Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Intermission #62 (Διαχρονικός φασισμός edition)

Θα μαλλιάσει το πληκτρολόγιό μου, όση ρετσινιά και αν φάει... 

Στην σημερινή κοινωνική κρίση διακυβεύονται σημαντικότερα θέματα από απλά βρισίδια, γιαούρτια και φάσκελα. Το πάθος και η συνωμοσιολογία με τα οποία βαυκαλίζονται διαφόρων ειδών "αγανακτισμένοι", "σύντροφοι", "αντάρτες", "πατριώτες", "ντουβαρο-εμπρηστές", "εθνοτσολιάδες" και δεν ξέρω 'γω τι, εις βάρος της Δημοκρατίας (έστω της θεωρητικής), της ευνομίας, της κοινωνικής συνοχής, και του πολιτισμένου και ορθού λόγου, έχουν μεγαλύτερες και σοβαρότερες προεκτάσεις. 


Ουρλιάζει η ιστορία, κανείς δεν ακούει...



Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Δεν θα γίνεις Ισλανδός ποτέεε


Εδώ και κάμποσους μήνες, ανακυκλώνεται μέσα στην αλυσίδα παραγωγής συνωμοτικών e-mails  το «θαύμα της Ισλανδίας», το οποίο ισορροπώντας ανάμεσα σε αλήθειες και επαναστατικές ονειρώξεις, περιγράφει πώς η Ισλανδία έφτυσε τις διεθνείς της υποχρεώσεις και με κάποιου είδους λαϊκό πραξικόπημα έγινε ξανά μία λαμπρή οικονομία. Βέβαια, παρόλο που η περίπτωση της Ισλανδίας όντως προβλημάτισε τους παραδοσιακούς «συνταγολόγους» του ΔΝΤ, τα ελληνικά φιντάνια που δημιούργησαν το συγκεκριμένο trendy κείμενο, χρησιμοποίησαν τις γνωστές απλουστεύσεις για τις «κακές τράπεζες» και τον «καλό λαό». Και πάνω στην τύχη τους, η ισλανδική περίπτωση όντως είχε να κάνει με «κακές τράπεζες» και αμέτοχο λαό. Απλά, όπως και στην ατυχή σύγκριση με την Αργεντινή, ή με το «χατζηστεφάνικο» Εκουαδόρ, έτσι και με την Ισλανδία υπάρχουν διαφορετικά οικονομικά μεγέθη, διαφορετικές συγκυρίες, διαφορετικές περίοδοι, διαφορετικά εσωτερικά γεγονότα και φυσικά διαφορετική λαϊκή ψυχοσύνθεση.

Για όλα αυτά, πλην του τελευταίου έχουν γραφτεί gigabytes απόψεων, αντίλογων και αναλύσεων, οπότε εγώ θα προσφέρω μερικά kilobytes για το συγκεκριμένο. Και τί καλύτερο παράδειγμα από τη σύγκριση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουν την κρίση οι δύο λαοί; Καθότι, όταν εδώ το αντιμνημονιακό μέτωπο συσπειρώνει αριστερά, λαϊκή δεξιά και ακροδεξιά υπό την ανακουφιστική και εκτονωτική ομπρέλα του «λαϊκού ολοκληρωτισμού», της μούντζας, του τσαμπουκά και της κρεμάλας, στην Ισλανδία ένας σημαντικός τρόπος εκτόνωσης είναι… το χιούμορ. Μιας και η εβδομάδα που μας πέρασε, είδε την γέννηση ενός λαϊκο-δεξιού εκτρωματικού πολιτικού σχηματισμού, ας αντιπαραβάλουμε τον τσαμπουκά και το ύφος του Πάνου Καμμένου και τους «Ανεξάρτητους Έλληνές» του, με το «Καλύτερο κόμμα» του Jon Gnarr.

Ο Jon Gnarr είναι ένας Ισλανδός κωμικός, που πρόπερσι έθεσε υποψηφιότητα για Δήμαρχος του Reykjiavik ιδρύοντας το «Καλύτερο κόμμα» και το κίνημα του αναρχοσουρρεαλισμού. Η βασική του καμπάνια βασίστηκε στην κωμωδία, την σάτιρα των συντηρητικών ισλανδικών πολιτικών και την απαξίωση της σκληροπυρηνικής πολιτικής μέσω διακωμώδησης της σοβαροφάνειας που είχε δημιουργηθεί στον απόηχο της οικονομικής κρίσης. Όπως δήλωσε, ο ίδιος: «Σκοπός ήταν η ισορροπία μεταξύ της ανοησίας, του χιούμορ, της ειλικρίνειας και της ευτυχίας, υπό ένα πολιτικό πλαίσιο». Και η προεκλογική του καμπάνια και παρουσία προσέφερε ακριβώς αυτό. Αντέταξε τη μιζέρια με το χαμόγελο και τη δουλειά που έπρεπε να γίνει ώστε ο κόσμος να σκέφτεται λίγο πιο χαλαρά. Μεταξύ άλλων πρότεινε δωρεάν πετσέτες σε όλες τις πισίνες, μία πολική αρκούδα για τον ζωολογικό κήπο της πόλης, δωρεάν είσοδο σε ένα από τα πάρκα της πόλης όπου παίζουν ορχήστρες, διόδια σε μία μικρή συνοικία του Reykjiavik για να «ανακουφιστεί το χρέος», κ.α.

