οι απανταχού τελειωμένοι Ελληναράδες.

Δες και πόσο περίτεχνα διαιωνίζεται ο μύθος του «λαθραίου» μετανάστη ως βασικός παράγοντας εγκληματικότητας στη χώρα, αποσιωπώντας τις κοινωνικές διαστάσεις, την αδιαφορία της πολιτείας και τον ρατσισμό που ξεσπάει με την πρώτη ευκαιρία. Δες με πόσο επικοινωνιακό τρόπο τονώνεται το ρατσιστικό αίσθημα του λαού από τον αρχηγό του πρώτου κόμματος των επερχόμενων εκλογών, που μιλάει για κατάργηση του μεταναστευτικού νόμου και επανακατάληψη των πόλεών μας. 

Θυμάμαι κάπου εκεί στα 90’s τον μύθο που έκρυβε η φράση «είμαστε ο πιο φιλόξενος λαός της Ευρώπης». Θυμάμαι και μία επική ομιλία του Βύρωνα Πολύδωρα που εξυμνούσε την πολυπολιτισμική ιδιοσυγκρασία μας και ανέφερε τους «σκιν χεντζ» (με τέτοια προφορά) που αλωνίζουν σε ολόκληρη την Ευρώπη εκτός από την «φιλόξενη» Ελλάδα.

Οι Αλβανοί ήταν οι πρώτοι που τάραξαν αυτή την ιδιοσυγκρασία. Επειδή όμως είμαστε συγγενείς εξ αίματος, και μιας και μας έκαναν τα μερεμέτια για μία φέτα ψωμί, δεν μπορέσαμε να τους πετάξουμε στη μούρη και πολύ ρατσισμό. Υπήρχε κάτι υποβόσκον, αλλά πάντα σε χαμηλούς τόνους. Βέβαια, τα αστυνομικά δελτία τύπου και στη συνέχεια τα ΜΜΕ, έδειξαν εξαρχής την προτίμηση να διαχωρίζουν τους εγκληματίες σε ημεδαπούς και αλλοδαπούς. Η λέξη «αλλοδαπός» ηχούσε πιο δραματικά. Συνόδευε τα μινόρε βιολιά των πανικόβλητων τηλεπαρουσιαστών, με μεγαλύτερη αρμονία. Φόβιζε περισσότερο, και όπως και να το κάνεις, έβαζε μία πιο δραματική «πιτσιλιά» στην αδιάφορη εγχώρια ενημέρωση, σε σχέση με τους βαρετούς Έλληνες εγκληματίες.

Αργότερα όμως ήρθαν πιο διαφορετικοί άνθρωποι. Πιο σκουρόχρωμοι, από άλλες ηπείρους, με διαφορετικές κουλτούρες, διαφορετικές θρησκείες. Και εκεί τσινίσαμε. Εκεί «το Πακιστανό» και ο «μαυρούλης» πήραν συγκεκριμένους ρόλους στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Ένα νέο είδος ανθρώπου δημιουργήθηκε στην ελληνική κοινωνία. Το τελευταίο, το τίποτα. Αυτό που το κάνεις ότι θες, ελαφρά τη συνειδήσει, γιατί δεν σου θυμίζει κάποιον θείο σου, ούτε έχεις την παραμικρή συγγένεια. Μυρίζουν περίεργα, γελάνε σαν ηλίθιοι, τα κάνουν όλα πρόθυμα, κανείς δεν ξέρει σε τι πιστεύουν, και πού κρύβουν τις γυναίκες τους. Η τέλεια ηθική απόσταση μεταξύ εκμετάλλευσης και ανοχής.

Τους στοιβάξαμε τριάντα τριάντα σε βρωμερές αποθήκες για να κοιμούνται το βράδυ και να σκάβουν την ημέρα, τους συνηθίσαμε ως ενοχλητικούς «υαλοκαθαριστήρες» στα φανάρια, τους βρήκαμε δικηγόρους που με ένα χιλιαρικάκι, έβγαζαν άκρη με τις δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες του Κράτους για να αναγνωριστούν ως πολίτες αυτής της χώρας.

