Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

Το ηθικό πλεονέκτημα του ρουσφετιού

Με ένα μακροσκελές κείμενο, ο γραμματέας νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Ιάσονας  Σχινάς-Παπαδόπουλος, «απαντάει» στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» που έβγαλε στη φορά το διορισμό συγγενών του στο Δημόσιο. Για την ακρίβεια, μας αναλύει για ποιο λόγο αυτός και το σόι του αξίζουν να στέκονται σε περίοπτες θέσεις στην ιστορία της σύγχρονης ελληνικής Αριστεράς, χωρίς να μας εξηγήσει φυσικά πώς αυτό συνεπάγεται σε αξιοκρατικό διορισμό στο Δημόσιο. Εν τέλει, αποφεύγει να μας απαντήσει για τα καθεαυτό ρουσφέτια.

Το θράσος και τα τεράστια κενά λογικής του μικρού Ιάσονα δεν ξεπήδησαν από το πουθενά. Καλλιεργούνται χρόνια τώρα, εν μέσω της κυριαρχίας του παραλογισμού, του συναισθηματισμού και της δημόσιας υποβάθμισης της λογικής και του ορθολογισμού. Εγώ θεωρώ ότι ο μικρός Ιάσονας δεν λέει ψέμματα. Δεν προσπαθεί να κρύψει κάτι. Απαντά, με την ηθική και τις αξίες που μεγάλωσε. Σαν ένας κακομαθημένος άχρηστος που αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του όταν κάποιος του τις δείχνει κατάμουτρα. Ο μικρός Ιάσονας, δεν έμαθε ποτέ του να συντάσσει ένα κείμενο της προκοπής, οπότε στην «απάντησή» του μαρτυρούμε ένα κλασσικό εφηβικό κατεβατό που ξεκινάει με μία ιστορική αναδρομή ποινικοποίησης της περιόδου της «ευημερίας» και μετά ξεφεύγει σε ένα συναισθηματικό, οργισμένο παραλλήρημα, σχεδόν αστείο σε αρκετά σημεία που θα ζήλευε κάθε τσαντισμένο 15χρονο.

Αυτό όμως, με χαροποιεί ιδιαίτερα γιατί, διαβάζοντας την «απάντησή» του, με εξόργισε τόσο πολύ, που μου δίνει το δικαίωμα να του απαντήσω στον ίδιο συναισθηματικό, δραματικό και άνευ ουσίας τόνο.

Άκου λοιπόν μικρέ Ιάσονα. Στις καταλήψεις του 1991, τότε που εσύ ήσουν τριών χρονών, κι εγώ μέλος 15μελούς και κατέβαινα για πρώτη φορά σε πορεία στο κέντρο, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τους ανθρώπους που βρίσκονταν πίσω από τέτοιες καταστάσεις. Γνώρισα λοιπόν καθηγητές που είχαν να πατήσουν στο σχολείο χρόνια, αλλά όντες μαχητικοί συνδικαλιστές, είχαν εξασφαλισμένο το μηνιάτικο μισθό τους (εις βάρος όλων των φορολογούμενων) έχοντας χάσει όμως κάθε επαφή με την επιστήμη τους. Αυτοί οι απίθανοι τύποι λοιπόν, όποτε έπαιρναν εντολή από το Κόμμα, εμφανίζονταν ως δια μαγείας από το πουθενά με σκοπό να διαταρράξουν την ομαλή λειτουργία του σχολείου. Αυτοί, πούλαγαν παραμύθια σε εμάς, κι εμείς με τη σειρά μας, κάναμε κατάληψη. Μας βοηθούσαν να συντάξουμε και 1-2 χαζοαιτήματα, οπότε όταν μας ρώταγε κανείς, την παπαγαλία την είχαμε στο τσεπάκι.

Επειδή λοιπόν, από τόσο μικρή ηλικία κατάλαβα ότι αυτό παίζει και στο Πανεπιστήμιο, αλλά και στην μετέπειτα επαγγελματική ζωή, αποφάσισα να πάω να σπουδάσω έξω. Όχι ως υπεράνω ή επειδή είχα την ωριμότητα της απόφασής μου. Απλά επειδή αυτό που ήθελα να σπουδάσω το αγαπούσα πολύ, ήθελα να βεβαιωθώ ότι θα το κάνω σωστά.

Από το δεύτερο έτος κι όλας, ήμουν οικονομικά ανεξάρτητος, με ένα εξαντλητικό ωράριο που συνδύαζε σπουδές, μελέτη και δουλειά για τα επόμενα χρόνια. Αξιώθηκα και μία υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές, οπότε εκείνη την χρονιά κατάφερα να είμαι λίγο πιο άνετα οικονομικά.

Επέστρεψα στην Ελλάδα την εποχή της «ευημερίας» όπως σωστά χαρακτηρίζεις κι εσύ. Τότε που ο δικομματισμός μεσουρανούσε και τα διακοποδάνεια έβγαιναν με το κιλό. Αλλά ακόμα και τότε, εμένα με χάλαγε κάτι πολύ περισσότερο από το κομματοκρατικό Κράτος και το κρατικοδίαιτο πελατολόγειό του. Με χάλαγε η έλλειψη αξιοκρατίας. Παντού όμως. Στο δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, σε χαμηλές ή ψηλές θέσεις. Μία ολόκληρη κοινωνία βουτηγμένη στην αναξιοκρατία και την αδικία. Και ακόμα περισσότερο με χάλαγαν κάποιοι συνάδελφοι που ενώ είχαν διοριστεί με μέσο, δεν είχαν την εντιμότητα να κρατάνε χαμηλό το βλέμμα. Όχι. Η αξία που πρόττασαν για τους εαυτούς τους ήταν το μέσο. «Εμένα με έφερε εδώ ο τάδε οπότε σας έχω όλους γραμμένους. Και μη μου κουνιέται και κανείς γιατί θα μιλήσω στον τάδε και θα χάσετε τη δουλειά σας».

Αυτό ονομάζεται ρουφιανιλίκι, αγαπητέ επαναστάτη του κώλου. Όχι να βγάζεις στη φόρα κάτι που ισχύει. Αλλά να χρησιμοποιείς τον γνωστό σου (συγγενή, ιδεολογικό σύντροφο, κολλητό, κλπ) για να πατήσεις εσύ πάνω στο πτώμα του άλλου. Μία μέθοδο που ο φασισμός και η δική σου ιδεολογική σαλάτα εναγκαλιάζουν εγκάρδια. Να μην χρησιμοποιείς τις γνώσεις και τις δεξιοτεχνίες σου, αλλά να τρέχεις και να κρύβεσαι πίσω από τον κομματικό νταβατζή σου, όταν η ζωή στα φέρνει λίγο πιο άβολα.

Την ώρα που ο «κατάκοπος» αδερφός σου από τις καταλήψεις, σου διάβαζε παραμυθάκια του Μαρξ για να γουστάρεις, κάποιοι ιδρώναμε σε πραγματικές σπουδές και δουλειές, προκειμένου να βάλει ο καθένας και από ένα λιθαράκι να γίνει έστω και λίγο καλύτερη αυτή η χώρα. Για να είμαστε οικονομικά ανεξάρτητοι και να έχουμε όρεξη και διάθεση να προσφέρουμε σε εμάς, στις οικογένειές μας και στην ευρύτερη κοινωνία μας. Αγνοώντας τα κομματόσκυλα του συναφιού σου που ανέκαθεν το μόνο που είχαν να επιδείξουν ήταν καταστροφή, μιζέρια, συντηρητισμό και οπισθοδρομικότητα. Κρυμμένα πίσω από ντουντούκες και θεωρητικά μανιφέστα επιπέδου καφενείου. Γι’ αυτό και το ιδεολογικό συνάφι σου θεωρεί «ρετσινιά» την αριστεία. Επειδή η αριστεία, ή έστω και η κοινή λογική, αναδεικνύουν το καραγκιοζιλίκι της ντουντούκας και του αποτελέσματός της.

Έτσι έρχεται η πρόοδος, η επιστημονική, η οικονομική και η κοινωνική και όχι κουνώντας το δάχτυλο, ως ένας κλασσικός, κακομαθημένος, βολεμένος, Ελληναράς, σε όσους ζητάνε δίκαιη μεταχείριση στο δικαίωμά τους για εργασία.