Τις εκλογές τις κέρδισε, και το σκεπτικό συνέχισε. Μία από τις πρώτες του δηλώσεις ως νέος Δήμαρχος ήταν ότι δεν θα συνεργαστεί πολιτικά με κανέναν που δεν έχει δει το “The Wire”, τη γνωστή σειρά της HBO. Ταυτόχρονα συνέχισε την ενεργό του παρουσία, άλλοτε ως drag queen στο Gay Pride 2010 του Reykjiavik, άλλοτε ως Darth Vader με σκουφάκι Άη Βασίλη για την έναρξη των χριστουγεννιάτικων εκδηλώσεων, ενώ σχεδόν όλες οι δηλώσεις του γίνονταν με σημαντικό πολιτικό περιεχόμενο, αλλά «γαρνιρισμένες» με χιούμορ, άλλοτε ανόητο, και άλλοτε πιο έξυπνο επιπέδου Monty Python. Το καθεαυτό έργο του μέχρι στιγμής έχει χαρακτηριστεί αποδοτικό, ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων του Reykjiavik έχει ένα λόγο παραπάνω να νοιώθει υπερήφανη για τον Δήμαρχο που εργάζεται και επανέφερε το χαμόγελο στην πόλη εν μέσω οικονομικής κρίσης.

Αστείοι και αγροίκοι υπάρχουν παντού. Όπως προαναφέρθηκε όμως, το παράδειγμα του Jon Gnarr έρχεται σε μία ταιριαστή αντιδιαστολή με τον τρόπο που εννοούν οι περισσότεροι Έλληνες την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Αποκομμένοι από την αισιοδοξία, τη χαλαρότητα και το χιούμορ, και σφιχτά «δεμένοι» με τη μιζέρια, τη σοβαροφάνεια και τον τσαμπουκά, ενδεχομένως να θεωρούμε πως ακολουθούμε καλύτερη τακτική αντιμετώπισης του προβλήματος. Εάν όμως δεν εστιάζουμε στην καθημερινότητα και τις σχέσεις μεταξύ μας, περισσότερο από τα θεωρητικά ιδανικά που έχουμε κουραστεί να αναλύουμε, τα ιδανικά αυτά δεν θα βρουν ποτέ πρόσφορο έδαφος για να υλοποιηθούν. Βέβαια για να γίνει αυτό, θα πρέπει και κάποια στιγμή να ξεπληρώσουμε κάτι προηγούμενα χρωστούμενα στην ιστορία ώστε να αντιληφθεί ο καθένας από εμάς χωριστά την ύπαρξή του ως μέρος ενός πολιτισμού και ενός κοινωνικού συνόλου που υπάγεται σε μία ευρύτερη αστική δημοκρατία, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα συζήτησης. Καλό θα ήταν όμως να γνωρίζουμε ότι, την ημέρα που η Ισλανδία θα βγει ολοκληρωτικά από την κρίση (και αυτή η μέρα πλησιάζει πολύ πιο γρήγορα από τα δικά μας ουτοπικά στοιχήματα), ρόλο θα έχει παίξει και η αντίληψη του μέσου Ισλανδού ως μέρος μίας πολιτισμένης συλλογικότητας, που δεν είναι γεμάτη εσωτερικούς και εξωτερικούς φανταστικούς εχθρούς.

Φώτο: Aleksandar Radulovic

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Στοιχήματα χωρίς αντίκρυσμα


Οι δραχμολάγνοι υποστηρικτές της χρεοκοπίας έχουν δίκιο σε ένα από τα βασικότερα επιχειρήματά τους. Το νέο πακέτο στήριξης, μας δίνει απλά πίστωση χρόνου και δεν λύνει τα στοιχειώδη προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Βέβαια, το ίδιο επιχείρημα ισχύει και αντίστροφα, και μάλιστα σε δυνατότερο βαθμό. Πώς, δηλαδή, μία οικονομία με τα συγκεκριμένα στοιχειώδη προβλήματα μπορεί να αναπτυχθεί εν μέσω χρεοκοπίας, με αδύναμο νόμισμα, υψηλό πρωτογενές έλλειμμα και σε οικονομική απομόνωση; Τι περιέχει αυτός ο μαγικός αεροψεκασμός που θα γεμίσει τον ελληνικό ουρανό και ξαφνικά θα μετατρέψει την Ελλάδα σε οργανωμένη, παραγωγική, εύνομη, αδιάφθορη και συλλογική οικονομία;