Στο μυαλό πολλών, κατά τ’ άλλα διανοούμενων Ελλήνων, κάπως έτσι διαχωρίζεται ο νόμιμος από τον παράνομο άνθρωπο. Αν κουβαλάει ένα χαρτί με την υπογραφή ενός δημοσίου υπαλλήλου και ένα εθνόσημο σφραγίδα, είναι νόμιμος. Αν δεν το έχει είναι παράνομος. Και ως παράνομος οφείλει να σηκωθεί να φύγει από εδώ.

Το «εδώ», έχουμε δικαίωμα να το ορίζουμε μόνον εμείς. Αυτοί δηλαδή που έτυχε πριν έναν δύο αιώνες να κατοικήσουμε εδώ, εξυπηρετώντας τα τότε γεωπολιτικά συμφέροντα. Σε αυτή τη χώρα επιτρέπονται άτυπα μόνον Δεξιοί και Αριστεροί. Δηλαδή, αυτοί που έχουν εθνική/φυλετική συνείδηση, και αυτοί που έχουν ταξική. Για την ανθρώπινη συνείδηση, ουδείς λόγος. Το ίδιο και για την αυτοκριτική της κοινωνίας μας που δεν παρέχει τις αναγκαίες ευκαιρίες σε όποιον άνθρωπο θέλει να ευδοκιμήσει «εδώ», να εργαστεί αξιοπρεπώς, να κάνει οικογένεια και να της διασφαλίσει μία αξιοπρεπή διαβίωση.

Τον ρατσισμό που βιώσαν γενιές και γενιές Ελλήνων σε άλλες χώρες, τον ξεχάσαμε. Περασμένα ξεχασμένα. Τώρα ξαφνικά, αποκτήσαμε το αυτοφυές δικαίωμα να είμαστε και εμείς ρατσιστές. Δώσαμε βήμα στην ακροδεξιά προπαγάνδα και σιγά σιγά της δώσαμε και επίσημη θέση στον Δήμο Αθηναίων. Σύντομα, ίσως να την δούμε στα έδρανα της Βουλής, αν και ήδη είναι διάχυτη στον καθημερινό δημόσιο λόγο. Δελτία τύπου της Χρυσής Αυγής πλημμυρίζουν τα τοπικά ΜΜΕ και τις γειτονιές, οι απανταχού «Καμμένοι» περνάνε υπογείως την ατζέντα της ελληνικής «καθαρότητας» και περιφερειακοί σύμβουλοι κάνουν αστειάκια με «χρωμοσαμπουάν». Ουδείς μιλάει για κυρώσεις. Δεν έγινε δα και τίποτα παράνομο. Ο ρατσισμός και ο «ελληναρισμός» είναι καθ’ όλα νόμιμα.

Με την ίδια νομιμότητα, οι συντεχνίες διατηρούν τον μικρόκοσμό τους, οι τοπικές κοινωνίες παρεμποδίζουν την κατασκευή ΧΥΤΑ, και τώρα μόλις πρόσφατα αρνούνται και τα «κέντρα φιλοξενίας» μεταναστών. Η ανικανότητα του Κράτους να διαχειριστεί ένα κοινωνικό πρόβλημα, που ως δια μαγείας γίνεται φυλετικό, αφύπνισε τον ρατσισμό που πάντα είχαμε ως λαός.

«Κρατήστε τα σκουπίδια και τους ανθρώπους-σκουπίδια μακριά από την αυλή μου». 


Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Μπορείς να σκάσεις για λίγο, παρακαλώ;

Τα ξημερώματα που ανακοινώθηκαν οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής και οι σχετικοί όροι, η αριστεροδεξιά «ιντελιτζένσια» αφήνιασε. Πριν καν η Ευρώπη, ο υπόλοιπος κόσμος, οι τραπεζικοί κύκλοι, οι οικονομικοί αναλυτές, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι ειδικοί διεθνών σχέσεων προλάβουν να βγάλουν ένα-δυο στοιχειώδη συμπεράσματα για το «κούρεμα», οι απανταχού αριστεροδεξιοί Ελληναράδες είχαν βγάλει ήδη το πόρισμα, τα νούμερα, τα συμπεράσματα και μας τα έτριβαν για ώρες στα μούτρα μας. Με κεφαλαία γράμματα, με βίντεο από τη γερμανική κατοχή και με το γνωστό πάθος, την ημιμάθεια και την κατινιά που εδώ και δύο χρόνια έχει μολύνει τον δημόσιο λόγο. Άλλοι έβριζαν και άλλοι πανηγύριζαν λες και έληξε κάποιο ματς με τελικό σκορ.

Άλλωστε, δυο χρόνια τώρα δεν κάνουμε και τίποτα άλλο. Βρίζουμε ή πανηγυρίζουμε σύμφωνα με το πώς αποκωδικοποιούμε ένα σύνθετο και δυναμικό γεγονός στην μονοδιάστατη αντίληψή μας. Έχουμε μάθει πως για όλα φταίει ο Γιωργάκης, και το ΔΝΤ. Τέλος. Πριν τον Γιωργάκη όλα ήταν ρόδινα, και το αύριο είναι ένας γκρεμός, άρα τι πιο βολικό από το να καθόμαστε να γκρινιάζουμε βουτηγμένοι στον ωκεανό της μιζέριας μας; Οι πολιτικοί φταίνε για το πριν, οι πολιτικοί θα φταίνε και για το αδιέξοδο. Το μόνο που απομένει είναι να καθόμαστε δέκα ώρες την ημέρα στο διαδίκτυο και μέσω emails και κοινωνικών δικτύων, να διαφωνούμε, να βγάζουμε το άχτι μας βρίζοντας, διαδίδοντας θεωρίες συνομωσίας, φορτώνοντας με απόψεις που χαϊδεύουν τα αφτιά μας και περιμένοντας το μάννα εξ ουρανού που θα μας επιστρέψει το δικαίωμα στα διακοποδάνεια.

Κάθε σημαντικό γεγονός, το κοιτάμε με καχυποψία, και αντί να εστιάζουμε στο γεγονός, περιμένουμε κάποια ατάκα από τον τάδε ή τον δείνα για να κουτσομπολέψουμε χαιρέκακα σε κάποιο κοινωνικό δίκτυο. Πας στο γραφείο και το mailbox είναι γεμάτο chain mails με τον Γιωργάκη κρεμασμένο, τον Αντωνάκη με πιπίλα, τον Αλέξη έτσι, την Αλέκα αλλιώς και φυσικά την πιο πρόσφατη πρόβλεψη για την ημερομηνία χρεοκοπίας ή εκλογών. «Διαδώστε» αυτό, και «σοκαριστείτε» με το άλλο. Ότι κατεβάσει το κούφιο κεφάλι του κάθε Λωλοστεφανή, σκάει σαν μία σπουδαία δράση που θα γκρεμίσει το κατεστημένο και ως δια μαγείας θα εμφανίσει την λύση που δεν έχει σκεφτεί κανένας άλλος έως τώρα. «Την τάδε εβδομάδα δεν αγοράζουμε τίποτα», «την τάδε ημέρα σβήνουμε τα φώτα για να χρεοκοπήσει η ΔΕΗ», την επέτειο του «ΟΧΙ», κάνουμε πορεία μαζί με την μαθητιώσσα νεολαία. Οδηγίες για παντός τύπου σαμποτάζ εναντίον του Κράτους και της υπόλοιπης κοινωνίας που κάποιοι έκριναν ότι δεν μιζεριάζει και δεν παθιάζεται αρκετά. Βιντεάκια του Λαζόπουλου, του Τράγκα, και ποτ πουρί debtocracy – Άνθιμου – ακροδεξιών κωλοφυλλάδων και αριστερίστικων εξυπνακηδισμών, συνθέτουν πλέον τον καθημερινό σκουπιδότοπο της διαδικτυακής επικοινωνίας αλλά και των υπόλοιπων μέσων.

