Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Αγαπητή Σέχτα...(sic)

Η αλήθεια είναι ότι κάποτε θαύμαζα την 17Ν, καθώς και όλη αυτή την ιδέα γύρω από τον «αντάρτη πόλης». Αυτός ο ανώνυμος ταλαίπωρος, που ήταν πνιγμένος από την αδικία, την ανισότητα, την εκμετάλλευση, τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τα αλαζονικά αφεντικά, τα αμόρφωτα φασιστοειδή που κατέκλυζαν το αστυνομικό σώμα, και όλο αυτό το πλαστικό και ψεύτικο lifestyle. Αυτός που η φωνή του πνιγόταν μέσα σε έναν οχετό από άχρηστη φανφαρολογία, οπότε αναγκαζόταν να διαφύγει στις συνοπτικές διαδικασίες. Να επιλέξει το επόμενο θύμα και να το δολοφονήσει. Μετά, έκλεισα τα 15...

Την διάβασα την προκήρυξη, όπως και κάθε προκήρυξη που βγαίνει μετά από ένα νεκρό. Γεμάτη ιδέες, θυμό και σε ορισμένες περιπτώσεις με αλήθειες. Όμως όσες σελίδες και αν γραφτούν σε μία τέτοια προκήρυξη, ακόμα και αν είναι γεμάτες αλήθειες, πίσω από τις λέξεις ο νεκρός παραμένει νεκρός. Και εκεί ακριβώς χάνεται οποιαδήποτε αξία ή ιδέα που εμπλουτίζει το οποιοδήποτε δοκίμιο.

Εκεί βρίσκεται και η διαφορά της δικής σας έκθεσης ιδεών από αυτήν εδώ που διαβάζετε τώρα. Ότι όσο αμπελοφιλοσοφική, ουτοπική, θεωρητική ή ιδεολογική και αν είναι, δεν έχει κανένα νεκρό από πίσω της. Μπορεί να έχει διαφωνίες, συμφωνίες, να προκαλέσει αντιδράσεις, αντίλογο, ίσως και βρισίδια, αλλά νεκρό δεν έχει. Και αυτό το εκτιμά ιδιαίτερα, τόσο η κοινωνία, όσο και οι συγγενείς ή φίλοι του ενδεχόμενου νεκρού.

Η αλήθεια είναι ότι ως κοινωνία έχουμε πολλά θέματα για να λύσουμε, και αν κρίνουμε και από πιο πετυχημένες κοινωνίες, πάντα θα έχουμε θέματα για προβληματισμό και επίλυση. Όμως χρειάστηκαν κάποιοι αιώνες μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να δώσουμε στην ανθρώπινη ζωή την αξία που της αρμόζει. Και για αυτό το σημείο χύθηκε πολύ περισσότερο αίμα από όσο έχετε διαβάσει σε οποιοδήποτε ιδεολογικό ή πολιτικό βιβλίο και μανιφέστο. Χρειάστηκαν πολλές γενιές και πολλές θυσίες για να λάβει η ανθρώπινη ζωή την αξιοπρέπεια που της έχουμε προσδώσει σήμερα. Και χρειάστηκε πολύς αγώνας και πολύ αίμα για να στήσουμε μία κουτσουρεμένη Δημοκρατία, που μπορεί να έχει τα μαύρα χάλια της, αλλά ένα υποτυπώδες δικαίωμα λόγου στο δίνει. Σε κάθε βήμα όμως, σε κάθε γενιά, η υψηλότερη αξία ήταν η ανθρώπινη ζωή. Η αξιοπρέπεια γύρω από αυτή και τα ανθρώπινα δικαιώματα ακολουθούσαν από κάτω. Γιατί χωρίς ζωή, κανένα πολιτισμικό και κοινωνικό αγαθό δεν έχει αξία.

Και αν αφήσουμε το νεκρό για λίγο στην άκρη, πάλι διαπράττεται ένα σημαντικότατο σφάλμα. Με την βία προς τον οποιονδήποτε, για οποιαδήποτε ιδέα, νομιμοποιείτε με τη σειρά σας και τον οποιονδήποτε να χρησιμοποιήσει βία για την οποιαδήποτε ιδέα. Και έτσι χάνεται αυτή η αξία περί ανθρώπινης ζωής που λέγαμε, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, ακόμα και αν χρειάστηκε αιώνες για να χτιστεί. Για κάθε πράξη βίας που συμβαίνει στην κοινωνία, ολόκληρη η κοινωνία οπισθοδρομεί μερικά χρόνια πίσω, σε αξίες, σε θετικές ιδέες, στην αλληλεγγύη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και γενικώς σε ότι έχει χτιστεί με πολύ κόπο. Για κάθε υποκειμενική αντίληψη της πραγματικότητας, αυτόματα νομιμοποιείται και μία αντίθετη υποκειμενική αντίληψη που με τη σειρά της θα νομιμοποιήσει μία άλλη, κ.ο.κ. Για να μείνει στο τέλος τι;

Διότι μπορεί ο Γκιόλιας να πέθανε, όμως το παιδί του, η γυναίκα του, οι φίλοι του, ένας ολόκληρος κοινωνικός περίγυρος, αποκτάει ξαφνικά και αυθαίρετα το δικαίωμα να οπισθοδρομήσει. Να γεμίσει θυμό, να θέλει να πάρει το νόμο στα χέρια του και να αδειάσει 16 σφαίρες στον καθένα σας αν του δοθεί η ευκαιρία. Να γυρίσει για λίγο σε πρωτόγονη κατάσταση. Να ξεχάσει όλες αυτές τις ιδεολογίες περί αξίας της ανθρώπινης ζωής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να κοιτάει την υπόλοιπη κοινωνία σαν αγρίμι. Με τον ίδιο τρόπο που την κοιτάτε και εσείς.