Το ακόμα τραγικότερο σε όλα αυτά, μικρέ Ιάσονα, είναι ότι είσαι μικρός. Ότι η δική σου γενιά, θα έπρεπε προ πολλού να είχε φτύσει την προηγούμενη για αυτό το χάλι που έχουν φτιάξει για χώρα. Και τελικά η δική σου γενιά, όχι μόνο συνεχίζει το καταστροφικό έργο των προηγούμενων, αλλά το βελτιώνει! Το κάνει πιο ξεδιάντροπα. Πλέον, αρκεί ένας κακομαθημένος άχρηστος σαν του λόγου σου να βγει και να αποκαλέσει μαλάκες 1,5 εκατομμύριο άνεργους, μεταξύ των οποίων αρκετές χιλιάδες με πολλαπλάσια προσόντα από εσένα και το σόι σου και να μην ανοίξει ρουθούνι. Κρίμα, γιατί αν μπορούσες να συντάξεις έστω και μία πρόταση με περιεχόμενο, θα μπορούσες να αναπτύξεις αυτή την τεχνική σε ένα διδακτορικό ας πούμε και να γίνεις διάσημος. Να μάθεις και σε άλλους πολιτικάντηδες, σαν του λόγου σου, πώς γίνεται να προσβάλλεις τις σπουδές, τη δουλειά, το μόχθο και την αξιοπρέπεια εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και αυτοί αντί να σε πάρουν με τις πέτρες, να καταπίνουν την οργή τους. Το Κόμμα και ο Πατερούλης θα πρέπει να είναι πολύ υπερήφανοι για σένα αγόρι μου. Να σε χαίρονται.



Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

Intermission #75 (4 years edition)

Χρόνια τώρα (αν με παρακολουθείς) εξυμνώ την πολιτισμένη πλευρά του ανθρώπου. Τον ορθολογισμό αντί του ενστίκτου. Του πνεύματος αντί του ερπετού. Του διαλόγου αντί της απαξίωσης. Του αμοιβαίου συμβιβασμού αντί της σύγκρουσης. Όμως, εγώ, εσύ, όλοι οι άνθρωποι, έχουμε ισχυρούς δεσμούς με τα πρωτογενή μας συναισθήματα και ένστικτα. Τον έρωτα, το πάθος, την οργή, τη συμπόνια, την απώλεια. Τη χαρά της δημιουργίας και το φόβο του θανάτου. Όσο και αν μεγαλώνουμε, όσο και αν καλλιεργούμε το πνεύμα και το πολιτισμένο στοιχείο μας, τόσο συνειδητοποιούμε ότι μπροστά στα ένστικτα και τα πρωτογεννή εξελικτικά στοιχεία του DNA μας, πολλές φορές είμαστε ανύμποροι να επιβληθούμε.

Τέτοιες στιγμές, εγώ προσωπικά τις απολαμβάνω. Όχι ότι μου δημιουργούν εύθυμα ή χαρούμενα συναισθήματα απαραίτητα, αλλά μου προκαλλούν θαυμασμό για τον άνθρωπο. Για το βάθος και το εύρος του μυαλού και του σώματός του. Γενικά. 

Τέτοιες στιγμές είναι πολύ έντονες σε κηδείες ή σε νοσοκομεία. Είναι απίστευτη η «χώρα» του νοσοκομείου! Οι ασθενείς, οι επισκέπτες, αυτοί που είναι απλά περαστικοί, οι πιο μόνιμοι. Αυτοί που μπαίνουν σε ένα κρίσιμο χειρουργείο και δεν γνωρίζουν πώς και αν θα βγουν έξω μετά από αυτό. Η αίσθηση στους διαδρόμους. Η απόλυτη απομόνωση από τον έξω κόσμο και την επικαιρότητα. Η παύση του χρόνου. Τα χαμηλωμένα βλέμματα και όλες αυτές οι εκατομμύρια σκέψεις που πλημμυρίζουν τις αίθουσες. Λύπες, ελπίδες, σιωπές, βαθιές σκέψεις, απελπισίες, αναμνήσεις. Όλα αυτά που πηγάζουν από τον πρωτόγονο φόβο του θανάτου. Αλλά ταυτόχρονα και ο θρίαμβος του ανθρώπινου πνεύματος. Της επιστήμης. Ο άνθρωπος που βοηθά τον άνθρωπο.

Και δίπλα σε όλον αυτό τον μελαγχολικό και θανατικό αχταρμά, σε μια-δυο πόρτες απόσταση, μπορεί να βρίσκεται ένας άλλος χρωματισμός. Η χαρά της δημιουργίας. Το μαιευτήριο. Πλημμυρισμένο από αχνά, ψιλά κλάματα και χαρούμενους ανθρώπους.

Έχοντας βρεθεί στην πρώτη «χώρα», τη σκοτεινή, πολλές φορές και για διάφορους λόγους, πριν τέσσερα χρόνια ακριβώς σαν σήμερα, 13 Δεκεμβρίου του 2011 (ή 13/12/11 για τους λάτρεις των αριθμο-συμπτώσεων), βρέθηκα στο δεύτερο. Το πολύχρωμο και το δημιουργικό. Ως νέος πατέρας, που ένα μήνα μετά δεν άντεξε και μοιράστηκε τα «χρώματά του», στο ίδιο αυτό ιστολόγιο που σήμερα νεκραναστήθηκε πάλι για λίγο για μία μόνο ανάρτηση. Έτσι απλά για να υπάρχει γραμμένο στο χρόνο, μαζί με όλα τ'άλλα.

Διότι, όσες πολιτικές αναλύσεις και αν γίνουν, όσο και αν καταριόμαστε τη μοίρα μας για αυτή τη χώρα, που της έμελε να κατοικείται από αυτή την κοινωνία, από αυτά τα στραβά, τα ανήθικα και τα άδικα στοιχεία, που βρίζουμε όλη μέρα και που δυσκολεύουν την ανάσα μας και τα όνειρά μας, τα ένστικτα και τα πρωτογεννή συστατικά μας παραμένουν τα ίδια. Σε οποιαδήποτε χώρα και αν μένουμε. Είμαι σίγουρος ότι αυτή η εγκεφαλική και συναισθηματική μεταμόρφωση που συμβαίνει στιγμιαία μέσα σε έναν άνθρωπο που ξαφνικά γίνεται γονιός, βιώνεται ακριβώς το ίδιο σε όλη την ανθρωπότητα. Και φυσικά, τα κοινωνικά κατάλοιπα που σέρνει ο καθένας μέσα του, τον επηρεάζουν στην καθημερινότητά του, στη συμπεριφορά του και τον τρόπο σκέψης του. Σίγουρα τον επηρεάζουν στον τρόπο που επιλέγει να υποστηρίζει και να μεγαλώνει το παιδί του. Αλλά, το ίδιο σίγουρα αναπτύσσει ξαφνικά έναν περίεργο δεσμό με έναν καινούργιο άνθρωπο που τον ακολουθεί συνεχώς μέχρι τον θάνατό του.

Ο δεσμός αυτός, που δεν μπορείς να περιγράψεις ούτε στο ελάχιστο σε κάποιον που δεν τον έχει, που είναι το βασικό συστατικό για την επιβίωση του είδους, που καλλιεργεί τις νέες γενιές, που από ψυχολογικές θεωρίες ερμηνεύεται και ως εξιλέωση για τον διακαή πόθο του ανθρώπου να μείνει αθάνατος, είναι ένας δεσμός που σημαδεύει και που μεταμορφώνει. Με διάφορους τρόπους.

Κυρίως όμως, βάζει ξαφνικά ένα τεράστιο φίλτρο στις αποφάσεις και τις σκέψεις σου. Στον τρόπο που πορεύεσαι και βιοπορίζεσαι, αλλά και στην οπτική που αρχίζεις να έχεις απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Όλοι ξαφνικά αποκτούν την ιδιότητα «παιδί κάποιου», και αρκετοί γίνονται «γονείς κάποιου». Και αυτό καταπραϋνει και ξαναφιλτράρει εκ νέου τον τρόπο που αντιμετωπίζεις άλλους ανθρώπους. Ειδικά για μένα που ανέκαθεν οι άνθρωποι αποτελούσαν ένα προκλητικό μυστήριο για εξερεύνηση.

