Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το παγκάκι της κυρίας Δημουλά

*** UPDATE στο τέλος ***

Αναδημοσιεύω από άρθρο της LiFO:

Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται σήμερα στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.   Συγκεκριμένα γράφει:   «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων.   Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».

Το άρθρο συνεχίζει και με κάποιες εξτρά πληροφορίες, που δεν έχουν και τόση σημασία.

Η μεγαλύτερη νίκη της Χρυσής Αυγής δεν ήταν η είσοδός της στη Βουλή, αλλά η αυτόματη κατάρρευση των νεοελληνικών κοινωνικών ταμπού απέναντι στον ρατσισμό. Η ξενοφοβία, οι δηλώσεις μίσους και η απέχθεια προς το διαφορετικό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πήραν ένα γενικότερο κοινωνικό συγχωροχάρτι προκειμένου να εκφράζονται ανοιχτά, επώνυμα και από οποιονδήποτε. Είτε αμόρφωτο, είτε μορφωμένο, είτε άνθρωπο της τέχνης και των γραμμάτων.

Και παρόλο που το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει να αραιώνει όλο και περισσότερο τις αναρτήσεις του για να μην επαναλαμβάνεται συνεχώς, το θέμα της ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού θα πρέπει πάντα να παραμένει σε μία κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Διότι, όσο και αν έχουν αναλυθεί τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην «εκτόξευση» της Χρυσής Αυγής, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι η σταδιακή απορρόφηση της ρητορικής μίσους από την κοινωνία μας. Η ευρύτερη αποδοχή ότι κάπου κάπου δεν έγινε και τίποτα να πέφτει καμιά ανάποδη. Ότι δεν έγινε και τίποτα αν συνεχώς διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε Πακιστανούς, Αλβανούς και Έλληνες. Ότι έχουμε αποδεχτεί πως οι υπηρέτες του πολιτεύματος είναι όλοι διεφθαρμένοι προδότες, οπότε η λύση θα έρθει είτε από «χαρισματικούς» ηγέτες είτε από την εκτενή αυτοδικία.

Σε μία πολιτισμένη κοινωνία, η Κα Δημουλά δεν θα μπορούσε να πει αυτά που είπε, τόσο ανοιχτά και ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να βρει τον κατάλληλο διαλεκτικό τρόπο ώστε να τα εκφράσει χωρίς να βρει μία σειρά από επικοινωνιακά εμπόδια ανάμεσα στην ίδια και το κοινό της. Θα ήταν, ίσως, αδύνατο για την μέση κοινωνική συνείδηση να συνδυάσει το πνεύμα της με τα λεγόμενά της και στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλλον θα εισέπραττε αμήχανα περιπαιχτικά γέλια. 


UPDATE

Από σχόλιο αναγνώστη, ολόκληρη η ομιλία της κυρίας Δημουλά εδώ. Προκύπτουν δύο συμπεράσματα:
α) Η Κα Δαμιανίδη παραποίησε ξεκάθαρα, και προφανώς σκόπιμα, τη φράση με τα παγκάκια καθώς και άλλες προτάσεις της κυρίας Δημουλά, προσπαθώντας να προσάψει το ρατσιστικό στοιχείο σε ολόκληρη την ομιλία.
β) Η διάκριση των κατοίκων της Κυψέλης σε ξένους και Έλληνες από την κυρία Δημουλά παραμένει.

Όπως έγραψα και αλλού, η κυρία Δημουλά δεν είναι το κεντρικό θέμα της ανάρτησης αλλά η αφορμή. Το σκεπτικό και το περιεχόμενο της ανάρτησης δεν αλλοιώνονται.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Χάνοντας τον λόγο