Ανά καιρούς αναφέρομαι σε εσάς ως «Σέχτα Ηλιθίων». Δεν αναφέρομαι στον ηλίθιο που απλά έχει χαμηλή αντίληψη και μηδαμινό δείκτη νοημοσύνης. Αναφέρομαι σε κάτι πολύ χειρότερο: τον ηλίθιο που, με τις πράξεις του, διαχέει την ηλιθιότητά του και στην υπόλοιπη κοινωνία.


Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Όχι άλλο μπουζούκι!

Οι τέχνες μίας κοινωνίας, προφανώς λένε πολλά για το ποιόν, τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις αυτής. Και αν νομίζετε ότι στην Ελλάδα του τελευταίου αιώνα, οι κύριοι εκφραστές της ελληνικής τέχνης είναι ο Θοδωράκης, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Αγγελόπουλος και ο Καζαντζάκης, πλανάστε οικτρά! Το ένα και μοναδικό αναλλοίωτο στοιχείο που δεσπόζει στην πρώτη θέση των σύγχρονων ελληνικών τεχνών, είναι το μπουζούκι. Αυτό το σύμβολο πόνου, κλάψας, ντερτιού, μαστούρας, καψούρας, ανδρισμού και Αλίκης Βουγιουκλάκη.

Προσωπικά δεν έχω κάποιο πρόβλημα με το καθεαυτό όργανο. Ίσα ίσα που το βρίσκω ένα υπέροχο κληροδότημα της Ανατολής προς την Βαλκανοανατολικόγυφτοβλαχοποντιακή κατάστασή μας, αλλά που τα έφαγε τα χρονάκια του με το τέλος του ρεμπέτικου. Διότι στο ρεμπέτικο δεν είχαμε τέτοια χάλια. Άναβε ο λουλάς, έπαιζε η πρώτη πενιά, τραγουδούσες και ένα «σκύλα μ’ έκανες κομμάτια με τα δυο σου μαύρα μάτια» και τέλος. Έμενες κύριος και άντρας. Ούτε δάκρυ για τη σκύλα, ούτε κλάψα. Πάμε γι’ άλλα. Και άμα πετύχαινες τη σκύλα, ή τον «άλλον», έβγαζες τη μαχαίρα, τους καθάριζες και έτρωγες τα ισόβιά σου αξιοπρεπώς και με το κεφάλι ψηλά! Αντρίκια πράγματα.

Τελικά όμως, το ρεμπέτικο μεταλάχθηκε στο λαϊκό, όπου ο βαθμός κλαψομουνίασης (ΒΚ) ανέβηκε σημαντικά, και κατέληξε στο σκυλάδικο όπου ο ΒΚ απογειώθηκε στο διάολο. Και το πιο αντιφατικό απ’ολα είναι ότι θεωρείται και αντριλίκι! Δηλαδή να πας πρώτο τραπέζι, να κατεβάσεις ένα Chivas, να κάψεις καμιά 10αριά χιλιάδες σε λουλούδια για να κάθεσαι να κλαίγεσαι, να πονάς και να «σταυρώνεσαι» με ζεϊμπέκικα επειδή η γκόμενα σε έκλασε. Ου ρε! Άντρας είσαι εσύ ή βυζανιάρικος βουτυρομπεμπές;

Ζεϊμπέκικο. Άλλη πατάτα. Αυτό το ντέρτι, αυτός ο νταλκάς, και φυσικά αυτό το «σταύρωμα» σε πλήρη ταύτιση με τας ορθόδοξας χριστιανικάς αξίας ημών, που ξεκίνησε ως ένα όμορφο μαστούρικο χάσιμο και κατέληξε στην προέκταση του πέους του κάθε νεόπλουτου βουτυρομπεμπέ που άμα λάχει να ‘ουμ έχει και την πιο ταλαίπωρη καρδιά στον πλανήτη.

Δε λέω. Ωραία η καψούρα, ωραία και η μαγκιά, αλλά μην τα μπερδεύουμε επειδή θέλουμε να τα ‘χουμε και τα δύο. Αν είσαι μάγκας, κατέβασε κάμια-δυο κόκες, άκου το “Fuck you” των Archive, σπάσε και κάνα παράθυρο να φύγει το στράβωμα, και αύριο ξημερώνει μία άλλη μέρα. Αν είσαι καψούρης, άδειασε κάνα ουισκάκι, παίξε κάνα “Scientist” των Coldplay, ή άκου Tom Waits από το πρωί μέχρι το βράδυ να γουστάρεις, και σε λίγες μερούλες είσαι περδίκι. Αυτό το πράγμα όμως με το μμμεε μμμε άφησε και λυγμ... σνιφ... κι εγώ την αγαπούσα, αλλά σνιφ λυγμ, αυτή ήταν μία πουτάνα που... που... που σνιφ δεν ξέρει από ζωή όπως εγώ, και σνιφ λυγμ πού να ‘ναι η μανούλα μου να γείρω πάνω στο στήθος της σνιφ κλαψ λυγμ να μου χαϊδέψει τα μαλλάκια για να πάνε όλα καλά. Και ωωωω ντέρτι.... ωωωω καημός... ωωωω τί πόνος, τί οδυρμός! Φέρτε άλλο ένα chivas, ένα κουτί με πουράκλες και κάντε στη μπάντα να ρίξω ζεϊμπεκιά να κάψω άλλα 10 χιλιάρικα σε λουλούδια για να δείτε πόσο άντρας είμαι. Θα αγοράσω και μία μπέμπα για να τρέχω με 200 στην εθνική για να δείτε ότι κατά τ’ άλλα είμαι πετυχημένο, κυρίαρχο alpha male. Και... και... και από δω και πέρα θα είμαι μίζερος για χάρη της, γιατί αυτή δεν ξέρει να αγαπά όπως εγώ, και εγώ είμαι ο πιο μεγάλος γαμίκουλας άμα θέλω, αλλά από εδώ και πέρα δεν θα γαμώ πια όπως γαμούσα κάποτε γιατί θα σκέφτομαι εκείνη.