Σε αντίθεση με τα λεγόμενα των θεωριών διαφόρων «διανοούμενων» ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, οι οικονομίες απαρτίζονται από ανθρώπους. Για την ακρίβεια, απαρτίζονται από τις ψυχολογίες των ανθρώπων. Όσο αυξάνει η αισιοδοξία, η παραγωγικότητα και εν τέλει η αμοιβαία εμπιστοσύνη σε μία κοινωνία, η οικονομία αναπτύσσεται. Όσο υπάρχει απαισιοδοξία και κοινωνική διάσπαση, αναγκαστικά η οικονομία θα κατακερματίζεται σε μικρότερες επί μέρους προσπάθειες που θα αλληλοσυγκρούονται και θα αποτρέπουν την ανάπτυξη.

Ρεαλιστικά μιλώντας, και κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού Κράτους, η Ελλάδα δεν έχει επιδείξει ποτέ την ικανότητα να αναπτυχθεί οικονομικά από μόνη της, χωρίς δανειακές ενέσεις από το εξωτερικό για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Και ο λόγος είναι ότι ανέκαθεν κοινωνικά ήταν κατακερματισμένη, με διάσπαρτες κοινωνικές ομάδες και συντεχνίες που συγκρούονταν έχοντας ως προτεραιότητα την προσωπική τους ευμάρεια και όχι την συλλογική.

Πέρα από την «τελευταία ευκαιρία», δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι όλα αυτά είναι συνειδητοποιημένα από την κοινωνία μας. Παρά την εξασφάλιση της οικονομικής ανακούφισης για τα επόμενα 2-3 χρόνια και τις προϋποθέσεις για νέο ξεκίνημα, ήδη οι ερχόμενες εκλογές ετοιμάζονται να αναδείξουν ακραίες τάσεις του πολιτικού χώρου. Ένας αχταρμάς του υπάρχοντος σάπιου συστήματος, με καταστροφολόγους «ισοπεδωτές» και παθιασμένους επενδυτές του λαϊκού συναισθηματισμού, ετοιμάζεται να αναλάβει τα ηνία της χώρας για να φέρει εις πέρας μία σειρά από δύσκολες υποχρεώσεις της. Το πελατειακό σύστημα άντεξε και ψάχνει νέους τρόπους να επιβιώσει. Ταυτόχρονα, σε κοινωνικό επίπεδο, η πόλωση, η ακρότητα και η καχυποψία βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο άνευ προηγουμένου. Ο φασισμός έχει ξεφύγει πλέον από τα παραδοσιακά άκρα και διαχέεται ανενόχλητος ακόμα ανάμεσα και σε πιο μετριοπαθείς ομάδες, ενώ η ανομία σε διάφορα επίπεδα αποτελεί συνηθισμένη πρακτική.

Στην ουσία το πραγματικό στοίχημα είναι η αναχαίτιση όλων αυτών των στοιχείων και όχι η υπερανάλυση αριθμών και θεωριών που ήδη έχει ξεπεράσει κάθε όριο κούρασης και κορεσμού. Φαίνεται ότι πάνω στον οίστρο τους, τα δύο «στρατόπεδα» ξέχασαν να αναφέρουν τους ανθρώπους που απαρτίζουν την οικονομία μας. Και δεν αναφέρομαι στον ανθρωπισμό των συγκεκριμένων θεωριών, αλλά στην διαπίστωση ότι χωρίς κοινωνική συνοχή μέχρι ένα μεγάλο βαθμό, οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να δημιουργείται εσαεί μόνο με ενέσεις ρευστότητας έξωθεν. 

Διαφορετικά, σε 2-3 χρόνια, πάλι τις ίδιες συζητήσεις θα έχουμε, αλλά χωρίς την επιλογή της εξωτερικής βοήθειας. Βέβαια, θα μας έχει μείνει η «εθνική κυριαρχία»…


Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Intermission #61 (Αμερικανάκια edition)

Φαντάζεστε να είχαμε μία τέτοια βιβλιοθήκη στην Αθήνα; Πρώτη πρώτη θα καιγότανε...

Η κεντρική βιβλιοθήκη στο Kansas City

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Οι εκλογές στον βωμό της ιδιώτευσης


Η επίκληση για εκλογές είναι αδιαμφισβήτητα μία άκρως δημοκρατική ενέργεια. Το να θέτεις όμως ψευδοδιλήμματα τύπου «άνθρωποι ή ντουβάρια» στο θέμα των εκλογών τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι είτε πολιτική σκοπιμότητα είτε εφηβική αφέλεια. Μπορούμε έτσι να ασκούμε το εθνικό σπορ και να μιλάμε με τις ώρες σε θεωρητικό επίπεδο για την αποκορύφωση του δημοκρατικού μας δικαιώματος που είναι οι εκλογές, αποφεύγοντας περίτεχνα το διά ταύτα της πραγματικότητας.