Η ηλικία των τεσσάρων είναι αρκετά σημαδιακή. Είναι η ηλικία που το μωρό, το νήπιο αρχίζει και βγάζει συνειδητά, προς τα έξω, τον χαρακτήρα που διαμορφώνει. Βλέπεις έναν άνθρωπο να πλάθεται, να δημιουργείται και να μεγαλώνει με γρήγορους ρυθμούς. Αρχίζεις και νιώθεις ότι η ενστικτώδης προσκόλλησή του πάνω σου, γίνεται πιο συνειδητή. Σου απλώνει το χέρι επειδή θέλει και νιώθει ότι χρειάζεται τη βοήθειά και τη στήριξή σου. Όχι επειδή προστάζει η φύση το υποσυνείδητό του. Σε ακούει και σε παρατηρεί με προσοχή. Όχι πλέον από μιμιτισμό, αλλά επειδή θέλει να μάθει και να ρουφήξει όση περισσότερη γνώση και πληροφορία αντέχει. Για να τα ανακατέψει με τα δικά του χαρακτηριστικά, τις δικές του εμπειρίες και να δημιουργήσει άλλον ένα μοναδικό ανθρώπινο χαρακτήρα. Αρχίζει να σε θεωρεί υπόδειγμα ανθρώπου, συμπεριφοράς, ομιλίας, κοινωνικότητας και σε θαυμάζει για αυτό. Όχι επειδή η οσμή σου και το πρόσωπό σου του είναι οικεία. Δεν διαισθάνεται απλά τη στεναχώρια σου ή τη χαρά σου. Σε ρωτάει ευθέως για αυτά. Το προβληματίζει η έκφραση και το βλέμμα σου. Συνειδητά. Ο δεσμός που προαναφέρθηκε, χάνει σιγά σιγά την αποκλειστικότητα του γονιού-παιδιού, και αποκτάει χαρακτηριστικά ανθρώπου-ανθρώπου.

Κι εσύ αποκτάς ένα διαρκές άγχος. Γλυκό άγχος. Ελπίζεις να σταθείς αντάξιος των προσδοκιών αυτού του νέου ανθρώπου. Προετοιμάζεσαι ήδη από τώρα για την ημέρα που θα φύγει από την προστασία σου για να σταθεί μόνος ως ενήλικας, στο δικό του σπίτι, στη δικιά του ζωή. Εύχεσαι όταν έρθει εκείνη η μέρα, να του έχεις δώσει όσα πιο πολλά εγκεφαλικά και πνευματικά εφόδια μπορείς, ώστε να εμπιστεύεσαι την κρίση του στις δυσκολίες. Κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, εύχεσαι να απορρίψει τα δικά σου σχέδια ώστε να φτιάξει τα δικά του που θα είναι καλύτερα. Διότι αυτό σημαίνει εξέλιξη. 

Όσα ταξίδια και αν έχεις πάει, όσες εμπειρίες και αν έχεις αποκομίσει, όσα συναισθήματα και αν έχεις βιώσει, όσες μουσικές, μελωδίες και αν σε έχουν ταξιδέψει, με όσους ανθρώπους και αν έχεις δεθεί με διάφορους τρόπους και διάφορα συναισθήματα, αυτός ο δεσμός σε βάζει πάλι στην αρχή. Σε νέο ρόλο. Και αυτός ο ρόλος ίσως είναι το στοιχείο που σου ξαναδημιουργεί το ενδιαφέρον για τη ζωή και τη δημιουργία. Ακόμα και αν στην πορεία πίστευες πως το είχες χάσει.




Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Δεν συναινώ στην καταστροφή

"Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο ενός καθάρματος."
Samuel Johnson (1791)

Πάνε σχεδόν δύο χρόνια από την τελευταία ανάρτηση εδώ. Και θα ήθελα η τελευταία ανάρτηση του ιστολογίου να ήταν όντως η προηγούμενη, γιατί απλά ήταν ωραία και φινετσάτη ανάρτηση για τίτλους τέλους. Όμως, αυτή τη φορά, σε ακριβώς πέντε ημέρες από σήμερα, κινδυνεύουμε να βιώσουμε έναν επίλογο πολύ πιο δραματικό σε κοινωνικό επίπεδο και γι’ αυτό ακριβώς οφείλω στον εαυτό μου να προσθέσω άλλη μία ανάρτηση σε όλες τις προηγούμενες.

Δεν έχω ιδέα τι θα πω. Θα τα βγάλω όπως μου έρχονται. Όπως στροβιλίζονται στο κεφάλι μου εδώ και δύο ημέρες, από τις 6 τα ξημερώματα που το μάτι ανοίγει διάπλατα και δεν ξανακλείνει με τίποτα. Δεν είναι τα λεφτά. ΠΟΤΕ δεν ήταν τα λεφτά. Από το 2008 που γράφω εδώ μέσα δεν ήταν τα λεφτά το θέμα. Όχι επειδή μου περισσεύουν. Το αντίθετο μάλιστα. Περνάω περιόδους οικονομικά άνετος, και άλλες δύσκολα. Σε παλαιότερα χρόνια είχα ζήσει και με budget 5 ευρώ την ημέρα, και την έβγαζα έτσι για πολύ καιρό. Άρα, προσωπικά μιλώντας, τα φράγκα δεν ήταν ποτέ το ζητούμενο. Το μόνο που έχει αλλάξει, είναι ότι πλέον έχω μία κόρη 3,5 χρονών, οπότε η όποια αγωνία για τα φράγκα, αφορά καθαρά αυτήν και κανέναν άλλο.

Το ζητούμενο για μένα, και κατ’επέκταση για το παρόν ιστολόγιο και τις αναρτήσεις του, ήταν πάντα οι άνθρωποι. Οι κοινωνίες και πώς αυτές διαμορφώνονται, είτε εξαιτίας των φράγκων, είτε εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων των ανθρώπων που στη συνέχεια διαμορφώνουν και τις επαγγελματικές, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις. Το ζητούμενο πάντα ήταν πώς θα καταφέρω μεγαλώνοντας, να διαμορφώνω συνεχώς έτσι τον χαρακτήρα μου ώστε εκτός από την προσωπική μου ευημερία, να μπορώ να χαίρομαι ή και να βοηθώ για την ευημερία των άλλων. Να χαίρομαι την κοινωνία μέσα στην οποία ζω και την οποία έχω έγνοια ακόμα παραπάνω, για άλλον έναν άνθρωπο που έφερα στον κόσμο πρόσφατα.

Κατάλαβα ότι η μόρφωση, ή καλύτερα, η καλλιέργεια, δηλαδή οι εμπειρίες, η ανάγνωση βιβλίων, το ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, κλπ, γίνεται μόνο με προσωπικό αγώνα. Με προσωπικές θυσίες σε κάποιο Πανεπιστήμιο ή με διάβασμα στον ελεύθερο χρόνο και φυσικά με πολλά ταξίδια. Μέσα και έξω από τη χώρα. Η παρατήρηση άλλων κοινωνιών, άλλων φυλών, άλλων τρόπων ζωής και σκέψης, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποκωδικοποιείς, ως ένα ποσοστό τουλάχιστον, τον άνθρωπο. Και αυτό με τη σειρά του να βοηθά εσένα να αποκωδικοποιείς τον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν είναι αστείο. Αυτή η άσκηση αυτοκριτικής, δεν είναι δεδομένη για κανέναν. Είναι για λίγους. Και αυτοί που το καταφέρνουν, συνήθως ξεχωρίζουν. Μιλώντας για μένα, δεν γνωρίζω αν το έχω καταφέρει. Όσο μεγαλώνω όμως θέλω να συνεχίζω να το προσπαθώ. Να μην κολλάω σε βολικά ψέμματα. Να τολμάω να εξερευνώ και άβολες αλήθειες.

Πολλές φορές όμως, με τρομάζει η εγκυρότητα των σκέψεών μου. Και για να το φέρω πάλι στην επικαιρότητα μιας και ξέφυγα, με τρομάζει όταν πριν πέντε χρόνια έγραφα κάτι σαν αυτό για την ελληνική «Αριστερά», ή πριν τέσσερα χρόνια κάτι σαν αυτό ή αυτό για τους «αγανακτισμένους». Το αναπόφευκτο πάντρεμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν προφανέστατο δύο χρόνια μετά και ακόμα και τότε είχα εισπράξει το κλασσικό μένος από αριστερούς που τότε είχαν ακόμα το θάρρος να αποκαλούν φασίστα τον Καμμένο.