Οι παντός τύπου κρίσεις δεν είναι ποτέ μονόπλευρες. Για να υπάρξει οικονομική, σημαίνει ότι υπάρχει κοινωνική ή πολιτική ή πολιτισμική, αλλά και διάφοροι συνδυασμοί με διαφορετικές χρονικές ιεραρχίες, όλων αυτών των τύπων˙ ανάλογα τις περιόδους, τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες, κλπ. Με τον ίδιο τρόπο, τα αποτελέσματα ενός τύπου κρίσης, μπορούν να φανούν και στα αποτελέσματα άλλων τύπων.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα φαίνεται πλέον καθημερινά και στον δημόσιο λόγο. Όχι μόνο στην ποιότητά του, αλλά και στην επιπολαιότητα του περιεχομένου του. Ίσως να έχουμε συνηθίσει πλέον στα κεφαλαία, τα greeklish, και τα ανορθόγραφα κείμενα που έχουν πλημμυρίσει το διαδίκτυο, σε τέτοιο βαθμό, που στην καλύτερη περίπτωση αν δεν τα σατιρίσουμε, απλά τα προσπερνάμε. Επειδή έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Έχουν ενσωματωθεί στο σύνολο της πληροφορίας που λαμβάνουμε, χωρίς να υπάρχει κάποια τάση εξάλειψής τους. Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση πως πληθαίνουν. Πλέον είναι φυσιολογικό στην συλλογική μας ηθική να βλέπουμε έναν βουλευτή, ανεξαρτήτου πολιτικού χώρου, ή έναν καθηγητή ή ένα οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο να εκφράζεται με περιεχόμενο και λεξιλόγιο «του δρόμου». Μας είναι οικεία η μεγάλη ένταση της φωνής, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, καθώς εμμένουμε περισσότερο στην γενικότερη ένταση παρά στο διά ταύτα.

Στα μάτια μου, αυτή η υποβάθμιση του γραπτού λόγου, αποτυπώνει την γενικότερη υποβάθμιση κάθε τύπου λόγου. Δημοσίου, προφορικού, επικοινωνιακού, κλπ. Και όσοι κατηγορούμαστε για ελιτισμό, ή μορφωτικό σνομπισμό, καλούμαστε να υποβαθμίσουμε και τον δικό μας λόγο για να βρούμε μία κοινή βάση επικοινωνίας. Όπως κάποιος που γράφει σωστά, αδυνατεί να πάρει στα σοβαρά ένα κείμενο γεμάτο ορθογραφικά λάθη, ανεξαρτήτως περιεχομένου, έτσι και κάποιος που έχει μάθει να εκφέρει ορθό και επικοινωνιακό λόγο, δηλαδή αφήνοντας περιθώρια διαλόγου και αμοιβαίας επιχειρηματολογίας, χωρίς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με κάποιον «ανορθόλογο». Και αυτές οι αδυναμίες δεν είναι τόσο περιπτώσεις σνομπισμού, όσο διαφορετικού τρόπου σκέψης που δεν μπορεί να βρει κοινές βάσεις με άλλους. Άλλωστε, ο απώτερος σκοπός ενός διαλόγου ή δημοσίου λόγου είναι η αμοιβαία και εις βάθος κατανόηση και η ζύμωση ιδεών για την παραγωγή νέων. Ο ποιοτικότερος λόγος δεν εξασφαλίζει απαραίτητα αυτή τη συνθήκη, αλλά σίγουρα κινείται προς αυτή πιο άμεσα και πιο αποδοτικά.

Τα τελευταία τρία χρόνια, η οικονομική κρίση, ανέδειξε την πολιτική κρίση, που ανέδειξε την κοινωνική, και αυτή με τη σειρά της, την διαλεκτική. Μοιάζει με μία ατελείωτη ανατροφοδοτούμενη λούπα. Όσο πέφτει το βιοτικό επίπεδο, τόσο απαξιώνεται η κοινωνία ως οντότητα που θα πρέπει να έχει απαραίτητα συλλογικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα υπό την αμοιβαία συμφωνημένη λειτουργία των θεσμών. Και όσο απαξιώνεται η κοινωνία, τόσο απαξιώνονται οι τρόποι με τους οποίους η ίδια η κοινωνία επικοινωνεί, συνδιαλέγεται και συναλλάσσεται.