Παρατηρώντας το μένος ορισμένων και την επιμονή για την άμεση διεξαγωγή εκλογών, μου δημιουργήθηκαν κάποιες απλές απορίες. Ας παρακάμψουμε τα αυτονόητα, όπως το γεγονός ότι έχουν περάσει μόλις 2,5 χρόνια από τις προηγούμενες εκλογές ή ότι, παρά τους αλαλαγμούς δεξιόθεν και αριστερόθεν, συνταγματικά δεν υπάρχει κάποιο κώλυμα με την παρούσα κατάσταση, και ότι αν τελικά το πρόβλημα ήταν ο ΓΑΠ που παραπλάνησε το εκλογικό σώμα με μία και μόνο φράση, τότε αυτός έχει φύγει ουσιαστικά από τη μέση. Ας παρακάμψουμε και την «αυτιστική» εμμονή του κ. Σαμαρά με την εξουσία, και τη διαχρονική ασέβεια της Αριστεράς σε όλα σχεδόν τα εκλογικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Καταρχάς, είχα την αίσθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας μας θεωρεί, και δικαίως μάλιστα, ότι το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι σάπιο και πρέπει να αλλάξει. Ποιο είναι αυτό το νέο μαζικό ιδεολογικό ρεύμα που έχει μετασχηματιστεί σε πολιτικό κόμμα και διεκδικεί άμεση είσοδο στη Βουλή για να μεταμορφώσει τη σαπίλα σε κάτι νέο; Τον «Νεοέλληνα» του Τζιμάκου δεν τραγουδάει ο αριστερός χώρος; Πότε πρόλαβε και πέθανε ο «νεοέλληνας» και γεννήθηκε ο σωστός, υπεύθυνος και κοινωνικός Έλληνας για να αναδείξει τους σωστούς και υπεύθυνους εκπροσώπους του στο κοινοβούλιο που θα καθαρίσουν τη σαπίλα;

Το πλέον εμφανές είναι ότι υπό τη σκιά του αντι-μνημονιακού λάβαρου, άνοδο σημειώνουν άκρως συντηρητικά κόμματα τόσο από τον χώρο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Εν τέλει, όσο «μπαλαμουτιασμένα» και αν είναι τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, δεν παύουν να δείχνουν μία σχετικά ρεαλιστική εικόνα. Πράγμα που όπως έχει επαναληφθεί πολλάκις, είναι απόλυτα φυσιολογικό εν μέσω οικονομικής ύφεσης και λιτότητας. Το ότι είναι φυσιολογικό όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφεθούμε σε αυτό λες και μέσα στην αβουλία μας βάζουμε τον αυτόματο πιλότο που θα ανεβάσει στην εξουσία συντηρητικά, εθνικιστικά και οπισθοδρομικά στοιχεία.

Άξιο προβληματισμού είναι επίσης το ποσοστό αποχής ή η ευκολία που αναμασιέται η προτροπή για λευκή ή άκυρη ψήφο. Ποια ακριβώς είναι η αντίληψη των «εκλογολάγνων» για την συνεισφορά των παραπάνω στην πολιτική και δημοκρατική ποιότητα του συστήματος; Η είσοδος της Χρυσής Αυγής στον Δήμο Αθηναίων, και η ενδεχόμενα οριακή είσοδός της στη Βουλή, χάρη στην αποχή, δεν ταρακουνάει την συνείδηση κανενός; Εκτός πια αν ως πολίτες έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ιδιώτευσης που στην απεγνωσμένη επιθυμία μας να έρθει το μάνα εξ ουρανού επιτρέπουμε τέτοιες καταστάσεις με οποιοδήποτε τίμημα.

Φυσικά και να ανατρέψουμε το υπάρχον πολιτικό τέλμα, και φυσικά να αλλάξουμε τη σύσταση της υπάρχουσας Βουλής. Φυσικά και να εκφράσουμε γνώμη και βούληση για τις παρούσες κρίσιμες καταστάσεις. Το ανακάτεμα της τράπουλας όμως με τα ίδια σημαδεμένα φύλλα δεν προσφέρει κάτι νέο στο υπάρχον παιχνίδι.

Υπάρχει βέβαια πάντα και ο απόλυτα σεβαστός αντίλογος που προτάσσει ότι στον βωμό της δημοκρατίας, οποιαδήποτε συνθήκη είναι υποδεέστερη. Έτσι αν οι Έλληνες πολίτες αποφασίσουν να αναδείξουν μία Βουλή με το υπάρχον σάπιο και συντηρητικό πολιτικό σύστημα θεωρώντας ότι με κάποιον μαγικό τρόπο θα βελτιώσει την κατάσταση, έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Μέχρι στιγμής άλλωστε, η εναλλακτική πρόταση στην υπάρχουσα κατάσταση είναι η «μπέσα», το τσαγανό, ο τσαμπουκάς και η εθνική απομόνωση. Εάν θεωρούμε ότι αυτά εκφράζουν την πλειοψηφία της ηθικής της κοινωνίας μας, πολύ σωστά η δημοκρατία θα πρέπει να παρέχει το μέσον ώστε αυτή η ηθική να εκφραστεί και κοινοβουλευτικά.


Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Εδώ σε θέλω μάγκα μου...


Στη σημερινή ανάρτηση, σου προσφέρω απλόχερα την παράνοιά μου. Δώσε βάση μεγάλε, για να δεις τι κυκλοφορεί δίπλα σου!


Μπορώ να κατακρίνω την αστυνομική βία, και ταυτόχρονα τη βία της κουκούλας. Μπορώ δηλαδή να καταλάβω πότε οι μπάτσοι βαράνε στο ψαχνό (κακώς), αλλά και πώς είναι όντας μπάτσος να σε βρίζουν και να προσπαθούν να σε λαμπαδιάσουν ή να σου ανοίξουν το κεφάλι (επίσης κακώς). Μπορώ επίσης να κατακρίνω τα πογκρόμ φασιστοειδών που σπάνε κόσμο στο ξύλο, με τον ίδιο τρόπο που κατακρίνω τους και-καλά-αντί-φασίστες που σπάνε και καίνε τα μαγαζιά του κόσμου και τους δημόσιους χώρους. Μπορώ στα επεισόδια που συμβαίνουν σε κάθε πορεία να δω πραγματικούς ανεγκέφαλους μπαχαλάκηδες, αλλά ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι δρουν και ασφαλίτες ως κουκουλοφόροι. Μπορώ μέσα σε μία διμοιρία των ΜΑΤ να δω έναν μεροκαματιάρη πιτσιρικά αλλά και ένα φασιστοειδές που βγάζει το άχτι του. Μπορώ ανάμεσα στον κόσμο που διαμαρτύρεται και κατεβαίνει στους δρόμους να δω το λαμόγιο, τον μπαχαλάκια, το κομματόσκυλο, αλλά και αυτόν που πραγματικά ελπίζει και παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του.


Μπορώ από το Μνημόνιο Ι, το Μεσοπρόθεσμο και το Μνημόνιο ΙΙ (που μαζοχίστηκα και τα διάβασα για να γνωρίζω τι γράφουν), να διαχωρίσω τα στοιχεία με τα οποία συμφωνώ από αυτά που διαφωνώ. Έχω λοιπόν αυτή την απίστευτη ικανότητα για τα ελληνικά δεδομένα να μπορώ να είμαι σε κάποια θέματα μνημονιακός και σε κάποια άλλα αντι-μνημονιακός. Ταυτόχρονα ε; Μπορείς να το διανοηθείς;


Μπορώ να μην πηγαίνω μία τον Μπένι για αυτά που λέει και με την ρητορική που τα λέει, αλλά μπορώ από τις 1000 απαξιώσεις που θα του κάνω, να σεβαστώ αυτά που είπε τις προάλλες στον Λαφαζάνη και να τον επαινέσω.


Καταλαβαίνεις με τι παρανοϊκό τύπο έχεις να κάνεις; Έχει κι άλλο όμως. Μπορώ να αλλάζω πολιτική σκέψη και ιδεολογικό χώρο σταδιακά, όταν βλέπω ότι αυτά που θεωρούσα μέχρι πρότινος σωστά, ήταν μία χαζομάρα ή μια αφέλεια και μισή και όταν ανακαλύπτω πλαίσια σκέψης που μου φαίνονται πιο σωστά και λογικά. Έχω το θράσος να πιστεύω ότι η νεανική σκέψη μπορεί να είναι φρέσκια και δημιουργική, αλλά χρειάζεται και η πείρα αρκετών ετών για να μπορεί να εφαρμόζεται έμπρακτα σε ρεαλιστικές καταστάσεις. Μπορώ να έχω ήρεμο το κεφάλι μου γνωρίζοντας ότι υπάρχουν καλοί και κακοί επιχειρηματίες, που απασχολούν καλούς και κακούς εργαζόμενους, αλλά και ότι υπάρχουν κοπρίτες και ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να έχω αυτή την καταπληκτική ικανότητα που έχεις εσύ και γνωρίζεις την ακριβή αναλογία ή το απόλυτο νούμερο.