Οι πάλαι πότε αξιοσέβαστες εφημερίδες, ξεπέφτουν σε εσκεμμένα ψεύδη και συναισθηματισμούς για να συσπειρώσουν προς τι; Κάποια θετική δράση; Όχι. Σήμερα η μιζέρια, η τρομολαγνία και η απελπισία πουλάνε περισσότερο και από όσο πούλαγε ο υπερπατριωτισμός στις ΗΠΑ μετά την 9/11. Τα περισσότερα ΜΜΕ το γνωρίζουν και κάνουν το κομμάτι τους. Φαίνεται ότι το κάνουν μια χαρά.

Δύο χρόνια τώρα, κολλήσαμε στα στάδια της άρνησης και της οργής και ξεχάσαμε τα υπόλοιπα. Αυτά δηλαδή που επί του πρακτέου μπορούν να σημειώσουν κάποια πρόοδο ή να παράγουν έργο. Ο Φώτης Γεωργελές χρησιμοποιεί μία ωραία ορολογία. Αραιά πυκνά, μιλάει για τις «δυνάμεις της ακινησίας». Δεν έχει άδικο. Η ευκινησία, η πορεία προς τα κάπου περιλαμβάνει οπωσδήποτε έστω και μία μικρή πρέζα αισιοδοξίας, μαζί με ενέργεια για δημιουργία και ξεκόλλημα. Η προσήλωση στην μιζέρια εκτός από τον μίζερο, δεν ωφελεί ούτε τον περίγυρό του.

Σκάσε για λίγο. Ενημερώσου πιο σφαιρικά. Δες τι γίνεται δίπλα και παραδίπλα. Δες ποια είναι τα συγκρουόμενα συμφέροντα, και κυρίως άσε για λίγο την μοιρολατρία στο πρόσωπο των πολιτικών. Και αυτοί άλλωστε καθρέφτης της κοινωνίας είναι και τίποτα σπουδαιότερο. Δες πώς βοήθησες εσύ τον εαυτό σου και την κοινωνία σου σήμερα και αν σου μείνει χρόνος ασχολείσαι και με το πώς το έκαναν οι πολιτικοί. Όχι το αντίστροφο. Οι ικανοί πολιτικοί θα προκύψουν από μία υπεύθυνη κοινωνία. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Αν έχεις δουλειά, γίνε πιο παραγωγικός στη δουλειά σου, και βοήθα με κάθε τρόπο προσπάθειες κοινωνικής αλληλεγγύης. Αν δεν έχεις δουλειά, συνέχισε την προσπάθεια, δημιούργησε κάτι, δικτυώσου. Από την ακινησία και τη μιζέρια δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί κάτι. Που να χτυπιέσαι και που να βρίζεις από το πρωί μέχρι το βράδυ, δεν δημιουργείς καμία θετική προϋπόθεση. Από την αισιοδοξία και τη δράση, ενδεχομένως και να πυροδοτήσεις κάτι. 


Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Στον πάτο θα στήσουμε πανηγύρι


Φαίνεται πως έχουμε εξοικειωθεί πλέον με την εικόνα του γνωστού βυθιζόμενου καραβιού. Ο καπετάνιος το έριξε στο παγόβουνο, το πλήρωμα κάθεται και κοιτάει σαν χαζό, και οι επιβάτες χοροπηδάνε πάνω του με δύναμη για να το βουλιάξουν μια ώρα αρχύτερα. «Όλοι μαζί, η Ελλάδα μπορεί!», που λέει και το σλόγκαν γνωστού τηλεοπτικού σταθμού.

