Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊστής γίνεσαι, δεν γεννιέσαι


“ Σε άλλα νέα, αυτή τη στιγμή στα γραφεία της Δράσης-ΦΙΣ διεξάγεται συζήτηση για την επιρροή του Hayek στη Γερμανία του μεσοπολέμου, στα γραφεία της ΔΗ.ΣΥ. για την ποσοστιαία μεταβολή του βιωτικού επιπέδου με μία αύξηση 5% στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ενώ στην Δημιουργία Ξανά αναρωτιούνται αν ο πολιτικός έκανε τον επιχειρηματία ή ο επιχειρηματίας τον πολιτικό.”
(Μετεκλογικό status μου στο facebook)

Όσοι Έλληνες έχουν την ευκαιρία να γίνουν Ευρωβουλευτές, βιώνουν μία μοναδική εμπειρία. Αυτή της άσκησης δημιουργικής πολιτικής μέσω ισορροπιών συμβιβασμού και διπλωματίας. Μετάφραση: Οι ειδικές επιτροπές που συστήνονται στο Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι απαραίτητα από το ίδιο κόμμα ή την ίδια χώρα. Καλούνται όμως να λάβουν αποφάσεις με κίνητρο την καλύτερη δυνατή λύση στον τομέα της αρμοδιότητάς τους σχεδιάζοντας και ψηφίζοντας νόμους που ναι μεν ευνοούν τα εθνικά συμφέροντα της χώρας του εκάστοτε Ευρωβουλευτή, αλλά ταυτόχρονα και αυτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η έννοια του συμβιβασμού, που στα ελληνικά μυαλά έχει υποτιμητικό χαρακτήρα, σε άλλες κουλτούρες θεωρείται βασικός παράγοντας για την επίτευξη παραγωγικών συμφωνιών, που ξεκολλάνε από συμπαγείς θέσεις και δημιουργούν θετικές και προοδευτικές δυναμικές.

Λίγο πριν ανακοινωθούν οι εκλογές, είχα απευθύνει μία έκκληση για ενότητα του λεγόμενου μεταρρυθμιστικού χώρου. Αυτού του ομιχλώδους εύρους στο πολιτικό φάσμα που κάποιοι αποκαλούν φιλελεύθερο, άλλοι εκσυγχρονιστικό, άλλοι μεταρρυθμιστικό, άλλοι σοσιαλδημοκρατικό, και γενικώς ότι βολεύει την κοσμοθεωρία του καθενός. Την ώρα που έκλεισαν οι κάλπες και ανακοινώθηκαν τα πρώτα exit polls, το πρώτο πράγμα που διαφάνηκε, ήταν ότι η ακριβής του ονομασία δεν είχε και τόση σημασία τελικά. Ούτε για τους υποστηρικτές του, αλλά κυρίως ούτε για το εκλογικό σώμα.

Η οργή και η αγανάκτηση δεν έχουν χρόνο για πολιτικές ή ιδεολογικές ορολογίες. Πόσο μάλλον η απελπισία και η απαξίωση. Η οργή και η αγανάκτηση, πετάνε απλά γιαούρτια. Προς πάσα κατεύθυνση. Άλλες φορές τα γιαούρτια σκάνε σε συγκεκριμένα πρόσωπα, και άλλες σε ολόκληρη τη χώρα.

Καθώς λοιπόν παρατηρούμε αυτές τις μέρες μία γιαουρτωμένη χώρα, ενώ η συμμορία της Χρυσής Αυγής ετοιμάζεται να παρελάσει μέσα στη Βουλή και ενώ ο ηγέτης του δεύτερου κόμματος τρέμει στην ιδέα να αναλάβει τις ευθύνες του, το προαναφερθέν εύρος του πολιτικού φάσματος κάθεται και αναλύει τα μαθηματικά της τριχοτόμησης.