Όπως με τρόμαζε η απλότητα με την οποία έβγαιναν όλα αυτά τα σενάρια αληθινά μέσα μου, έτσι και τώρα, βλέπω σχεδόν ξεκάθαρα την πορεία της κοινωνίας μας όπως έχει ξεκινήσει εδώ και δύο μέρες. Επαναλαμβάνω. Δεν είναι τα φράγκα. Είναι όμως ο κοινωνικός μας διχασμός. Είναι οι καχύποπτοι φίλοι – κολητοί κάποτε, αυτοί που έφυγαν. Είναι τα καθημερινά βρισίδια, ο θυμός, η ανεξέλγκτη λογοδιάρροια, η ατελείωτη συνομωσιολογία, η μιζέρια, η ξενοφοβία, η συντηρητικότητα. Είναι ο φασισμός! Εδώ ακριβώς! Μπροστά στα μούτρα μας! Μας κοροϊδεύει κι εμείς νομίζουμε ότι απλά κάποιος φοράει μάσκα και μας κάνει πλάκα.

Όλες οι φασιστικές τεχνικές προπαγάνδας, ασέβειας προς την αντίθετη άποψη, ο καθημερινός στιγματισμός ανθρώπων και επαγγελματιών (κυρίως των ΜΜΕ), και οι «Επιτροπές Αλήθειας», που μόνον οι Ιεροεξεταστές, οι Ναζί και τα σταλινικά καθεστώτα είχαν το θράσσος να εφαρμόσουν στην ιστορία με τέτοιο ή πανομοιότυπο όνομα. Η ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης και η μία μοναδική αλήθεια όπως την περιγράφει η Εξουσία. Εσύ πώς ακριβώς έχεις κατά νου τον ολοκληρωτισμό;

Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ο φασισμός ή οι εμφυλιακές συρράξεις, δεν έχουν ποτέ πρόσφορο έδαφος σε μία Δημοκρατία. Η Δημοκρατία συνθλίβει αυτά τα παράσιτα πριν καν μπορέσουν να φυτρώσουν. Επειδή οι δημοκρατικές κοινωνίες εξ’ ορισμού δεν μπορούν να ανεχτούν τέτοιου είδους παράσιτα. Ο ολοκληρωτισμός χρειάζεται σαθρό έδαφος. Χρειάζεται έλλειψη θεσμών. Για κάθε χώρο που εκχωρεί η Δημοκρατία, ο φασισμός παρελαύνει δυνατά και περήφανα. Αυτή ήταν και η βασική μου ένσταση στο κίνημα των «αγανακτισμένων». Η μούντζα προς τους θεσμούς και όχι τους πραγματικά υπαίτιους. Και όσο γιγάντωνε αυτό το ρεύμα, τόσο έβλεπες τα χαμόγελα μέσα στη Χρυσή Αυγή και στους ΑΝ.ΕΛ. Και τελικά το αποτέλεσμα ποιο ήταν; Η πάνω πλατεία, δηλαδή η ρητορική του μίσους, της κρεμάλας, της δραχμής, της νοητικής και υλικής εξαθλίωσης, του βρισιδιού, και της διεθνούς απομόνωσης, να γίνει συγκυβέρνηση. Και εν τέλει, πώς ακριβώς επιτρέψαμε στη Ραχήλ Μακρή να εκδίδει πιστοποιητικά αριστεροσύνης;

Αυτές οι σκέψεις τριγυρνάνε που λες μέσα μου. Και τώρα που σε πέντε ημέρες, λόγω ενός δημοψηφίσματος με ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα, παρατηρώ με τον ίδιο τρόμο να εξελίσσεται η ίδια ακριβώς προπαγάνδα υπέρ του μίσους, της κρεμάλας, της δραχμής, της νοητικής και υλικής εξαθλίωσης, του βρισιδιού και της διεθνούς απομόνωσης, νιώθω τόσο μικρός και ανύμπορος που μου έχει στερέψει η διάθεση για οποιονδήποτε διάλογο. 

Να μιλήσεις με ποιον και για τί; Μα πότε μάθαμε να συζητάμε; Να ανταλλάσουμε απόψεις προς αμοιβαίο όφελος; Το πολύ απλό, να περιμένει ο συνομιλιτής σου να τελειώσεις την πρότασή σου, πριν σου απαντήσει. Όχι, αυτό δεν μας το δίδαξαν ούτε γονείς, ούτε σχολείο. Το αντίθετο μάλιστα. Μεγαλώσαμε στην κοινωνία που ποτέ δεν σε αφήνει να ολοκληρώσεις τη γαμημένη πρόταση. Που μόλις εντοπίζει το σημείο διαφωνίας (λες και αυτό περιμένει πως και πως από αυτά που του λες), σε διακόπτει με έναν υψηλότερο τόνο φωνής, για να σου πει τη δική του γνώμη. Αυτό μας έμαθαν οπότε θεωρούμε ότι και η όποια πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ΜΟΝΟΝ έτσι. Και νομίζουμε ότι δε γίνεται και τίποτα. Ότι δεν έχει κερδίσει ο φασισμός. Ότι αυτό που έκανε η Πρόεδρος της Βουλής χθες σε δημοσιογράφο (δεν έχει σημασία το κανάλι, ούτε η δημοσιογράφος), είναι αυτό που έπρεπε να κάνει. Ότι χρειαζόμαστε τον πεφωτισμένο μάγκα, γαμιά ηγέτη που θα υψώσει το ανάστημά του απέναντι στους ξένους κακούς τοκογλύφους. Ποιο ανάστημα όμως; Αυτό της αξιοπρέπειας; Αυτό που θα έλεγε «κύριοι, εμείς πλέον έχουμε  συμμαζέψει τα οικονομικά μας, η οικονομία αναπτύσσεται αργά μεν αλλά σταθερά, οπότε αξίζουμε καλύτερους όρους»; Όχι! Το ανάστημα του νταή που ξέρει μόνο να βρίζει, να διακόπτει, να κουνάει το δάχτυλο και να πετάει εθνοπατριωτικές φανφάρες όταν τον ρωτάνε ακόμα και το πιο απλό πράγμα.

Η ερώτηση εδώ και τρεις ημέρες είναι μία. Τι θα γίνει σε περίπτωση που πλειοψηφίσει το «όχι»; Και κανένας από τους κυβερνώντες εθνικοσοσιαλιστές δεν απαντάει. Κανείς! Όλοι το ρίχνουν στην λαϊκή υπερηφάνεια και τα ιστορικά μας «όχι». ΚΑΝΕΙΣ μέχρι στιγμής δεν έχει βγει στον κόσμο να του εξηγήσει τι θα συμβεί επί του πρακτέου, με τον ίδιο τρόπο που το δημοψήφισμα δεν αποσύρθηκε, δεδομένου ότι βασίζεται σε μία πρόταση που δεν ισχύει! Με τον ίδιο τρόπο που παρουσιάζουν ως πρόταση θεσμών την πρόταση τη δική τους με συν πλην κάποιες μικρές λεπτομέρειες. Με φτηνά τεχνάσματα προπαγάνδας και υφαρπαγής ψεύτικων ψήφων.

Οι άνθρωποι είναι το ζητούμενο και όχι τα φράγκα. Αυτοί που στήνονται στις ουρές των ΑΤΜ και δεν ξέρουν προς τα πού να βρίσουν. Αυτοί που έχουν φανατιστεί τόσο πολύ που αδυνατούν να κάνουν έστω και έναν στοιχειώδη διάλογο χωρίς συνομωσιολογικά κλισέ. Άνθρωποι κατά τ’άλλα μορφωμένοι και καλλιεργημένοι, που γνωρίζουν τι εστί Ευρώπη, αλλά προτιμάνε τον ολοκληρωτισμό και τη φτώχεια που επέρχεται, επειδή «νταξ’ αποκλείεται να γίνει κάτι τόσο κακό». Συνειδητοποιείς την παράνοια; Άνθρωποι που έχουν ταξιδέψει και λίγο, που γνωρίζουν ότι με την οικονομία που έχουμε και τη γεωγραφική μας θέση είναι αδιανόητο να μείνουμε έξω από την ευρωπαϊκή οικογένεια. Αυτά, εμένα με προβληματίζουν χίλιες φορές περισσότερο από τα οικονομικά μου.