Υπάρχει ένας βασικός λόγος που η Ελλάδα τελικά δεν θα τα καταφέρει. Και αυτός δεν είναι ούτε τα Ελωχίμ, ούτε οι διάφοροι «βολικοί» εξωτερικοί παράγοντες. Απλά κανείς πλέον δεν έχει διάθεση να καταφέρει η χώρα κάτι. Υπάρχει μόνο η διάθεση να σωθεί το τομάρι του καθενός χωριστά. Αυτό που ισχύει εδώ και πολλές δεκαετίες σε αυτή τη χώρα ακόμα και σε περιόδους ευημερίας, με τα πρώτα δύσκολα ξαναβγήκε στην επιφάνεια πιο βίαια και με πιο ειλικρινές πρόσωπο. 

Τσαμπουκάδες, ψέματα, καταλήψεις, σκουπίδια παντού, ακινησία. Αυτό είναι το ειλικρινές πρόσωπο της Ελλάδας. Αυτό που τόσα χρόνια έκρυβε περίτεχνα κάτω από το χαλάκι αντί να το πετάξει στα σκουπίδια. Το κακομαθημένο παιδί που αρνείται να μεγαλώσει. Αρνείται να σταθεί στα πόδια μόνο του χωρίς τη μαμά ή το Κράτος-πατερούλη. Η συμπεριφορά «αφού μου κόβεις το κοκό, κι εγώ θα κρατάω την αναπνοή μου μέχρι να μου το δώσεις». Ή ακόμα χειρότερα, «αφού μου κόβεις το κοκό, κι εγώ δεν θα κάνω σωστά τη δουλειά μου» (ειπώθηκε από καθηγητές σχολείων). Το παιδί που προκειμένου να περάσει το δικό του θα επινοήσει θεωρίες συνωμοσίας, θα πει ψέματα, θα επενδύσει στον συναισθηματισμό, την κακομοιριά και τη μιζέρια. Ένα ολόκληρο σύστημα ήθους και αξιών στημένο πάνω σε ένα-δυο επιδόματα. Τίποτα παραπάνω. Καμία υπέρβαση, καμία προσπάθεια.

Οι ελάχιστες μειοψηφίες που ακόμα και σε αυτό το περιβάλλον προσπαθούν να εργαστούν για το κοινό καλό, απογοητεύονται. Τρέχουν σε Open Days της Αυστραλίας, καταχωρούν χιλιάδες βιογραφικά σε ξένα portals, θέλουν απλά να φύγουν από δω. Είναι σχεδόν αδύνατο πλέον να κάνεις συζητήσεις. Αυτομάτως κατατάσσεσαι σε ένα από τα δεκάδες διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα που στήθηκαν πρόχειρα μέσα σε μία νύχτα, υπό το γλυκό άκουσμα κάποιας θεωρίας συνωμοσίας ή κάποιας βολικής «πραγματικότητας». Άντε να κάνεις διάλογο μετά. Άντε να μη νιώθεις πως δεν ανήκεις σε μία συνεχώς μειούμενη μειοψηφία. 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η Δανία (του Βορρά) είχε εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο παρομοίων προβλημάτων. Εκτροχιασμό δημοσιονομικού ελλείμματος, ανεργίας, συνεχούς υποβάθμισης της απόδοσης κρατικών ομολόγων κλπ. Μέσα σε τρία χρόνια κατάφερε με εντυπωσιακό τρόπο να αναστρέψει την κατιούσα. Όχι μόνον επειδή υπήρχε κυβέρνηση με συγκεκριμένους στόχους και όραμα, αλλά επειδή πολύ σύντομα και η κοινωνία ασπάστηκε και ακολούθησε κοινούς στόχους και οράματα, για το κοινό καλό. Το ίδιο κοινό όραμα που «ανέστησε» την ισοπεδωμένη Γερμανία μετά από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, και αυτό που έχει λειτουργήσει συλλογικά σε άλλα ανεπτυγμένα κράτη.