Κοινώς, μπορώ να είμαι γκρι ή καλύτερα, πολύχρωμος. Να αδυνατώ να βλέπω 100% άσπρο ή 100% μαύρο σε καταστάσεις, ιδέες και γεγονότα. Και για να είμαι ειλικρινής, αυτό είναι μία πολύ κουραστική κατάσταση. Είναι η κατάσταση όπου συνεχώς είσαι ξεκρέμαστος, γιατί δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από ταμπέλες, δόγματα ή όχλους. Πρέπει συνεχώς να αμφισβητείς, να διαβάζεις, να ψάχνεις πηγές και να προσπαθείς να μιλάς όσο πιο αντικειμενικά μπορείς. Να δημιουργείς αργά και υπομονετικά το δικό σου πλαίσιο ηθικής και αξιών και να μην επαναπαύεσαι σε έτοιμα πολιτικά ή ιδεολογικά δόγματα. Και όταν σε μία συζήτηση κάποιος σε «κολλάει στον τοίχο» να μπορείς να ξεστομίσεις την άκρως ανθελληνική φράση «σωστά, έχεις δίκιο τελικά» και να υποχωρείς σε κάποιες θέσεις.


Βέβαια για να είμαι ειλικρινής, αυτή η παράνοια έχει και άλλες ορολογίες. Στις πολιτισμένες κοινωνίες ή μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων για παράδειγμα, ονομάζεται «κριτική σκέψη». Και κατά κάποιο τρόπο είναι αυτός ο τρόπος σκέψης που δεν επαναπαύεται στη μασημένη τροφή, ξεκινάει πάντα αμφισβητώντας, αλλά και τροφοδοτείται συνεχώς από τις απόψεις των άλλων προκειμένου να εμβαθύνει συνεχώς σε διάφορα θέματα.


Γι’ αυτό σου λέω μάγκα μου. Έχεις μπλέξει με κάποιον που σου λέει ενοχλητικά πράγματα, αλλά δεν έχει ταμπέλα για να σημαδέψεις.


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Καλά, εγώ σιχάθηκα νωρίς


Για να σου πω την μαύρη μου αλήθεια, όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό δεν με αγγίζουν και τόσο. Φυσικά μου δημιουργούν ένα άγχος, μία μικρή αγωνία, αλλά στον βαθμό που ένας άνθρωπος ψάχνεται και αναρωτιέται πώς θα εξελιχθεί και θα επιβιώσει. Τίποτα παραπάνω. Αδυνατώ να συμμετέχω στον πανελλαδικό πανικό που ξαφνικά μας εξόργισε και μας αηδίασε.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά εξοργίστηκα και αηδίασα πολλά χρόνια πριν. Τότε που το ευρωπαϊκό χρήμα έπεφτε βροχή από τον ουρανό και όλους τους είχε κατακλύσει μία υστερία καταναλωτισμού και επαρχιώτικου μεγαλοϊδεατισμού. Όταν η ελληνική επικράτεια γέμισε μεζονέτες, εξοχικά, διαμερίσματα, ακριβά αυτοκίνητα και τζάμπα μάγκες. Ήταν εκείνη η μικρή περίοδος που ξαφνικά η οικονομία μας απέκτησε μία υπεραξία άνευ προηγουμένου και μία ολόκληρη γενιά άρχισε να καταβροχθίζει μανιωδώς το κομμάτι της πίτας που αναλογούσε στις επόμενες γενιές. Κατάλοιπα της φτώχιας; Κατοχικό σύνδρομο; Ανεύθυνοι και επιπόλαιοι Ελληναράδες; Δεν ξέρω... Λες και έχει σημασία πλέον.

Τα ασφαλιστικά ταμεία υπερφορτώθηκαν, το Κράτος διογκώθηκε, οι μπίζνες με το Δημόσιο άνθισαν και η πίτα έδειχνε τόσο μεγάλη που ακόμα και αν έσκαγες στο φαΐ, συνέχιζες λυσσαλέα να τρως. Κάπου εκεί ξεπήδησε και η γενιά των 700 ευρώ. Η δική μου γενιά. Με ικανότατα, μορφωμένα και καταρτισμένα άτομα που ήθελαν να δημιουργήσουν τη δική τους πίτα. Οι ανισότητες όμως ήταν ήδη παρούσες. Υπήρχε το χοντρολαμόγιο στη ΔΕΚΟ, απόφοιτος Λυκείου, ή ο άξεστος μπατζανάκης του Υπουργού που καθάριζαν τέσσερα χιλιάρικα το μήνα, και ο πτυχιούχος με μεταπτυχιακό και ειδίκευση που ζήταγε ταπεινά τον βασικό του μισθό. Το βουλευτιλίκι του δικομματισμού, ένα απέραντο γραφείο ευρέσως εργασίας χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Υπήρχε ο αμόρφωτος επιχειρηματίας που έχτιζε το ένα σπίτι μετά το άλλο, και ο υπερωριακός υπάλληλός του που σχεδόν έτρεχε όλη την επιχείρηση. Θυμάσαι που υπήρχαν μισθοί των 1000-1200 ευρώ και μετά αυτοί των 3000+ ; Το ενδιάμεσο δεν έπαιζε και πολύ. Οι «χοντροί» είχαν καβαντζώσει ήδη την κορυφή και τους χώριζε μία ασφαλής «τάφρος» με τους πιο κάτω. Πώς ακριβώς να δημιουργηθεί η ανάπτυξη; Τι ορίζοντα έδωσαν στις νεώτερες γενιές όταν όλοι έχτιζαν πάνω στα κεφάλια μας; Ποια παραγωγική διαδικασία μπορεί να ξεπηδήσει από τον επιχειρηματία που συνεχίζει να βλέπει την επιχείρησή του σαν μαγαζάκι και όχι ως αναπτυξιακό παράγοντα; Ποια κοινωνία θα δημιουργήσει εξωστρέφεια όταν αποτελείται κατά κόρον από ιδιώτες ανθρώπους που δεν έχουν την αίσθηση του κοινού συμφέροντος;