Όσο και να βρίζουμε δεξιά αριστερά, δεν υπάρχει άλλη οικογένεια εκτός από την ευρωπαϊκή. Διότι δεν έχουμε ούτε ισχυρή οικονομία, ούτε εγχώριους θεσμούς, ούτε σοβαρό κράτος που θα μπορούσαν να μας στηρίξουν έστω και στην απομόνωση. Δεν είμαστε ούτε Ισλανδία, ούτε Ιρλανδία. Ούτε καν Αργεντινή. Αυτή είναι η όλη ιστορία κι εκεί καταλήγει πάντα η σκέψη. Μπορώ να σου αραδιάσω δεκάδες λόγους που είμαστε σε τέτοια θέση με συγκεκριμένους υπαίτιους και από προηγούμενες κυβερνήσεις, όπως και εκατοντάδες άλλους υπέρ της παραμονής μας στην Ευρώπη, αλλά επί της ουσίας το τελικό συμπέρασμα είναι αυτό. Σε αυτό τον κόσμο, εξασφαλίζεις το καλύτερο συμφέρον σου, όταν μπορείς και ελίσσεσαι. Και παραδίδεις μαθήματα, αξιοπρέπειας, δημοκρατίας και ανεξαρτησίας σε άλλους λαούς, όταν πρώτα απ’όλα τα έχεις κατακτήσει εσύ ο ίδιος για τον δικό σου λαό.

Εφόσον λοιπόν η εθνικοσοσιαλιστική συγκυβέρνηση, κατάφερε να φτάσει την ελληνική κοινωνία και οικονομία σε αυτό το χάλι, να τονώσει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα και ως τελευταία πινελιά στο καταστροφικό της έργο επέλεξε ένα δημοψήφισμα – φάρσα, εκβιασμό και ντροπή για την στοιχειώδη δημοκρατική αντίληψη κάθε υγειώς σκεπτόμενου πολίτη, οφείλουμε όλοι να πάρουμε μέρος. Και ας είναι στεγνός και άτοπος εκβιασμός. Διότι για τις επιπτώσεις του «όχι» κανείς δεν έχει το θάρρος να βγει και να μας ενημερώσει. Για τις επιπτώσεις του «ναι» όμως, είναι σαφές ότι ζητάμε να παραμείνουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια με ρητή απαίτηση να φύγει από την ηγεσία της χώρας το καφενείο που ανέλαβε την εξουσία με ψεύτικες υποσχέσεις και εξαπατώντας συνεχώς την κοινωνία, ακόμα και μετεκλογικά. Καμία δέσμη μέτρων δεν μπορεί να είναι τόσο σκληρή όσο μία χρεωκοπία ή μία διεθνής απομόνωση. Ενδεχομένως, η γενιά των παιδιών μας, να καταφέρει να το κατανοήσει αυτό.



Υ.Γ. Για πρώτη φορά, έχω απενεργοποιημένα σχόλια. Μην το πάρεις στραβά. Απλά δεν έχω τη δύναμη και τη διάθεση να μπω σε διαδικασία moderation.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Outro

«Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα»
- Denis Diderot

Μην κοιτάς που κάθε μέρα όλοι πλακώνονται με όλους. Αν το δεις στο βάθος της υπόθεσης, όλοι βολεμένοι στις κοσμοθεωρίες τους είναι. Βρήκαν ένα πρόχειρο ιδεολογικό στρατόπεδο, απ’ αυτά τα 2-3 που κυκλοφορούν τα τελευταία 3 χρόνια και οχυρώθηκαν με περίσσια βόλεψη, πότε πετώντας βέλη και πότε ορθώνοντας ασπίδες για τα βέλη των άλλων. Σχηματίστηκαν λοιπόν οι «αριστεροί», οι «φασίστες», οι «νεοφιλελεύθεροι» και κάτι ψιλά παράγωγα και θαρρούν όλοι πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους.

Πριν καν κάνεις κλικ στο λινκ, θα δεις ποιος είναι ο δημιουργός ή ο συγγραφέας. Είναι ο «νεοφιλελεύθερος» Μανδραβέλης; Ο «αντί-καπιταλιστής» Χατζηστεφάνου; Ο «συριζαίος» Βαξεβάνης; Τότε αμέσως αμέσως, δεν χρειάζεται καν να μπεις στον κόπο να διαβάσεις. Πού καιρός για περιεχόμενο; Η σημαία είναι ήδη σηκωμένη στο αντίπαλο στρατόπεδο, οπότε επιβάλλεται επιθετική τοξοβολία. Κάπως έτσι λειτουργεί πλέον και το ελληνικό διαδίκτυο. Γράφει το ελληνάκι; Κάποιοι διαβάζουν τον «αναρχικό», άλλοι τον «λογικό», άλλοι τον «νεοφιλελεύθερο, άλλοι τον «ΓΑΠικό», άλλοι τον «θολοκουλτουριάρη», και πάει λέγοντας. Και το ελληνάκι παλιότερα έμπαινε στη διαδικασία να προσπαθεί να εξηγεί, να αποβάλλει αυτές τις ταμπέλες γιατί στο τέλος χανόταν η ουσία των γραφόμενών του. Αργότερα, διαφάνηκε απλά η ματαιότητα όλων αυτών των εξηγήσεων. Αν ο άλλος θέλει σώνει και καλά, ή έχει την ανάγκη να σε διαβάζει μέσα από συμβατικά φίλτρα που του έχουν πλάσει τα ΜΜΕ ή ο ιδεολογικός γκουρού του, τότε δικαίωμά του να το κάνει. Τί και αν εσύ κράζεις τις ταμπέλες, τα ιδεολογικά στρατόπεδα, τα δόγματα και τους δημαγωγούς. Τί και έχεις και disclaimer πρώτο πρώτο στο ιστολόγιό σου; Αυτά είναι ρητορικές πολυτέλειες την εποχή του συναισθηματικού παρορμητισμού και της συσσωρευμένης οργής.

Παλιότερα, σε εκείνο το άρθρο για τον «ομορφάντρα», της Χριστίνας Ταχιάου, που είχε ξεσηκώσει τα πλήθη του διαδικτύου, η εισαγωγή πήγαινε ως εξής: 

«Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ».

Κάπου εκεί σκάλωσα. Διάβασα και το υπόλοιπο άρθρο, κάπου συμφώνησα, κάπου διαφώνησα. Δεν έχει σημασία. Εγώ είχα κολλήσει στην πρώτη παράγραφο, και συγκεκριμένα σε εκείνο το «Άρα, το λάθος είμαι εγώ». Φαντάστηκα την αρθρογράφο, γνωρίζοντας εξ’ αρχής τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε, να ζωγραφίζει ένα στόχο στο στήθος της σα να λέει «Είπα ότι ήθελα να πω, τώρα βαράτε». Αναγνωρίζοντας εξ΄αρχής ποια «κουμπιά» του νεοέλληνα θα πάταγε και πόσο προβλέψιμη θα ήταν η αντίδρασή του.

Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια, λίγο πριν πατήσω «δημοσίευση». Γνωρίζω από την αρχή ότι θα επισκεφτούν την ανάρτηση οι κακόβουλοι, θα ψάξουν στα γρήγορα μία-δυο φράσεις που θα τους τσιτώσει, και θα αρχίσουν τα βέλη. Αντίστοιχα θα έρθουν και οι καλόβουλοι, κυρίως για να φορτώσουνε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις δικές τους φαρέτρες. Και στο τέλος πάντα καταλήγω να λέω «Ξέρεις τι; Αυτά είναι απλά προσωπικές μου αντιλήψεις. Γνωρίζω την υποκειμενικότητά τους, άρα μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά τώρα στα 37 μου, έτσι μου τα σκάει, και επειδή θέλω να τα βγάλω προς τα έξω, τα γράφω σε ένα blog. Πέρα από αυτό, χαλάρωσε…»

Η βολεμένη κοινωνία όμως δεν έχει καιρό για τέτοιου είδους χαλάρωση. Η βολεμένη κοινωνία χρειάζεται δόγματα και ιδεολογικά στρατόπεδα, για να μη δείχνει την ανασφάλειά της. Η βολεμένη κοινωνία θα εκλέξει τους πολιτικούς που την κρατάνε σε αυτή την κατάσταση ώστε να νιώθει ότι πατάει σε κάποιο θεμέλιο. Αν αυτό το θεμέλιο είναι τα φαντάσματα από έναν Εμφύλιο που τέλειωσε πριν 60 χρόνια, ας είναι. Αν είναι ο ψευτοσοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ του ’80, ας είναι. Αν είναι η άνοδος του φασισμού, νόμιμα και με τη βούλα, ας είναι και αυτό. Δε θα τα χαλάσουμε στους ορισμούς. Το βασικό είναι να υπάρχει θεμέλιο. Να υπάρχει το δίπολο του Καλού και του Κακού. Του άσπρου και του μαύρου. Της ευκολίας να ανήκεις κάπου, αντί της συνεχούς αναζήτησης, της αοριστίας, της μη ένταξης.

Οι αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο δεν αραιώνουν επειδή δεν υπάρχει κάτι για σχολιασμό από την επικαιρότητα. Ίσα ίσα. Αραιώνουν γιατί αν έπρεπε να γραφτεί κάτι, τότε θα ήταν μία ανάρτηση που μπορεί να γράφτηκε πριν 3 ή 4 χρόνια. Και η επαναληψιμότητα, για χάρη της επισκεψιμότητας δεν με αφορά ιδιαίτερα. Σε περίπου δύο μήνες, το «ελληνάκι» κλείνει πέντε χρόνια. Και αν ποτέ είχες το χρόνο και τη διάθεση να διαβάσεις κάθε μία από τις 455 αναρτήσεις του ίσως και να διαπίστωνες ότι σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα γράφονται. Με η χωρίς μνημόνιο. Με οποιαδήποτε κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Πριν και μετά την «αγανάκτηση». Πριν και μετά την είσοδο των νεοναζί στη Βουλή. Επειδή κατά κανόνα το ελληνάκι γράφει με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται και στην πραγματική του ζωή. Σκαλίζει σε βάθος μπας και κατανοήσει τις αιτίες. Με κυνισμό απέναντι στα συμπτώματα γιατί κατανοεί την δευτερεύουσα σημασία τους. Γιατί κατανοεί αυτές τις μπανάλ σαχλαμάρες του Σωκράτη πως όσο πιο πολύ μαθαίνει, τόσο ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει μία.

Σε μία ανάρτηση είχα γράψει: «Ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από το τρίγωνο Εξάρχεια – Σύνταγμα – Ομόνοια ή από το ελληνικό timeline του twitter. Τα πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, οι εμπειρίες και οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις, είναι χιλιάδες φορές περισσότερες από αυτές με τις οποίες «πνιγόμαστε» καθημερινά. Κάπως έτσι απαξίωσα και τις ταμπέλες, με τις οποίες σε πρήζω κάθε λίγο και λιγάκι. Πνιγόμαστε σε μία κουταλιά μπαγιάτικη σούπα και κάθε φορά που το πολιτικό θερμόμετρο παίρνει φωτιά (sic), μαρτυρούμε τις ίδιες κλειστόμυαλες, ανιστόρητες και εγωκεντρικές απόψεις, η ζύμωση των οποίων μας έχει φέρει ως εδώ. Από πολιτικούς, «ειδήμονες», «τήλε-ευαγγελιστές», και υπερήφανους Ελληναράδες, μέχρι κάτι ένθερμους πιτσιρικάδες που ανακαλύπτουν τον τροχό και θεωρούν υποχρέωσή τους να το φωνάζουν μέσα στα αφτιά μας για χιλιοστή φορά».

Και σε μία άλλη: «Σε άλλες κοινωνίες, υπάρχει ανεκτικότητα για όλη αυτή την πανανθρώπινη σύνθεση. Στη δική μας, τα περιθώρια ανοχής είναι πολύ μικρότερα. Η υποκειμενική οπτική γωνία επισκιάζει αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό ανθρώπων. Η διαφορετικότητα πάντα ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν ανέκαθεν το πρώτο στοιχείο στις κοινωνικές μας επαφές. Υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοπολιτικοί λόγοι για αυτό και που μας διαφοροποιούν από άλλες, πιο ανεκτικές κοινωνίας, αλλά δεν αφορούν το παρόν».

Κάπως έτσι κατανόησα και  το «λάθος» που λέγαμε. Δεν υπάρχει κανένα λάθος με την κοινωνία μας. Αυτή λειτουργεί όπως λειτουργεί, με τους πολίτες της, τους πολιτικούς που εκλέγουν και τα σκεπτικά τους σε μία διαρκή ζύμωση. Με τους «πασόκους», τους «αριστερούς», τους «νεοφιλελεύθερους», τους «αντιεξουσιαστές» και τους «φασίστες». Σε ένα εσωστρεφές φάσμα ιδεολογιών που φτάνει κοντά στους δύο αιώνες τώρα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι και σε αυτό καλείται να παίξει όποιος θέλει να αναγνωρίζεται ευρέως η γνώμη του. Εγώ αδυνατώ πλέον να συνεχίσω σε αυτό το παιχνίδι. Αναγνωρίζω ότι το λάθος τελικά είμαι εγώ.


Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Intermission #74 (Amagi edition)

Από το "About" του Amagi Radio

Το Amagi Radio είναι ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο που γεννήθηκε από το «Οχ, Θε μου...», μια εκπομπή που στηρίχτηκε στους φίλους της, στη μαγεία των συνεργατών της, στην ποιότητα των καλεσμένων της και στη διαδραστικότητα που ανέπτυξε με τους ακροατές της.

Μιλάμε για θέματα πολιτιστικά, συζητάμε για πολιτική, διαφωνούμε και αναρωτιόμαστε, ακούμε μουσική και σχολιάζουμε την επικαιρότητα πάνω από δύο χρόνια τώρα — και εντέλει ήρθε η ώρα να αυτονομηθούμε και, γιατί όχι, να μεγαλώσουμε.

Μεγαλώσαμε λοιπόν.

Εκπέμπουμε πια από τον ολόδικό μας σταθμό, είμαστε όλο το εικοσιτετράωρο στον αέρα, η εκπομπή γίνεται τετράωρη, οι συνεργάτες μας αυξάνονται, νέες εκπομπές θα δημιουργηθούν σιγά-σιγά —επίσης από (πανάξιους) φίλους—, γιατί το θέλαμε πολύ, και γιατί το ζητάει και ο καιρός.

Amagi, στη γλώσσα των Σουμερίων, σημαίνει «ελευθερία». Κι άλλες γλώσσες χρησιμοποιούσαν τη λέξη πιο πριν, αλλά οι Σουμέριοι ήταν οι πρώτοι που την κατέγραψαν στην υπέροχη σφηνoειδή γραφή τους.


Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Το χέρι από το παράθυρο

Εσύ μπορεί να είσαι άνετος, κουλ και χάι, αλλά εγώ πολλές φορές δεν μπορώ να ανασάνω. Μη φανταστείς τίποτα παράνοιες, καταθλίψεις και βαθιές κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Όχι. Εγώ σχεδόν κάθε μέρα έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι που βλέπεις κι εσύ και σου είναι οικείο. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι. Το ξέρω πως θα γελάσεις, αλλά θα προσπαθήσω να σ’ το δώσω να καταλάβεις.