Εδώ, αφού επιταχύνουμε τη βύθιση του καραβιού, μόλις φτάσουμε στο βυθό, θα στήσουμε και ένα άγαλμα στο Νίκο Φωτόπουλο για την εξαιρετική του κοινωνική αλληλεγγύη. Μετά, θα διακοσμήσουμε όλους τους δρόμους με σκουπίδια εις μνήμην της μεγάλης μαγκιάς που επέδειξαν οι εργαζόμενοι της ΠΟΕ-ΟΤΑ και ξεγέλασαν το νόμο. Και φυσικά, στο ψηλότερο σημείο θα σκαλίσουμε τις φάτσες των σημερινών πολιτικών αρχηγών των πέντε κοινοβουλευτικών κομμάτων, κατά τα πρότυπα του Mount Rushmore. Και αφού οχυρωθούμε ο καθένας στο καβούκι του, θα κρατάμε από μία καραμπίνα για να επιβάλλουμε τον δικό μας νόμο ο οποίος ξέρουμε πως είναι ο πιο δίκαιος και σωστός από κάθε άλλου κερατά.


Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Δύο χρόνια απραξίας


Πρόσφατα έκλεισαν δύο χρόνια από την αρχή της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και η πλειοψηφία του Τύπου, των ιστολογίων και γενικότερα των ΜΜΕ ασχολήθηκε με τον κλασσικό απολογισμό. Για μένα προσωπικά, ο συγκεκριμένος χρονικός προσδιορισμός δεν έχει κάποια σημασία. Σημασία δεν έχει τι χρώμα είναι η οποιαδήποτε κυβέρνηση, αλλά αν αυτό το χρώμα διαφοροποιείται με κάποιον τρόπο από τη γενικότερη γκριζίλα της μεταπολίτευσης (ας κρατήσουμε τη μαυρίλα ως χαρακτηρισμό για τα σκοτεινότερα χρόνια προ μεταπολίτευσης). Ή ακόμα καλύτερα, αν σε θέσεις ευθύνης βρέθηκαν έστω και για λίγο άτομα που δούλεψαν και παρήγαγαν έργο.

Τα δύο χρόνια ΠΑΣΟΚ, δεν σηματοδοτούν κάτι ιδιαίτερο πέρα από την απλή συνέχιση της ροής της νεοελληνικής ιστορίας. Η ίδια κυβερνητική ανικανότητα, η ίδια εγχώρια μιζέρια, η ίδια κρατική διαφθορά, η ίδια φοροδιαφυγή, τα ίδια λαμόγια διάχυτα σε πολιτικό και κοινωνικό σύστημα και προς έκπληξη των «επαναστατημένων νιάτων», τα ΜΑΤ βαράνε ακριβώς το ίδιο όπως βάραγαν και το ’85, και το ’95, και το 2003. Το ελληνικό Κράτος συνεχίζει ακριβώς στον ίδιο δρόμο, αγκαζέ με την κοινωνία της νεοελληνικής κουλτούρας, δηλαδή της αποποίησης ευθυνών, της έλλειψης αυτοκριτικής και της αδυναμίας αυτό-οργάνωσης.

Αυτό που διαφοροποίησε τα δύο χρόνια κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από τα προηγούμενα χρόνια, ήταν η «καυτή πατάτα» της οικονομικής φούσκας που έσκασε στα χέρια της. Τίποτα παραπάνω. Οπότε, όταν ξαφνικά μέσα σε ένα ήδη διαλυμένο κράτος συμβαίνει ένα γεγονός που απαιτεί σοβαρότητα, υπευθυνότητα και πολλή δουλειά, λογικό είναι οι αντιδράσεις τόσο της πολιτικής όσο και της κοινωνίας να είναι άστοχες και πανικόβλητες. Με ποιον μαγικό και μεταφυσικό τρόπο, ένα αποτυχημένο σύστημα εν «καιρώ ειρήνης» θα μπορούσε ξαφνικά να ανταπεξέλθει εν καιρώ κρίσης; Ειδικά όταν ο πολιτικός κόσμος αντιδρά με όρους κομματικού λαϊκισμού προ δεκαετιών και η υπόλοιπη κοινωνία με όρους κακομαθημένου 5χρονου που του τέλειωσε το παγωτό και η μαμά δεν του παίρνει άλλο.