Έτσι κάνουν οι άντρες ρε; Ου να μου χαθείτε βυζανιάρικα, κακομαθημένα παιδαρέλια! Και σα να μην μας έφταναν οι βαρυπέτσακες οι «άντρες», έχουμε και τις μαγκιώρες με το δωδεκάποντο, το στενό το φόρεμα με τα λαμπιόνια, και τους πέντε τόνους make-up που προσπαθούν να χορέψουν και αυτές ζεϊμπέκικο για να ρίξουν τη ίδια μίζερη κλάψα αλλά με την καθώς πρέπει σκληράδα.

Η κλάψα είναι κλάψα ρε! Δεν καμουφλάρεται με μαγκιά. Κλαις για να γουστάρεις, να χτυπιέσαι μόνος σου στο κρεβάτι, να θυμάσαι και να ξαναγουστάρεις και να νοιώθεις έκσταση που κλαις. Όχι να κλαις και να το παίζεις και σκληρό καρύδι από πάνω! Ούτε κλαψουρίζεις από την πρώτη χυλόπιτα μέχρι να πεθάνεις, γιατί με την κλάψα και τη μιζέρια σου ενοχλείς την υπόλοιπη κοινωνία.

Το χειρότερο όμως απ’ όλα αυτά είναι ότι αυτή η ανάμεικτη σαλάτα κλάψας, μαγκιάς και ανδρισμού έχει ταυτιστεί απόλυτα με το μπουζούκι, και το μπουζούκι πλέον ακούγεται παντού! Σε μαγαζιά, σε λεωφορεία, σε i-pod (ναι ρε ξεφτίλα... το έχεις τόσο δυνατά μέσα στο μετρό που ακούγεται σε όλο το βαγόνι!), σε ψιλικατζίδικα, ακόμα και σε χώρους γραφείων και δημόσιες υπηρεσίες! Ένας ολόκληρος λαός που βλαχοκοπάει από περηφάνεια, μυξοκλαίγεται με σκυλάδικα, σκυλο-ποπ και όλο το κακό συναπάντημα. Αν για κάθε μινόρε που έβγαινε από πενιά σε μπουζούκι, βγάζαμε 1 cent, θα ήμασταν η πιο πλούσια χώρα του πλανήτη.

Εξελίξτε το το ρημάδι. Βγάλτε ηλεκτρικό μπουζούκι. Παντρέψτε το με πιο πειραματικά σχήματα. Βγάλτε άλλους ήχους και άλλα συναισθήματα. Κάτι... ξέρω γω; Κοιτάξτε λίγο μπροστά και ξεμιζεριάστε. Δε μας έφτανε η μίζερη νοοτροπία μας, έχουμε και μία διάσπαρτη μίζερη τέχνη που συνεχώς ανακυκλώνεται σε τέτοιο σημείο που μέχρι και ο Μιχάλης Χατζηγιάννης θεωρείται ροκ! Άιντε!

Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Κοινωνική δικαιοσύνη

Σε αρκετές περιπτώσεις αντίλογου, έχω αναφερθεί συχνά στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία είναι συγχυσμένη, πολλές φορές χωρίς να ξεκαθαρίζω τί εννοώ. Επειδή η συγκεκριμένη σύγχυση είναι πολυεπίπεδη και αφορά πολλά θέματα ταυτόχρονα, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με το σημαντικότερο ίσως από όλα. Αυτό της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν έχει κάποιον σαφή ορισμό, δεδομένου ότι ανά καιρούς, διάφορες κοινωνιολογικές σχολές και κοινωνικές ομάδες, της προσάπτουν διαφορετικούς ορισμούς που είναι κυρίως υποκειμενικοί. Επίσης, κάθε έννοια που περιλαμβάνει την έννοια της «κοινωνίας», αναπόφευκτα καταλήγει σε «θολά» συμπεράσματα μιας και περιλαμβάνει ένα σύνολο ατόμων με διαφορετικές ικανότητες και ανάγκες. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κάποια αντικειμενική αξία σε αυτή την έννοια, με αποτέλεσμα να γίνεται συνήθως εύκολο εργαλείο λαϊκισμού για πολιτικούς δημαγωγούς ή ιδεολογικές ομάδες.