Δεν γνωρίζω αν οι «παγωμένοι» μεταρρυθμιστές συνειδητοποιούν τι ακριβώς διακυβεύεται αυτές τις μέρες. Αν κρίνω όμως από εξυπνακίστικα σχόλια οπαδοποίησης και θεωρητικής διανόησης, έχω την αίσθηση ότι παρά την διαφορετικότητά τους, αρκετοί πάλι βαυκαλίζονται με όρους μη συμβιβασμού. Και φυσικά, καθένας έχει δικαίωμα να ορίζει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού του, αλλά όταν υποτίθεται ότι η κοινή σημαία είναι η απαραίτητη συμμετοχή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά λειτουργούμε ως μία από τα ίδια με τους άλλους κοτζαμπάσηδες, δεν βρίσκω τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο χώρος θα λειτουργήσει έχοντας την Ευρώπη ως πρότυπο ή έστω το ευρωπαϊκό ιδεώδες.

Αν μία ήπειρος μετά από αιώνες πολέμων, εξάρσεων εθνικισμού και σημαντικών αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων μεταξύ τόσων χωρών, έχει καταφέρει εδώ και μισό αιώνα να ζει αρμονικά, ειρηνικά και παλεύοντας συνεχώς να μην σπάσει αυτή η συνοχή, τότε πώς είναι δυνατόν τρεις πολιτικοί χώροι με παρόμοια μυαλά να μην μπορούν να κάνουν κάτι ανάλογο; Πώς μπορούμε να συζητάμε με προσωποκεντρικούς όρους ή ρητορικές ιδεολογικής ακεραιότητας για το ιδανικό του ευρωπαϊσμού, όταν αυτό το ιδανικό δεν το γνωρίζουμε ούτε οι ίδιοι πως λειτουργεί;

Η εμμονή είναι κακός σύμβουλος. Το ίδιο και η έπαρση ή η επιμονή σε θέσεις θεωρητικής γνησιότητας αλλά ταυτόχρονα έμπρακτης ανοησίας. Δεν γνωρίζω αν η κίνηση της Δράσης-ΦΙΣ θα βρει ικανοποιητική ανταπόκριση, αλλά από αυτά που αντιλαμβάνομαι εντός και εκτός του χώρου, διαισθάνομαι άλλη μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Όχι τόσο λόγω μεγάλων ιδεολογικών διαφορών, όσο λόγω της αδυναμίας μας να αντιληφθούμε την θετική δύναμη του συμβιβασμού και της ρεαλιστικής προσέγγισης στην πραγματικότητα. Μιας αδυναμίας που οφείλεται είτε σε προσωπικές φιλοδοξίες, είτε σε ηθικές αξίες και εμμονές που επί της παρούσης είναι υποδεέστερες της πραγματικότητας.

Εάν σχεδόν 4 στους 10 συμπολίτες μας αδιαφόρησαν για τις προχθεσινές εκλογές, εάν 440 χιλιάδες στήριξαν μία αμιγώς φασιστική συμμορία, και άλλο ένα εκατομμύριο περίπου αποφάσισε να στείλει ψήφο διαμαρτυρίας, αδιαφορώντας για τις πραγματικές συνέπειες σε ολόκληρη τη χώρα, τότε αυτό είναι το τοπίο που καλείται να συμμετέχει και ο μεταρρυθμιστικός χώρος. Δεν υπάρχει χρόνος για να αναπτύσσει θεωρίες που ποσώς ενδιαφέρουν τον μέσο ψηφοφόρο. Υπάρχει όμως άπλετος χρόνος (περίπου μία-δυο μέρες τον υπολογίζω), ώστε οι λεγόμενοι «Ευρωπαϊστές» να αποδείξουν πραγματικά όταν μιλάνε για ευρωπαϊκές αρχές, πόσο διαθέσιμοι είναι να ξεπεράσουν το νεοελληνικό τους ασυμβίβαστο και τον παγιωμένο συντηρητισμό.

Αν πραγματικά έχουν προτάσεις εξόδου από την κρίση, αποτελεσματικής οργάνωσης του Κράτους και ένα σωρό άλλες εύηχες ιδέες, ας ξεκινήσουν με το στοιχειώδες: Είσοδο στη Βουλή και δημιουργία ενός πόλου ορθολογισμού και ρεαλιστικών προτάσεων που ενδεχομένως στο μέλλον να προσελκύσει και άλλους ανθρώπους. Τα νούμερα με τα ποσοστά πάντως είναι σαφή. Το ίδιο και η επεξήγησή τους, για όσους έχουν ανοιχτά μάτια και κυρίως ανοιχτά μυαλά. Το μανιάτικο ή η εγωπάθεια δεν είναι και τόσο ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...