Με ή χωρίς χρεοκοπία, με ή χωρίς μνημόνιο και με ή χωρίς ΠΑΣΟΚ, έχουμε πολύ μεγάλο δρόμο ακόμα μπροστά μας ως χώρα. Πολλοί βλέπουν στη σημερινή κρίση, την επέλαση ενός κοινωνικού και οικονομικού χάους που θα μας στοιχειώσει για πολλά χρόνια ακόμα. Μία μειοψηφία, συνεχίζει και ελπίζει πως όλη αυτή η αναμπουμπούλα, η κοινωνική αστάθεια, η πατωμένη πολιτική και η γενικότερη αναταραχή, είναι απλά τα συμπτώματα ενός λαού που δεν του αρέσει αυτό που βλέπει στον καθρέφτη. Στο χέρι του καθενός είναι να αλλάξει το πρόσωπο και τον χαρακτήρα του και όχι στο ΠΑΣΟΚ ή στο κάθε ΠΑΣΟΚ. Σε αντίθεση με τη νοοτροπία του 95% αυτής της χώρας, η ουσιώδης κριτική δεν είναι ένα αυτούσιο δικαίωμα που αποκτάται εύκολα και χωρίς κόπο. Ας γίνει ο καθένας από εμάς σωστός και μετά να απαιτήσουμε το σωστό από τον άλλο. Ας φτιάξουμε πρώτα τη δική μας οικονομία και αν και εφόσον λειτουργήσει, μετά κατηγορούμε και την παγκόσμια οικονομική κρίση, τον καπιταλισμό, κλπ. Ας μάθουμε να ψηφίζουμε αξιοκρατικά και υπεύθυνα και μετά κατηγορούμε την όποια κυβέρνηση. Το ανάποδο δεν προσφέρει τίποτα παραπάνω πέρα από όξυνση της γενικότερης ψύχωσης.


Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Το πτώμα του Κράτους ως λίπασμα

Έχει πέσει ένα γενικό μούδιασμα στη χώρα. Μουδιασμένοι πολίτες, μία κυβέρνηση σε άπραγη αμηχανία, κινήματα που απλά ξέφτισαν, άλλα που αυτοκαταστράφηκαν και γενικώς μουδιασμένη δραστηριότητα. Μια ολόκληρη χώρα (κοινωνία, πολιτικοί και κυβέρνηση) εξουθενωμένη, μετά από συνεχείς μάχες με την πραγματικότητα. Αλλά, δυστυχώς για τους ανθρώπους, και ευτυχώς για τη νομοτέλεια των πραγμάτων, η πραγματικότητα πάντα κερδίζει στο τέλος. Και όπως στη φύση τα είδη που είναι πιο προσαρμοστικά επιβιώνουν και εξελίσσονται, κάπως έτσι και οι κοινωνίες που προσαρμόζονται στην πραγματικότητα μπορούν να εξελιχθούν και να αναπτυχθούν. Οι άλλες απλά συνεχίζουν να «βρίζουν το διάολό τους», όπως λέει και ο ποιητής.