Η καλύτερη και αντικειμενικότερη προσέγγιση για την αποσαφήνιση της κοινωνικής δικαιοσύνης μπορεί να γίνει σταδιακά, βήμα – βήμα, ξεκινώντας από κάποιες γενικότερες διαπιστώσεις και προχωρώντας σε πιο ειδικές περιπτώσεις. Στο τέλος βέβαια πάλι δεν θα υπάρξει ένα σαφές συμπέρασμα, αλλά σίγουρα θα έχει γίνει μία ασφαλής οριακή προσέγγιση με περιθώριο εξέλιξης και σαφείς στόχους για τα άτομα της εκάστοτε κοινωνίας.

Στη βάση αυτής της αναλυτικής πυραμίδας υπάρχει μία βασική παρεξήγηση. Ότι σε μία κοινωνία όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίδιοι και ίσοι. Όσον αφορά την ομοιογένεια, κάτι τέτοιο είναι φύσει αδύνατο, καθώς ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό εγκέφαλο, διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικό βιωτικό επίπεδο και διαφορετική παιδεία που με τη σειρά τους οδηγούν σε διαφορετικές ανάγκες, ικανότητες και φιλοδοξίες. Αντιθέτως, όσον αφορά την ισότητα, το ζητούμενο είναι και πρέπει πάντα να παραμένει η θέσπιση αυτής.

Ιστορικά, από την εισαγωγή του πολιτισμού στην ανθρωπότητα, ξεκίνησε μία σχετικά ανοδική πορεία προς την επίτευξη της ισότητας ανάμεσα στα μέλη μίας κοινωνίας. Στην πορεία αυτή, μεσολάβησαν πολλές και μεγάλες περίοδοι οπισθοδρόμησης, παρακμής, σκοταδισμού και εκμετάλλευσης, αλλά σε γενικές γραμμές, συγκρίνοντας εποχές του παρελθόντος και του παρόντος, είναι εμφανές πως έχει σημειωθεί πρόοδος, με σημαντικότερο γεγονός της σύγχρονης ιστορίας, προς την κατεύθυνση αυτή, τη Γαλλική Επανάσταση. Φυσικά τα περιθώρια είναι ακόμα πολύ μεγάλα για όλες τις κοινωνίες του πλανήτη.

Άρα ξεκινάμε με την παραδοχή, ότι σε μία κοινωνία δεν είμαστε όλοι ίδιοι, αλλά πρέπει να είμαστε ίσοι. Όμως ίσοι ως προς τί; Ίσοι ως προς ένα σύστημα νόμων, θεσμών και αξιών που μπορεί να περιλαμβάνει όσους περισσότερους ανθρώπους είναι δυνατόν και συνεχώς μεταλλάσσεται ώστε να περιλαμβάνει ακόμα περισσότερους.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο υπάρχει μία λεπτή γραμμή που δημιουργεί συχνά παρεξηγήσεις, και έχει να κάνει με την αναγκαιότητα ύπαρξης η μη θεσμών και νόμων. Αν και ακούγεται σύνθετο, το ερώτημα αυτό θα μπορούσε να διατυπωθεί πιο απλουστευμένα ως εξής: Τα φανάρια είναι αναγκαία στους δρόμους; Οι άνθρωποι που απαντάνε ναι ή όχι, χρησιμοποιούν την ίδια επιχειρηματολογία που θα χρησιμοποιούσαν και στο αρχικό ερώτημα παρόλο που ακούγεται πιο σύνθετο.

Ας κρατήσουμε τα φανάρια στην άκρη, για να πάμε ένα επίπεδο πιο πάνω στην πυραμίδα που έχει να κάνει με τις ελευθερίες του ατόμου στην κοινωνία. Όπως το ζητούμενο στο αρχικό στάδιο ήταν η ισότητα, έτσι και η ατομική ελευθερία θα πρέπει να διασφαλίζεται σε όλο το εύρος της κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό δεν αυξάνεται μόνο η προσωπική ευημερία του ατόμου και οι ορίζοντές του, αλλά και η ευημερία της υπόλοιπης κοινωνίας. Σε ένα ιδανικό φιλελεύθερο κοινωνικό σύστημα, οι ατομικές ελευθερίες θα πρέπει να είναι όσο πιο απεριόριστες γίνεται, έχοντας όμως υπόψη και το γνωστό κλισέ που λέει ότι η ελευθερία του ενός σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του άλλου. Άρα, ένας στοιχειώδης περιορισμός πρέπει να υπάρχει, αλλά αυτός ο περιορισμός πρέπει να είναι όσο πιο μικρός γίνεται, διατηρώντας ταυτόχρονα την κοινωνική συνοχή.