Πώς να το πω… Να, με τρομάζει αφάνταστα όταν βλέπω αυτό το χαλαρό χέρι που κρέμεται σαν πεθαμένο έξω από το παράθυρο του οδηγού. Ολόκληρο όμως. Από τη μασχάλη μέχρι ίσα κάτω. Λίγο πάνω από την άσφαλτο. Μερικά έχουν κι ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Δεν το μπορώ αυτό το πεθαμενατζίδικο. Με ανακατεύει η σκέψη ότι στην προέκταση αυτού του χεριού βρίσκεται ένας άνθρωπος που απαξιώνει την ασφάλεια τη δική του και των γύρω του. Που δείχνει σα να έχει πεθάνει τόσο πολύ μέσα του, που στην πρώτη ευκαιρία ρίχνει έτσι άκομψα και επιδεικτικά το αριστερό του χέρι έξω από το παράθυρο σα να σκέφτεται ότι, ακόμα και αν του έπεφτε στο δρόμο, δε θα τον ένοιαζε. Πολλές φορές φαντάζομαι αυτό το τριχωτό χέρι με τα κιτρινιασμένα δάχτυλα να δέρνει το παιδί του ή τη γυναίκα του. Να ρίχνει μούντζες. Να κοπανάει με δύναμη το τραπέζι όταν διαφωνεί. Να κουνάει επιδεικτικά το δάχτυλό του και να φωνάζει, να απειλεί, να τεντώνεται σε «ξερεισποιοσειμαιγωρεσμούς». Το βλέπεις και στο δρόμο. Συζητάει με τον συνοδηγό, και το χέρι πότε κοπανάει στην πόρτα, πότε τεντώνεται οριζόντια με νευρικούς σπασμούς στην παλάμη, πότε είναι έτοιμο να σ’ αρπάξει, κι έτσι χωρίς λόγο να σε κοπανάει με δύναμη πάνω στο αμάξωμα. Να ρίχνει στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που τα εκφράζει όλα αυτά όσο καλύτερα γίνεται. Δεν έχει πολιτική ή ταξική ταυτότητα. Το βλέπεις σε Cayenne, το βλέπεις και σε κάτι σαράβαλα.

Τέτοια πράγματα. Τέτοιες εικόνες. Τέτοιες παράνοιες με αυτό το χέρι. Με φοβίζει ο τσαμπουκάς σε ετοιμότητα και ο ωχαδερφισμός που βγάζει. Αυτή η επίδειξη απάθειας που μοστράρει μπροστά στα μάτια μου προσπερνώντας με 100 χλμ./ώρα. Το ίδιο και όλοι αυτοί οι συνειρμοί που βγάζει, χωρίς καν να ξέρω τον άνθρωπο που το κρεμάει έτσι έξω από το παράθυρο.


Αυτά είναι, που λες, τα δικά μου προβλήματα. Ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε τα μνημόνια, οι αγανακτισμένοι, οι Τσολάκογλου το Δ΄ Ράιχ, οι Μπόμπολες, οι Αλαφούζοι, οι συριζοκαμμένοι, και ξέρω γω τι. Αυτό το χέρι με φρικάρει. Που, με ή χωρίς μνημόνια, εθνοπροδότες και εθνοσωτήρες, θα συνεχίσει να κρέμεται με την ίδια απάθεια για τους γύρω του. Όπως κρέμεται χρόνια τώρα, και τελευταία απλά μουντζώνει δεξιά και αριστερά μπας και εξιλεωθεί.



Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το παγκάκι της κυρίας Δημουλά

*** UPDATE στο τέλος ***

Αναδημοσιεύω από άρθρο της LiFO:

Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται σήμερα στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.   Συγκεκριμένα γράφει:   «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων.   Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».

Το άρθρο συνεχίζει και με κάποιες εξτρά πληροφορίες, που δεν έχουν και τόση σημασία.

Η μεγαλύτερη νίκη της Χρυσής Αυγής δεν ήταν η είσοδός της στη Βουλή, αλλά η αυτόματη κατάρρευση των νεοελληνικών κοινωνικών ταμπού απέναντι στον ρατσισμό. Η ξενοφοβία, οι δηλώσεις μίσους και η απέχθεια προς το διαφορετικό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πήραν ένα γενικότερο κοινωνικό συγχωροχάρτι προκειμένου να εκφράζονται ανοιχτά, επώνυμα και από οποιονδήποτε. Είτε αμόρφωτο, είτε μορφωμένο, είτε άνθρωπο της τέχνης και των γραμμάτων.

Και παρόλο που το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει να αραιώνει όλο και περισσότερο τις αναρτήσεις του για να μην επαναλαμβάνεται συνεχώς, το θέμα της ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού θα πρέπει πάντα να παραμένει σε μία κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Διότι, όσο και αν έχουν αναλυθεί τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην «εκτόξευση» της Χρυσής Αυγής, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι η σταδιακή απορρόφηση της ρητορικής μίσους από την κοινωνία μας. Η ευρύτερη αποδοχή ότι κάπου κάπου δεν έγινε και τίποτα να πέφτει καμιά ανάποδη. Ότι δεν έγινε και τίποτα αν συνεχώς διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε Πακιστανούς, Αλβανούς και Έλληνες. Ότι έχουμε αποδεχτεί πως οι υπηρέτες του πολιτεύματος είναι όλοι διεφθαρμένοι προδότες, οπότε η λύση θα έρθει είτε από «χαρισματικούς» ηγέτες είτε από την εκτενή αυτοδικία.

Σε μία πολιτισμένη κοινωνία, η Κα Δημουλά δεν θα μπορούσε να πει αυτά που είπε, τόσο ανοιχτά και ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να βρει τον κατάλληλο διαλεκτικό τρόπο ώστε να τα εκφράσει χωρίς να βρει μία σειρά από επικοινωνιακά εμπόδια ανάμεσα στην ίδια και το κοινό της. Θα ήταν, ίσως, αδύνατο για την μέση κοινωνική συνείδηση να συνδυάσει το πνεύμα της με τα λεγόμενά της και στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλλον θα εισέπραττε αμήχανα περιπαιχτικά γέλια. 


UPDATE

Από σχόλιο αναγνώστη, ολόκληρη η ομιλία της κυρίας Δημουλά εδώ. Προκύπτουν δύο συμπεράσματα:
α) Η Κα Δαμιανίδη παραποίησε ξεκάθαρα, και προφανώς σκόπιμα, τη φράση με τα παγκάκια καθώς και άλλες προτάσεις της κυρίας Δημουλά, προσπαθώντας να προσάψει το ρατσιστικό στοιχείο σε ολόκληρη την ομιλία.
β) Η διάκριση των κατοίκων της Κυψέλης σε ξένους και Έλληνες από την κυρία Δημουλά παραμένει.

Όπως έγραψα και αλλού, η κυρία Δημουλά δεν είναι το κεντρικό θέμα της ανάρτησης αλλά η αφορμή. Το σκεπτικό και το περιεχόμενο της ανάρτησης δεν αλλοιώνονται.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Χάνοντας τον λόγο


Οι παντός τύπου κρίσεις δεν είναι ποτέ μονόπλευρες. Για να υπάρξει οικονομική, σημαίνει ότι υπάρχει κοινωνική ή πολιτική ή πολιτισμική, αλλά και διάφοροι συνδυασμοί με διαφορετικές χρονικές ιεραρχίες, όλων αυτών των τύπων˙ ανάλογα τις περιόδους, τις ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες, κλπ. Με τον ίδιο τρόπο, τα αποτελέσματα ενός τύπου κρίσης, μπορούν να φανούν και στα αποτελέσματα άλλων τύπων.

Ένα τέτοιο αποτέλεσμα φαίνεται πλέον καθημερινά και στον δημόσιο λόγο. Όχι μόνο στην ποιότητά του, αλλά και στην επιπολαιότητα του περιεχομένου του. Ίσως να έχουμε συνηθίσει πλέον στα κεφαλαία, τα greeklish, και τα ανορθόγραφα κείμενα που έχουν πλημμυρίσει το διαδίκτυο, σε τέτοιο βαθμό, που στην καλύτερη περίπτωση αν δεν τα σατιρίσουμε, απλά τα προσπερνάμε. Επειδή έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Έχουν ενσωματωθεί στο σύνολο της πληροφορίας που λαμβάνουμε, χωρίς να υπάρχει κάποια τάση εξάλειψής τους. Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση πως πληθαίνουν. Πλέον είναι φυσιολογικό στην συλλογική μας ηθική να βλέπουμε έναν βουλευτή, ανεξαρτήτου πολιτικού χώρου, ή έναν καθηγητή ή ένα οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο να εκφράζεται με περιεχόμενο και λεξιλόγιο «του δρόμου». Μας είναι οικεία η μεγάλη ένταση της φωνής, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, καθώς εμμένουμε περισσότερο στην γενικότερη ένταση παρά στο διά ταύτα.