Σε ατομικό επίπεδο, όμως, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί δικαιολογία. Η απαξίωση του λόγου δεν είναι άλλοθι για προσωπική απαξίωση και μικρότερη διαλεκτική προσπάθεια. Όπως και η απαξίωση των θεσμών δεν σημαίνει αυτόματα και την κατάργησή τους. Τουναντίον, όλες αυτές οι καταστάσεις δείχνουν την μεγαλύτερη ανάγκη που προκύπτει, ώστε να ενισχυθεί η ποιότητα του λόγου, της επικοινωνίας και εν τέλει του πραγματικού διαλόγου.


Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

f(x) = 1/x


"What the human being is best at doing is interpreting all new information so that their prior conclusions remain intact." – Warren Buffett

Οι άνθρωποι τρελαίνονται για ταμπέλες. Έχουν αυτή την εγκεφαλική διεργασία, που προφανώς εξυπηρετεί εξελικτικούς μηχανισμούς επιβίωσης, να προσπαθούν μέσα στο μικρότερο χρονικό διάστημα να έχουν σχηματίσει την καλύτερη δυνατή εικόνα για τα μούτρα του άλλου. Μπαίνουν έτσι στην απλοϊκότητα της διεργασίας όπου πασχίζουν να κατατάξουν 85 δισεκατομμύρια νευρώνες μέσα σε τέσσερεις – πέντε χαρακτηρισμούς και ταμπέλες που έχει επινοήσει ο ίδιος ο άνθρωπος, όσο πιο γρήγορα μπορούν και κάνοντας τις ανάλογες εκπτώσεις. Στην πολιτική, στη δουλειά, στις παρέες, στις πνευματικές αναζητήσεις, στις σεξουαλικές προτιμήσεις και στη δημιουργικότητα, θα έρθει ο άσχετος Χ από το πουθενά για να σε εντάξει στο αυστηρό ιδεολογικό πλαίσιο του μικρόκοσμου των δικών του 85 δισεκατομμυρίων νευρώνων.

Τις έχω δει τις παγίδες που κρύβονται πίσω από αυτή την, φυσική κατά τ’ άλλα, ανθρώπινη εγκεφαλική διεργασία, και έτσι προτιμώ την δυσκολία που κρύβεται πίσω από την χρονοβόρα και πολυσύνθετη αποδόμηση όσων περισσότερο λεπτομερειών γίνεται. Και βέβαια δεν ξεμπερδεύω ποτέ. Κάθομαι και σκαλίζω μυαλά, βγάζω συμπεράσματα που μετά αναθεωρώ, για να καταλήξω σε μία ακόμα πιο πλήρη εικόνα που μετά φυσικά πάλι αναθεωρώ κ.ο.κ. Η εικόνα που σχηματίζω για τους άλλους μοιάζει περισσότερο με τη συνάρτηση f(x) = 1/x. Είτε στα αρνητικά, είτε στα θετικά, δεν αγγίζω ποτέ τους ιδεατούς άξονες σκέψης και συναισθημάτων του άλλου. Απλά τα προσεγγίζω όσο πιο καλά μπορώ, γνωρίζοντας την ανθρώπινη αδυναμία μου της πλήρους κατανόησής τους και ενδεχομένως γνωρίζοντας τελικά πολλά περισσότερα για τον μικρόκοσμο του άλλου.

Το όλο πράγμα όμως δεν πήγαινε σ τα δικά μου μυαλά, αλλά περισσότερο για να εκφράσω την απορία μου για τη σιγουριά των πάντων για τα πάντα. Πόσο μάλλον για τη σιγουριά και τους χαρακτηρισμούς απέναντι σε άγνωστους ή ανθρώπους από τους οποίους έχεις δει μόνο το 0,01% του κόσμου τους. Κάπου μέσα σε αυτή τη σιγουριά κρύβεται συνήθως και η υπεροψία. Και κάπου εκεί παίζουν παιχνίδι η βεβαιότητα και η ισχυρογνωμοσύνη που έχουν θωρακίσει πλέον όλα τα βλέμματα. Κάπως έτσι βγαίνουν τα βιαστικά συμπεράσματα, λαμβάνονται οι βιαστικές αποφάσεις και τελικά η καθημερινότητα καταλήγει μία συνεχής διαμάχη με κάτι αόριστες ιδέες και ανύπαρκτα φαντάσματα. Κάπως έτσι περνάνε και τα χρόνια, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.


Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Οι δικοί σου νεκροί και οι δικοί μου


Η φωτογραφία που έχει κατακλύσει τα social media τις τελευταίες δύο ημέρες είναι όντως σοκαριστική. Ένα μωρό που προσπαθεί να θηλάσει τη νεκρή μητέρα του. Οι πληροφορίες για την ιστορία πίσω από τη συγκεκριμένη φωτογραφία είναι λίγο συγκεχυμένες. Κάποια sites γράφουν για Βιρμανία, άλλα για περιστατικό στη Σρι Λάνκα. Δεν έχει σημασία. Το θέμα της φωτογραφίας είναι το ένα και το αυτό. Το ίδιο και το κείμενο που συνοδεύει την εν λόγω φωτογραφία:

«3 Αμερικανοί σκοτώθηκαν χθες και όλος ο κόσμος ήξερε γι 'αυτούς.
Χιλιάδες βασανίζονται και δολοφονούνται κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο στη Βιρμανία, την Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ...
Αλλά ποιος νοιάζεται!»

Μάλιστα, αν και το κείμενο έχει την χαρακτηριστική νεοελληνική κομπλεξική χροιά, και ομολογώ πως προέτρεξα να το εκλάβω ανάλογα, φαίνεται τελικά πως είναι αντιγραφή από άλλο που έχει γραφτεί στα αγγλικά και έχει κατακλύσει και τα social media άλλων χωρών.

Θα ήθελα λοιπόν να σηκωθώ λίγο όρθιος και να επικαλεστώ το δικαίωμά μου να νοιάζομαι τόσο για τους χιλιάδες θανάτους και βασανισμούς όσο και για τους 3 νεκρούς της Βοστώνης. Και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια ένταση και την ίδια οργή. Με το ίδιο συναίσθημα για τους άδικους θανάτους που προήλθαν από τα ίδια αρρωστημένα μυαλά, αλλά που βρίσκονται μέσα στα κεφάλια διαφορετικών ανθρώπων.

Διότι το ανθρώπινο μυαλό είναι ένα. Και οι κτηνωδίες που έχουν τελεστεί ιστορικά και συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να τελούνται, από το ίδιο μυαλό προέρχονται. Ανεξαρτήτως φυλής, έθνους, θρησκείας, πολιτικού ή οικονομικού συστήματος. Έχουμε πλέον τις ιστορικές γνώσεις, αλλά και τις ψυχαναλυτικές ικανότητες ως είδος για να κατανοήσουμε πως οι φρίκες που μπορεί να εκτελέσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος ποτέ δεν έκαναν διακρίσεις σε τέτοιες επίπλαστες κατηγορίες.

Γι’ αυτό και για κάθε αντι-αμερικάνικό σου κόμπλεξ, μπορώ να σου τρίψω στη μούρη ένα αντι-μουσουλμανικό, ή ένα αντι-κομμουνιστικό, ή ένα αντι-ναζιστικό, ή ένα αντι-σοσιαλιστικό, ή ένα αντί-τρομοκρατικό, και πάει λέγοντας, κόμπλεξ δικό μου. Αλλά επειδή η ανουσιότητα και η ρητορική ανακύκλωση σε μία τέτοια διαμάχη είναι τόσο ξεκάθαρη, προφανώς και ποτέ δε θα μπορούσα να βγάλω ένα τέτοιο κόμπλεξ που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε φτωχούς, πλούσιους, χριστιανούς, μουσουλμάνους, άθεους, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, Αμερικάνους, Πακιστανούς, Αφγανούς, Παλαιστίνιους, ομοφυλόφιλους, ετερόφυλους, καπιταλιστές, σοσιαλιστές, κουστουμάτους, λέτσους και ένα κάρο άλλους διαχωρισμούς που έχει επινοήσει το ίδιο μυαλό που σου έλεγα πιο πάνω.