Και κάπου εδώ είναι που αρχίζουν και μπλέκουν τα φανάρια, οι πολιτικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες, και γενικώς παράγεται άφθονη τροφή για συνεχή αντιπαράθεση και κοινωνική σύγκρουση. Διότι η έννοια της κοινωνικής συνοχής, όπως και η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, χρησιμοποιείται συνεχώς βάσει ιδεολογικών σκοπιμοτήτων, χωρίς κανείς να λέει το αυτονόητο. Ότι, δηλαδή, κοινωνική συνοχή σημαίνει απλά μία ισορροπημένη κοινωνία, όπου υπάρχει ισονομία και ελευθερία σε ένα μέγιστο βαθμό ο οποίος όμως δεν περιορίζει την ισότητα ή την ελευθερία ενός ή μίας ομάδας ατόμων, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα μία αξιοπρεπή διαβίωση για όλους. Οποιοσδήποτε άλλος ορισμός, ή χρήση της κοινωνικής συνοχής, κυρίως από πολιτικάντζες διαφόρων χώρων (ακόμα και αντιπάλων), μπορεί να ερμηνευτεί μόνο ως δημαγωγικός προς συγκεκριμένα συμφέροντα με κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Πλησιάζοντας προς την κορυφή, και έχοντας ως υπόβαθρο όλα τα παραπάνω, εφόσον μιλάμε για μία κοινωνία που έχει κατακτήσει μία υποτυπώδη ισονομία και ένα υποτυπώδες σύνολο ατομικών ελευθεριών, τίθεται το εξής ερώτημα. Θέλουμε αυτή η κοινωνία να απολαμβάνει ισότιμα και ισάριθμα όλα τα πνευματικά και υλικά αγαθά που παράγει ή θέλουμε μία κοινωνία που παρέχει ίσες ευκαιρίες στην απολαβή πνευματικών και υλικών αγαθών; Όσοι απαντάνε το δεύτερο, απλοποιούν το όλο σύστημα καθώς το ζητούμενο παραμένει η δημιουργία ενός συστήματος που παρέχει ίσες ευκαιρίες, στο οποίο το κάθε άτομο είναι ελεύθερο να κάνει τις επιλογές του και να αξιοποιήσει ανάλογα ή όχι τις ικανότητές του, λαμβάνοντας ή όχι τον αντίστοιχο πλούτο. Όσοι απαντάνε το πρώτο, αναπόφευκτα δημιουργούν μία σειρά από άλλα ερωτήματα. Αυτόν τον πλούτο που θα μοιράζεται ισόποσα η κοινωνία, ποιος θα τον παράγει; Και αν τον παράγει η ίδια η κοινωνία, πώς γίνεται ο καταμερισμός εργασιών; Διότι σε αυτή την περίπτωση ένα άτομο με περισσότερες ικανότητες αναγκαστικά καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για την διάχυση των ικανοτήτων του προς τα κάτω, άρα μία τέτοια θέση δεν θα ήταν και τόσο αξιοζήλευτη, άρα πολύ πιθανό οι άνθρωποι που θα είχαν την ικανότητα να παράγουν, απλά θα επέλεγαν να μην παράγουν.

Για να τεθεί πιο ρεαλιστικά το ερώτημα, ας πάρουμε το παράδειγμα της εξαγγελίας του ΚΚΕ για 1250 ευρώ επίδομα ανεργίας και 1400 ευρώ κατώτατο μισθό. Ποιος ανόητος θα επέλεγε την εργασία για 150 ευρώ παραπάνω; (Η ερώτηση είναι ρητορική).

Έχοντας όλο αυτό το υπόβαθρό, κάπου εκεί ψηλά βρίσκεται και η κοινωνική δικαιοσύνη που περιλαμβάνει όλους αυτούς τους παράγοντες ισονομίας, ελευθεριών και ίσων ευκαιριών. Και προφανώς, όσο πιο σύνθετα είναι τα ερωτήματα που αφορούν αυτά τα υπόβαθρα, τόσο πιο σύνθετος είναι και ο ορισμός της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αν δει κανείς τη δυσκολία να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα σε ατομικό επίπεδο, μπορεί να καταλάβει πόσο πιο δύσκολο γίνεται το εγχείρημα όταν πρέπει να απαντηθούν σε κοινωνικό.

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θέλει απλά να ευημερεί και να είναι ευτυχισμένη μέσα σε μία δίκαιη κοινωνία. Όπως και κανείς δεν αμφισβητεί, ότι μαζί με τα εγωιστικά, κυριαρχικά και αλαζονικά αισθήματα του ανθρώπου, συνυπάρχουν και αυτά της αλληλεγγύης, της κοινωνικότητας και της συμπαράστασης. Αυτά είναι καθαρά βιολογικές ανάγκες, με τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Εάν το ζητούμενο είναι, αυτή η ευημερία να πλαισιώνεται από τον πολιτισμό, τότε θα πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να κινούμαστε ανοδικά στην πυραμίδα. Εάν το ζητούμενο είναι να αλλάξει πρόσωπο ολοκληρωτικά ο συγκεκριμένος πολιτισμός, και αυτό είναι θεμιτό, εφόσον όμως υπάρχουν αντίστοιχες, καλύτερες εναλλακτικές προτάσεις. Υπάρχει βέβαια και η άποψη, ότι ο άνθρωπος ήταν πιο ευτυχισμένος προτού το πολιτισμικό στοιχείο εισέλθει στη ζωή του πριν μερικές χιλιάδες χρόνια, η οποία είναι μεν σεβαστή αλλά επί της παρούσης, δεν προσφέρει σε κάτι εκτός ίσως από μία πιθανή παγκόσμια ανάγκη για το οριστικό ξεφόρτωμα του πολιτισμού. Κάτι τέτοιο όμως, βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της σφαίρας της φαντασίας.


Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Να καίνε οι καρέκλες!

Επειδή όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας, ας δούμε τις δύο παρακάτω, αληθείς προτάσεις:

  • Στον Γ. Αγγέλου, επιβλήθηκε η καταβολή του ποσού των 400.000 ευρώ ως εγγύηση καθώς και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
  • Στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του πρώην Πρωθυπουργού, της πιο διεφθαρμένης, αναξιόπιστης, ανίκανης και σπάταλης κυβέρνησης που πέρασε ποτέ από τη χώρα στην ιστορία της μεταπολίτευσης, επιβλήθηκε η καταβολή του ποσού των 400.000 ευρώ ως εγγύηση καθώς και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.