Μην απορείς πως φτάσαμε εδώ. Θυμάσαι πόσα τραπεζικά προϊόντα δανείων είχαν κατακλύσει τις τηλεοράσεις; Πώς σε φόρτωναν πιστωτικές κάρτες και πώς ακόμα και 20άρηδες έπαιρναν ένα οποιοδήποτε δάνειο για να το φάνε στην Ερμού μέσα σε έναν μήνα ή για να ζήσουν το «όνειρο» της Μυκόνου για μία εβδομάδα;

Εγώ την θυμάμαι καλά εκείνη την περίοδο. Σε κάποια φάση, λίγο πριν τα 30 μου, είχα αρχίσει να νοιώθω και τύψεις που ήμουν ακόμα στο ενοίκιο, και που δεν είχα αγοράσει αυτοκίνητο. Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι για την ίδια την λογική μου. Γιατί να μην ξοδεύω παραπάνω από αυτά που βγάζω, αφού όλοι το κάνουν; Κάτι δεν κόλλαγε σωστά. Έβλεπα αυτούς που ξόδευαν. Έβλεπα την μανία με την πίττα και εμένα απλά δεν μου κόλλαγε αισθητικά και νοητικά αυτό το θέαμα.

Στο έχω ξαναπεί. Μου είναι αδιανόητο το σκοτάδι και οι άνθρωποι που το απαρτίζουν. Γνωρίζω τι δικαιώματα έχω σε αυτά που ξοδεύω, και τι υποχρεώσεις σε αυτά που κερδίζω. Το ίδιο κάνω και έξω από το σπίτι μου, στην κοινωνία ως πολίτης. Γι’ αυτό σου λέω… Όλα αυτά που βλέπω να συμβαίνουν αυτές τις μέρες, δεν μου λένε μία. Την αγανάκτηση και τη σιχασιά μου, τα εξάντλησα πριν περίπου μία δεκαετία, όταν οι περισσότεροι έψαχναν απεγνωσμένα το μερίδιό τους στην πίττα και δεν είχαν καιρό για σκέψη. Γι’ αυτό αρκετές φορές, ίσως και να δικαιολογώ την αγανάκτηση των σημερινών πιτσιρικάδων. Γιατί αυτοί δεν πρόλαβαν να σιχαθούν.


Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Intermission #60 (Allahu akbar edition)

Ευρωπαίοι Έλληνες πολίτες από την σημερινή διαδήλωση σε κεντρική πλατεία γνωστής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

"Καμμένοι" από χέρι


Ο τόνος της φωνής του κ. Γκλέτσου ήταν αποφασιστικός, «Αν μου το ζητούσε ο Μίκης, θα γινόμουν στρατιώτης για να τον βοηθήσω με αφισοκολλήσεις ή δεν ξέρω ‘γω τι. Έρχονται νέα παιδιά στο γραφείο μου ζητώντας δουλειά, και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Εκστασιασμένος από το πατριωτικό και αντί-μνημονιακό σθένος του πρώην ηθοποιού, ο κ. Παπαδάκης έκανε απλές, «ανθρώπινες» ερωτήσεις. Σαν αυτές που θα έκανε ο «λαουτζίκος». «Πώς ένας ζεν πρεμιέ, που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε (γέλια στο πάνελ), αποφάσισε να γίνει επαναστάτης… να δώσει μάχες για τα κοινά;». Ο Απόστολος διατηρούσε την σοβαροφάνειά του. Είναι ώρες για αγώνα τώρα, όχι για αστεία. Την σοβαρότητα της κατάστασης την υπογράμμισε εξηγώντας πως τα τούρκικα σίριαλ πλέον έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση. «Τί προσπαθούν να κάνουν; Τα παιδιά μας ακούνε συνέχεια τούρκικα, μαθαίνουν για τα τούρκικα έθιμα και τον πολιτισμό. Έχουμε ξεφύγει τελείως;». Και αφού φρόντισε για τα παιδιά μας, έριξε και την αριστερίστικη ατάκα «Η Ευρώπη πλέον υπάρχει για το χρήμα και όχι για τους λαούς, αλλιώς θα τύπωναν μερικά τρις σε φρέσκο χρήμα και ο κόσμος θα σταματούσε να πεινάει». ΟΕΔ! Προφανώς, τα αισθήματα του πατριωτισμού και της ξενοφοβίας είναι τόσο έντονα που η πλήρης ασχετοσύνη στα οικονομικά δικαιολογείται.  