Τα μαθήματα της κρίσης δεν είναι αποκομμένα από τα παθήματα. Για κάθε κάτοικο αυτής της χώρας είναι διαφορετικά, όπως επίσης και η ερμηνεία τους. Ακόμα και σήμερα, και παρά την φιλολογία που έχει αναπτυχθεί τα δύο τελευταία χρόνια για αυτά τα μαθήματα, κάθε μέρα που η κρίση βιώνεται όλο και περισσότερο, η πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρη στα μάτια του καθενός. Σίγουρα, το πιο ασφαλές συμπέρασμα που μπορεί να βγει, είναι ότι η κοινωνική συνοχή έχει θρυμματιστεί σε πολύ μικρότερα κομμάτια από αυτά που ήταν κάποτε. Και μία θρυμματισμένη κοινωνική συνοχή μπορεί να έχει δύο καταλήξεις. Ή να αποδομηθεί ολοκληρωτικά ή σταδιακά να ξαναδομηθεί. Αλλά για να ισχύσει το δεύτερο, θα πρέπει τελικά να υπάρχουν μαθήματα για όλους, που θα συνοδεύονται με αντίστοιχες πράξεις και όχι απλή φιλολογία.

Όσο άβολο και σκληρό και αν βιώνεται, το μούδιασμα κάποια στιγμή αναγκαστικά ακολουθείται από δράση. Αλλά δράση ατομική, αποκομμένη από την κεντρική πολιτική σκηνή και τα «μαζικά» κινήματα που απέτυχαν να διατυπώσουν κάποια στοιχειώδη κοινά, μαζικά και ρεαλιστικά αιτήματα. Δράση*, υπό τη συνειδητοποίηση που έχει καθυστερήσει να έρθει στην Ελλάδα εδώ και δύο περίπου αιώνες˙ δηλαδή της αποκομμένης από το «Κράτος-πατερούλη» που καθορίζει και «προστατεύει» τις ζωές των πολιτών, αλλά συνυφασμένης με την ατομική ευθύνη και ελευθερία. Δεν αναφέρομαι στην κατάλυση του Κράτους δικαίου και κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά σε ένα Κράτος που σταδιακά θα περιοριστεί μόνο σε αυτούς τους δύο ρόλους και θα σταματήσει να επηρεάζει όλες τις πτυχές της ζωής του κάθε ατόμου.

Αυτή την περίοδο βιώνουμε όλοι τις επιπτώσεις της χρεωκοπίας του Κράτους, και της κοινωνικής ψυχοσύνθεσης που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό˙ όχι του καθενός μας χωριστά. Η συνεχιζόμενη φορολογία, οι έκτακτες εισφορές, η αδυναμία μείωσης δαπανών και στοιχειώδους διοίκησης και οι τσάτρα-πάτρα πολιτικές λύσεις της τελευταίας στιγμής, είναι σημάδια αυτής της χρεωκοπίας, τα οποία αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε και όσοι ήμασταν σωστοί όλα αυτά τα χρόνια απέναντι στο Κράτος και την υπόλοιπη κοινωνία˙ η μειοψηφία που ήταν έξω από το φαυλοκρατικό σύστημα που «τα έτρωγε μαζί με τον κ. Πάγκαλο». Ήρθε η στιγμή που ο μύθος του «Κράτους-πατερούλη» κατέρρευσε τελικά και σε αυτή τη χώρα. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσουμε τις πτυχές αυτού του μύθου, τόσο πιο γρήγορα θα μπορέσουμε μέσω της αυτοκριτικής και της ατομικής ευθύνης, να δραστηριοποιηθούμε έμπρακτα και προσωπικά για να ξαναφτιάξουμε μία πιο δίκαιη και δημοκρατική συλλογικότητα. Διαφορετικά, η πραγματικότητα έχει και άλλες εναλλακτικές, οι οποίες όμως μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερες από το παρόν.

* Όσο ειρωνικό και αν ακούγεται, και παρά το φιλελεύθερο στοιχείο αυτής της παραγράφου, η επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης «Δράση» δεν αποσκοπεί σε κανέναν συνειρμό με τον ομώνυμο πολιτικό σχηματισμό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...