Κοίτα να δεις τώρα, πως με λίγη πληροφορία παραπάνω, ένα γεγονός αποκτάει διαφορετική χροιά, ε; Διότι, όλοι αυτοί που επικρίνουν τη Δικαιοσύνη για τη συγκεκριμένη απόφαση ξεχνάνε μάλλον για τι ακριβώς μιλάμε. Και όσοι συγκρίνουν τη συγκεκριμένη εγγύηση, με το ποσό της εγγύησης του Παύλου Ψωμιάδη, μάλλον δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τη διαφορά στο επίπεδο ευθύνης του καθενός, των κονδυλίων που διαχειριζόταν και τον αριθμό των ανθρώπων στον οποίο έπρεπε να λογοδοτήσει.

Τα 400.000 ευρώ, που τελικά δεν ήταν και τόσο δυσεύρετα για τον κ. Αγγέλου, ίσως να ήταν μόνο το ελάχιστο. Ίσως είναι καιρός όπου οποιοσδήποτε κάθεται σε θέση ευθύνης, θα πρέπει να αναλογίζεται και την αντίστοιχη ευθύνη. Να ξέρει πως κάθε υπογραφή, κάθε άδεια, κάθε λέξη και κάθε απόφασή του, μπορούν να του στοιχίσουν πολλά περισσότερα από μία απλή ανάληψη πολιτικής ευθύνης, που τόσο περίτεχνα αναλάμβανε αραιά και που ο «καταλληλότερος». Να ξέρει πως κάθεται σε μία καρέκλα που «καίει» κάθε στιγμή, ακριβώς επειδή όποιος κάθεται σε αυτή, πρέπει να λειτουργεί με υπευθυνότητα και σοβαρότητα απέναντι σε ολόκληρη τη χώρα, και όχι μόνο για τους «κουμπάρους» του.

Ευελπιστώ στο μέλλον να δω ακόμα αυστηρότερα ποσά αλλά και ποινές σε ανθρώπους που αναλαμβάνουν σχετικές υπεύθυνες θέσεις. Μπορεί ως κοινωνία να μην είμαστε και τόσο σοβαροί, αλλά είναι καιρός που οι «ψηλότερες» θέσεις θα πρέπει να αρχίσουν να σοβαρεύονται επιτέλους, μπας και διαχυθεί έστω και το ελάχιστο στους υπόλοιπους.

Για τα καραγκιοζηλίκια της ΝΔ που προσάπτει πολιτικές σκοπιμότητες στη Δικαιοσύνη, δεν έχω και πολλά λόγια. Για κάποιο λόγο, όμως, όταν η ΝΔ ήταν κυβέρνηση, θυμάμαι πόσο συχνά, τόσο ο «καταλληλότερος», όσο και τα υπόλοιπα στελέχη της μίλαγαν με στόμφο και υπερηφάνεια για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Επιεικώς αξιολύπητοι!


Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Φωνές στο κενό

Ο «θόρυβος της πληροφορίας» είναι μία έννοια που είχα διαβάσει κάποτε σε μία συνέντευξη ενός τύπου (ίσως να ήταν και σπουδαίος, δε θυμάμαι), που υποστήριζε πως η ζωή στην Αθήνα είναι καλύτερη από την επαρχία. Η επιχειρηματολογία για το συγκεκριμένο θέμα δεν έχει και τόσο σημασία, όσο έχει αυτός ο θόρυβος της πληροφορίας.

Αρκούν λίγες μέρες αποστασιοποίησης από τα ΜΜΕ, την αστική ατμόσφαιρα και τις φωνές για να δει κάποιος αυτόν το θόρυβο από μακριά και να καταλάβει το ανούσιο της υπόθεσης. Βέβαια ο «αστικός θόρυβος» είναι αυτός που ιστορικά διαμορφώνει τις νέες κοινωνίες και τις νέες κοινωνικές απαιτήσεις και δομές, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι και ανούσιος.

Ο ελληνικός θόρυβος ανήκει στην κατηγορία των ανούσιων. Πολλές φωνές, πολύ πάθος, πολύ ψεύδο-επιστημονιλίκι, για θέματα που είναι πλέον ξεκάθαρα και αυτονόητα για άλλες κοινωνίες. Κι όμως, στην Ελλάδα επιλέγουμε να συνεχίζουμε να φωνάζουμε, αντί να παραδειγματιζόμαστε από πετυχημένα ξένα κοινωνικά και οικονομικά μοντέλα ή να τολμούμε να χαράζουμε τη δική μας προοδευτική πορεία.

Η όχληση του θορύβου μπορεί να γίνει αισθητή μόνον όταν βρισκόμαστε έξω από αυτόν και τον αντιμετωπίζουμε σαν ένα χαοτικό σύνολο άναρθρων κραυγών που συνεχώς επαναλαμβάνονται χωρίς να καλλιεργούν νέες ιδέες και πρακτικές, χωρίς να οδηγούν σε ένα οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Όταν είσαι στην απ’έξω, μπορείς να δεις ξεκάθαρα ότι οι απεργίες, οι εμπρησμοί, οι τρομοκρατικές ενέργειες, τα πολιτικά κους κους, τα τραπεζικά παιχνίδια, ο αθλητικός και κοινωνικός χουλιγκανισμός, και ο ισοπεδωτισμός σε όλο το κοινωνικο-πολιτικό φάσμα, κάνουν τους ίδιους ανούσιους κύκλους που έκαναν δεκαετίες τώρα.