Ο υπερπατριωτισμός του κ. Γκλέτσου δεν ήταν μόνος. Πιο πριν, είχαν κάνει την παρέλαση από τα παράθυρα της εκπομπής του κ. Παπαδάκη και πιο ακραίες απόψεις. Εκδικαζόταν στη Χάγη και η υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων, οπότε η εθνικιστική ρητορική δεν συνάντησε δυσκολίες. «Ο παππούς και η γιαγιά της Μέρκελ και του Σόιμπλε διέπραξαν θηριωδίες, βίασαν, έκαψαν, και εμείς θα το ανεχτούμε;» φώναζε και χτυπιόταν ο κ. Καμμένος από το παράθυρό του δίπλα στον κ. Κουρουμπλή. Οι ατάκες και οι λέξεις ήταν προσεκτικά επιλεγμένες «ταφόπλακα στον ελληνικό λαό», «οι βουλευτές που θα ψηφίσουν την δανειακή σύμβαση θα βρεθούν ενώπιον των ευθυνών τους και θα λογοδοτήσουν», «οι συμμορίτες και οι δωσίλογοι». Η γνωστή επίκληση στο άρθρο 120 του Συντάγματος. Η γνωστή ρητορική μίσους, γαρνιρισμένη με δόσεις λαϊκής αγανάκτησης.

Ακόμα και πιο πριν από τον κ. Καμμένο, το «λαϊκό» πάνελ του κ. Παπαδάκη δικαίωσε την επιστολή Ιερώνυμου, ενώ ο ίδιος δημοσιογράφος διερωτώμενος αν η εκκλησία επιτρέπεται να παίρνει θέση σε τέτοια ζητήματα, απάντησε ρητά «φυσικά, σε τέτοιες δύσκολες εποχές». Μέσα σε μισή ώρα το μείγμα ήταν έτοιμο. Ο κ. Καμμένος ανησύχησε για την «πατρίδα», ο κ. Γκλέτσος για την «οικογένεια», και ο Αρχιεπίσκοπος για την «θρησκεία». Και ο κ. Παπαδάκης, που φυσικά «εκφράζει» τις καθημερινές ανησυχίες και σκέψεις του ελληνικού «λαουτζίκου», έδεσε αυτά τα τρία στοιχεία ως προτεραιότητα για την ελληνική κοινωνία. Στην τελική, όπως συμπέρανε και ο ίδιος, «Τί άλλο χειρότερο μπορούμε να πάθουμε; Μας κόψαν τους μισθούς, μας εξαθλίωσαν, ας χρεοκοπήσουμε να τελειώνουμε. Τουλάχιστον θα έχουμε τη δραχμούλα μας».

Έχω εκφράσει πολλές φορές τις ανησυχίες μου για την συνεχιζόμενη άνοδο, όχι μόνον της λαϊκής και άκρας δεξιάς αλλά κυρίως για τις δυνάμεις της οπισθοχώρησης. Όποιον και να ρωτήσεις σήμερα θα σου πει ότι το πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει και πρέπει να αλλάξει. Ναι, αλλά προς ποια κατεύθυνση; Για το «μπροστά» πλέον δεν γίνεται και πολύς λόγος. Ο δημόσιος λόγος δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην παλιότερη Ελλάδα (όπου ο κ. Γκλέτσος θα μπορεί να δίνει εργασία με τα ρουσφέτια του). Θέλει να πάει ακόμα πιο πίσω. Έναν αιώνα και βάλε. Στις εποχές όπου οι «προδότες» αποκεφαλίζονται και που το έθνος είναι το υψηλότερο ιδανικό. Στις εποχές που ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους, το ονομάζουμε παράνομο και δημιουργούμε πογκρόμ εναντίον του. Το παιχνίδι έχει ξεφύγει πλέον από τα παραδοσιακά άκρα, και διαχέεται ακόμα περισσότερο ανάμεσα και στις πιο μετριοπαθείς ομάδες. Ως αντίδοτο για τον φόβο και την ανασφάλεια προτάσσονται η φωτιά, το τσεκούρι, η σημαία, ο σταυρός και η διεθνής απομόνωση. Και ξαφνικά βρεθήκαμε στην εποχή, που όλα αυτά ακούγονται φυσιολογικά και παρελαύνουν καθημερινά στις οθόνες μας σα να μην τρέχει τίποτα. Η γνωστή ρητορική μίσους, γαρνιρισμένη με δόσεις λαϊκής αγανάκτησης… 



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...