Ίσως, πάλι οι περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν και, ενδόμυχα να θέλουν αυτούς τους διαχωρισμούς. Είτε για να ενισχύουν τις ιδεολογίες τους, είτε για να βγάζουν το κόμπλεξ που πάλι έλεγα πιο πάνω. Ο Diderot είχε πει: «Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα». Και επειδή τελικά όλες οι νοητικές μας διεργασίες που μας οδηγούν σε συμπεράσματα και ανάλογες πράξεις φιλανθρωπίας ή απανθρωπιάς, βήματα είναι, προσέχετε λίγο αυτά τα βήματα που προηγούνται του φανατισμού. Διότι, εσκεμμένα ή μη, ενδεχομένως να τα «περπατάτε» μέσα σας.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Υποκρισία είναι...


Να προσάπτεις ταξικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά στη μάχη μεταξύ των αναγκαίων ανατροπών και του σάπιου κατεστημένου.

Να παθιάζεσαι τόσο πολύ περιβαλλοντικά με αυτό που συμβαίνει στις Σκουριές, σε μία χώρα που έχει ήδη καταστραφεί και συνεχίζει να καταστρέφεται περιβαλλοντικά από άκρη σε άκρη από τους ίδιους τους κατοίκους της.

Να κλείνεις ένα portal με αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο, και να μιλάς για νίκη της Δημοκρατίας.

Να αγνοείς τα εκατό στραβά του σπιτιού σου και να κραδαίνεις το δάχτυλο σε έναν άγνωστο ξένο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ σου.

Να αναζητάς συνεχώς τη στήριξη του Κράτους την ώρα που το μουντζώνεις σε κάθε ευκαιρία.

Να βλέπεις όλη αυτή τη σαπίλα που συνεχίζει να αναδύεται καθημερινά από τα σωθικά της κοινωνίας και να προσπαθείς να μας πείσεις ότι η σαπίλα απλά δημιουργήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια.

Να μιλάς για λαϊκό συμφέρον την ώρα που υπερασπίζεσαι τα «κεκτημένα» συμφέροντα των λίγων.

Να αναζητάς τη νομιμότητα, εθελοτυφλώντας στην παρανομία των δικών σου πεπραγμένων.

Να λες "φασίστες κουφάλες, έρχονται κρεμάλες".

Να λες "εδώ γίνεται το Χ, το Ψ σε πείραξε;"

Να πιάνεις στο στόμα σου λόγια σπουδαίων ανθρώπων, χωρίς καν να καταλαβαίνεις τι σημαίνουν.

Να χρησιμοποιείς πολιτική ρητορική του αποτυχημένου συστήματος για να εμπνεύσεις τις ανάγκες πολιτικής σκέψης του παρόντος.

Να κατακρίνεις προτάσεις χωρίς να μπορείς να διατυπώσεις ούτε μία για τις δικές σου θέσεις.

Να μιλάς για κοινωνική αλληλεγγύη, την ώρα που στάζεις με μίσος προς την κοινωνία.

Ο κοινωνικός διασυρμός δεν θα επέλθει από την οικονομική κατάρρευση, αλλά από την αδυναμία να αναγνωρίσει ο καθένας μας τον υποκριτή μέσα του. Την αδυναμία να συμφωνούμε σε στοιχειώδη, αλλά και να διαφωνούμε σε μία δημιουργικά αναδυόμενη βάση. Αυτή η εμμονή στην άρνηση, την ισοπέδωση και το παθιασμένο μίσος, σύντομα θα αναγκάσει την πραγματικότητα να μας γνέφει περιπαικτικά καθώς απομακρύνεται από το κεφάλι του καθενός μας. Η άρνηση που καλά κρατεί εδώ και δύο αιώνες σχεδόν τώρα και που με κάθε κρίση βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναδεικνύει τις αδυναμίες μας ως κοινωνία. Άλλωστε, μέσα στην παράκρουση, ο διάλογος παύει να αποτελεί μέσο επικοινωνίας, και τον ρόλο του αναλαμβάνουν άλλα μέσα. Αυτά που βλέπουμε συνεχώς να πληθαίνουν γύρω μας.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...