Δεν αλλάζει τίποτα, και δεν πρόκειται να αλλάξει αν δεν βρεθούν κάποιες κοινές βάσεις επικοινωνίας, πάνω στις οποίες ο θόρυβος μπορεί τελικά να γίνει εποικοδομητικός. Όσο λείπουν αυτές οι βάσεις, θα έχουμε απλά μεμονωμένα άτομα που φωνάζουν για το μακρύ και το κοντό τους χωρίς καμία συλλογική διάθεση.

Στην τελική, η καλλιέργεια κοινωνικής συνείδησης είναι και λιγάκι Ζεν. Δηλαδή, πρώτα καλλιεργείς τον εαυτό σου και όταν φτάσεις σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο, μπορείς να αξιώσεις και μία κοινωνική κριτική. Διαφορετικά, όλοι φωνάζουμε σε τοίχους, ανατροφοδοτώντας τον συντηρητισμό και στις ερχόμενες γενιές.



Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Τρεις καλοκαιρινές νεοελληνικές ιστορίες

Ο φιλήσυχος οικογενειάρχης

Μας πήρε λίγες μέρες μέχρι να καταλάβουμε αν το συγκεκριμένο σπίτι ήταν ιδιωτικό ή ενοικιαζόμενα δωμάτια. Είχε μία ψυχρή και απλοϊκή αρχιτεκτονική με σαφείς ενδείξεις προς το δεύτερο, αλλά τελικά μάθαμε πως ήταν ένα ολοκαίνουργιο εξοχικό, προφανώς με εργολαβικές προδιαγραφές τύπου «κάντο γρήγορα, φτηνά και απλά». Ο ιδιοκτήτης και η οικογένεια εμφανίστηκαν περιχαρείς ένα όμορφο βραδινό και απόλαυσαν την πρώτη νύχτα ηρεμίας, έξω στη βεράντα.

Το επόμενο πρωί κυλούσε ήσυχα και ωραία, μέχρι που ήρθε το κομπρεσέρ. Ακριβώς έξω από το σπίτι, χτιζόταν ένα μικρό πέτρινο αμφιθέατρο για το γειτονικό σχολείο. Γύρω στις 11 το πρωί, η γεννήτρια πήρε μπρος και το κομπρεσέρ ξεκίνησε δουλειά. Έξαλλος ο ιδιοκτήτης πετάχτηκε στη βεράντα φωνάζοντας: «Όχι ρε παιδιά. Όχι! Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό!». Οι εργάτες τον κοίταξαν σαστισμένοι για 3-4 δευτερόλεπτα, και μετά το κομπρεσέρ συνέχισε. «Ε! Κλείστε το τώρα! Θα έχουμε προβλήματα!», ξαναφώναξε ο ανήσυχος οικογενειάρχης. Αυτή τη φορά, γύρισε μόνο ο ένας μάστορας και του είπε ότι δεν είναι ώρας κοινής ησυχίας, αλλά και ότι πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους.

Ο τόνος της φωνής ανέβηκε σε πιο τσαμπουκαλεμένη κατάσταση. «Δε με νοιάζει ρε φίλε τί ώρα είναι. Ήρθα εδώ 4 μέρες για να ηρεμήσω. Να κάνω διακοπές. Εσύ δεν κάνεις διακοπές;». Σαστισμένος ο μάστορας, ξεκινάει να επαναλάβει την προηγούμενη φράση περί ώρας κοινής ησυχίας και δουλειάς, αλλά διακόπτεται από τον ιδιοκτήτη του νεόκτιστου εκτρώματος. «Στ’ αρχίδια μου η ώρα κοινής ησυχίας! Να σταματήσετε τώρα ή θα έχουμε πολύ άσχημα ξεμπερδέματα!».

Ο μάστορας παρατήρησε ότι η υπόλοιπη οικογένεια είχε αρχίσει ήδη να φορτώνει το τζιπ με κουβαδάκια, ομπρέλες, μάσκες, αναπνευστήρες, φουσκωτούς κροκόδειλους κλπ. Σκέφτηκε για λίγο και απάντησε «ΟΚ σταματάμε». Σε 3-4 λεπτά, είχε επιβιβαστεί και στο τζιπ ο τσαμπουκαλεμένος οικογενειάρχης και έφυγε προς κάποια παραλία. Φυσικά το κομπρεσέρ ξαναξεκίνησε, και μέσα σε 2 ωρίτσες η δουλειά είχε τελειώσει.

Ο Μέγας Άρχων Μικροαστός του νεόκτιστου εξοχικού, σε 5 λεπτά θα πήγαινε για μπάνιο ούτως ή άλλως. Ήθελε απλά να την πει στους εργάτες, να κάνει σκηνικό, να επιβάλλει τη γνώμη του και να γατζωθεί από άλλα 5 λεπτά ησυχίας στο άσχημο εξοχικό που έχτισε και θα ξεχρεώνει για πάντα.


Ο αραχτός συνένοχος

Είμαστε για φαγητό σε μία ταβέρνα σε ένα ήσυχο λιμανάκι του νησιού. Δίπλα κάθεται μία παρέα από 4-5 φωνακλάδες ντόπιους και παραδίπλα ο Δήμαρχος του νησιού. Σε κάποια φάση, ένα ταχύπλοο φορτώνει ένα τσούρμο από πιτσιρίκια, μία παχύδερμη ντίβα και έναν υπέρβαρο σοβαρό τύπο με γυαλί rayban και καπελάκι skipper. Με το που λύνει τα σχοινιά, ξεκινάει με φουλ ταχύτητα μέσα στο λιμάνι για να κάνει μία επιδεικτική και ένδοξη έξοδο, με άψογο στυλ κάγκουρα, περνώντας δίπλα από αραγμένα και καταπλέοντα ιστιοπλοϊκά και άλλα σκάφη, παραβιάζοντας φυσικά κάθε κανόνα ασφάλειας και έννομης ναυσιπλοΐας.

Στο διπλανό τραπέζι αρχίζουν τα σχόλια. «Δήμαρχε, πότε θα κόψεις κώλους σ’αυτούς τους τύπους;», ρωτάει ένας μασουλώντας κάτι παϊδάκια. «Δικός μας ήταν αυτός; Από το νησί;» ρωτάει ο Δήμαρχος. «Όχι. Από απέναντι είναι. Έρχεται μόνο για τα ΣΚ. Weekender που λένε», απαντάει γελώντας ο ντόπιος, προκαλώντας το γέλιο και στους υπόλοιπους. «Ε, αν ξέρεις ποιος είναι, πες μου να στείλω σήμα στο λιμενικό να του κόψει τον κώλο», λέει ο Δήμαρχος. «Α εγώ ρουφιάνος δε γίνομαι», απαντάει ο ντόπιος και τσιμπάει άλλο ένα παϊδάκι. «Πες μου ποιος είναι, και θα είμαι εγώ ο μάρτυρας. Εγώ τον είδα», λέει ο δήμαρχος. «Ρουφιάνος εγώ δε γίνομαι», επαναλαμβάνει ο ντόπιος, ενδεχομένως ήσυχος με τη συνείδησή του. Και την ανησυχία του για τους θαλάσσιους κάγκουρες εξέφρασε, και δεν «ρουφιάνεψε». Μπορεί να κοιμάται ήσυχος.


Το τσόκαρο

Πρώτα εμφανίζεται στο οπτικό πεδίο το πιτσιρίκι. Ένα όμορφο κοριτσάκι με καλοχτενισμένα μαλλιά, γυαλιά ηλίου, χρυσά πεδιλάκια και προσεγμένη καλοκαιρινή kid-trendy ένδυση. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από 7-8. Ακριβώς από πίσω της και λίγο πιο δίπλα, εμφανίζεται το τσόκαρο. Αυτό που δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο από τη μάνα της. Ολόιδιο ντύσιμο, ολόιδιο στυλ, με τη διαφορά ότι φορούσε ένα τσόκαρο με 10ποντο τακούνι που παρήγαγε ήχους άνω των 65dB(A), μερικά κιλά ακόμα make-up, διάφορα μπιχλιμπίδια σε καρπούς και αστράγαλους καθώς και ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, μεγαλύτερο από μάσκα θαλάσσης.

Το τσόκαρο κρατούσε μία μικρή βιντεοκάμερα που είχε κολλήσει στη μούρη του και συνεχώς σημάδευε το πιτσιρίκι. Φυσικά το πιτσιρίκι δεν είχε κανονικό βηματισμό. Πότε πήγαινε αργά, πότε γρήγορα, και πότε στεκόταν ακίνητο για να περιεργαστεί κάτι, με αποτέλεσμα το τσόκαρο να προσπαθεί να ακολουθήσει τη λήψη ανάλογα, και βηματίζοντας πάνω στο πλακόστρωτο σοκάκι όσο πιο άχαρα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Το σόου είχε και soundtrack, όπου η μάνα κοίταζε το καθ’ εικόνα βλαστάρι της λέγοντας τι όμορφη κουκλίτσα που είναι, προσπαθώντας ίσως να της αποσπάσει κάποιο χαριτωμένο σχόλιο που θα έδενε με το σκηνικό των διακοπών στο γραφικό νησί.

Το γκραν φινάλε ήρθε λίγο πριν την έξοδο από το οπτικό πεδίο, όπου το τσόκαρο κοιτάζοντας μόνο την οθόνη της κάμερας και συγκεντρωμένη στο πιο βαρετό masterpiece που έχει βιντεοσκοπηθεί ποτέ (πράγμα που θα καταλάβει όταν επιστρέψει σπίτι και βάλει τη λήψη σε playback), καταφέρνει να συγκρουστεί με στύλο της ΔΕΗ. Μία στιγμή αμηχανίας και σύγχυσης που συνοδεύτηκε με ένα γρήγορο φτιάξιμο του μαλλιού, πρόχειρου ξεσκονίσματος του φορέματος, κλεισίματος της βιντεοκάμερας και ενός ξαφνικά σοβαρού βλέμματος προς το υπερπέραν. Αρπάζει το πιτσιρίκι από το χέρι, και λέγοντας αυστηρά «έλα πάμε, μας περιμένει ο μπαμπάς», εξαφανίζεται από τη σκηνή, αφήνοντας την αυλαία να πέσει.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...