Στα μάτια μου, αυτή η υποβάθμιση του γραπτού λόγου, αποτυπώνει την γενικότερη υποβάθμιση κάθε τύπου λόγου. Δημοσίου, προφορικού, επικοινωνιακού, κλπ. Και όσοι κατηγορούμαστε για ελιτισμό, ή μορφωτικό σνομπισμό, καλούμαστε να υποβαθμίσουμε και τον δικό μας λόγο για να βρούμε μία κοινή βάση επικοινωνίας. Όπως κάποιος που γράφει σωστά, αδυνατεί να πάρει στα σοβαρά ένα κείμενο γεμάτο ορθογραφικά λάθη, ανεξαρτήτως περιεχομένου, έτσι και κάποιος που έχει μάθει να εκφέρει ορθό και επικοινωνιακό λόγο, δηλαδή αφήνοντας περιθώρια διαλόγου και αμοιβαίας επιχειρηματολογίας, χωρίς προσωπικούς χαρακτηρισμούς, αδυνατεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με κάποιον «ανορθόλογο». Και αυτές οι αδυναμίες δεν είναι τόσο περιπτώσεις σνομπισμού, όσο διαφορετικού τρόπου σκέψης που δεν μπορεί να βρει κοινές βάσεις με άλλους. Άλλωστε, ο απώτερος σκοπός ενός διαλόγου ή δημοσίου λόγου είναι η αμοιβαία και εις βάθος κατανόηση και η ζύμωση ιδεών για την παραγωγή νέων. Ο ποιοτικότερος λόγος δεν εξασφαλίζει απαραίτητα αυτή τη συνθήκη, αλλά σίγουρα κινείται προς αυτή πιο άμεσα και πιο αποδοτικά.

Τα τελευταία τρία χρόνια, η οικονομική κρίση, ανέδειξε την πολιτική κρίση, που ανέδειξε την κοινωνική, και αυτή με τη σειρά της, την διαλεκτική. Μοιάζει με μία ατελείωτη ανατροφοδοτούμενη λούπα. Όσο πέφτει το βιοτικό επίπεδο, τόσο απαξιώνεται η κοινωνία ως οντότητα που θα πρέπει να έχει απαραίτητα συλλογικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα υπό την αμοιβαία συμφωνημένη λειτουργία των θεσμών. Και όσο απαξιώνεται η κοινωνία, τόσο απαξιώνονται οι τρόποι με τους οποίους η ίδια η κοινωνία επικοινωνεί, συνδιαλέγεται και συναλλάσσεται.

Σε ατομικό επίπεδο, όμως, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί δικαιολογία. Η απαξίωση του λόγου δεν είναι άλλοθι για προσωπική απαξίωση και μικρότερη διαλεκτική προσπάθεια. Όπως και η απαξίωση των θεσμών δεν σημαίνει αυτόματα και την κατάργησή τους. Τουναντίον, όλες αυτές οι καταστάσεις δείχνουν την μεγαλύτερη ανάγκη που προκύπτει, ώστε να ενισχυθεί η ποιότητα του λόγου, της επικοινωνίας και εν τέλει του πραγματικού διαλόγου.


Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

f(x) = 1/x


"What the human being is best at doing is interpreting all new information so that their prior conclusions remain intact." – Warren Buffett

Οι άνθρωποι τρελαίνονται για ταμπέλες. Έχουν αυτή την εγκεφαλική διεργασία, που προφανώς εξυπηρετεί εξελικτικούς μηχανισμούς επιβίωσης, να προσπαθούν μέσα στο μικρότερο χρονικό διάστημα να έχουν σχηματίσει την καλύτερη δυνατή εικόνα για τα μούτρα του άλλου. Μπαίνουν έτσι στην απλοϊκότητα της διεργασίας όπου πασχίζουν να κατατάξουν 85 δισεκατομμύρια νευρώνες μέσα σε τέσσερεις – πέντε χαρακτηρισμούς και ταμπέλες που έχει επινοήσει ο ίδιος ο άνθρωπος, όσο πιο γρήγορα μπορούν και κάνοντας τις ανάλογες εκπτώσεις. Στην πολιτική, στη δουλειά, στις παρέες, στις πνευματικές αναζητήσεις, στις σεξουαλικές προτιμήσεις και στη δημιουργικότητα, θα έρθει ο άσχετος Χ από το πουθενά για να σε εντάξει στο αυστηρό ιδεολογικό πλαίσιο του μικρόκοσμου των δικών του 85 δισεκατομμυρίων νευρώνων.

Τις έχω δει τις παγίδες που κρύβονται πίσω από αυτή την, φυσική κατά τ’ άλλα, ανθρώπινη εγκεφαλική διεργασία, και έτσι προτιμώ την δυσκολία που κρύβεται πίσω από την χρονοβόρα και πολυσύνθετη αποδόμηση όσων περισσότερο λεπτομερειών γίνεται. Και βέβαια δεν ξεμπερδεύω ποτέ. Κάθομαι και σκαλίζω μυαλά, βγάζω συμπεράσματα που μετά αναθεωρώ, για να καταλήξω σε μία ακόμα πιο πλήρη εικόνα που μετά φυσικά πάλι αναθεωρώ κ.ο.κ. Η εικόνα που σχηματίζω για τους άλλους μοιάζει περισσότερο με τη συνάρτηση f(x) = 1/x. Είτε στα αρνητικά, είτε στα θετικά, δεν αγγίζω ποτέ τους ιδεατούς άξονες σκέψης και συναισθημάτων του άλλου. Απλά τα προσεγγίζω όσο πιο καλά μπορώ, γνωρίζοντας την ανθρώπινη αδυναμία μου της πλήρους κατανόησής τους και ενδεχομένως γνωρίζοντας τελικά πολλά περισσότερα για τον μικρόκοσμο του άλλου.

Το όλο πράγμα όμως δεν πήγαινε σ τα δικά μου μυαλά, αλλά περισσότερο για να εκφράσω την απορία μου για τη σιγουριά των πάντων για τα πάντα. Πόσο μάλλον για τη σιγουριά και τους χαρακτηρισμούς απέναντι σε άγνωστους ή ανθρώπους από τους οποίους έχεις δει μόνο το 0,01% του κόσμου τους. Κάπου μέσα σε αυτή τη σιγουριά κρύβεται συνήθως και η υπεροψία. Και κάπου εκεί παίζουν παιχνίδι η βεβαιότητα και η ισχυρογνωμοσύνη που έχουν θωρακίσει πλέον όλα τα βλέμματα. Κάπως έτσι βγαίνουν τα βιαστικά συμπεράσματα, λαμβάνονται οι βιαστικές αποφάσεις και τελικά η καθημερινότητα καταλήγει μία συνεχής διαμάχη με κάτι αόριστες ιδέες και ανύπαρκτα φαντάσματα. Κάπως έτσι περνάνε και τα χρόνια, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.


Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Οι δικοί σου νεκροί και οι δικοί μου


Η φωτογραφία που έχει κατακλύσει τα social media τις τελευταίες δύο ημέρες είναι όντως σοκαριστική. Ένα μωρό που προσπαθεί να θηλάσει τη νεκρή μητέρα του. Οι πληροφορίες για την ιστορία πίσω από τη συγκεκριμένη φωτογραφία είναι λίγο συγκεχυμένες. Κάποια sites γράφουν για Βιρμανία, άλλα για περιστατικό στη Σρι Λάνκα. Δεν έχει σημασία. Το θέμα της φωτογραφίας είναι το ένα και το αυτό. Το ίδιο και το κείμενο που συνοδεύει την εν λόγω φωτογραφία:

«3 Αμερικανοί σκοτώθηκαν χθες και όλος ο κόσμος ήξερε γι 'αυτούς.
Χιλιάδες βασανίζονται και δολοφονούνται κάθε μέρα σε όλο τον κόσμο στη Βιρμανία, την Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Συρία ...
Αλλά ποιος νοιάζεται

Μάλιστα, αν και το κείμενο έχει την χαρακτηριστική νεοελληνική κομπλεξική χροιά, και ομολογώ πως προέτρεξα να το εκλάβω ανάλογα, φαίνεται τελικά πως είναι αντιγραφή από άλλο που έχει γραφτεί στα αγγλικά και έχει κατακλύσει και τα social media άλλων χωρών.

Θα ήθελα λοιπόν να σηκωθώ λίγο όρθιος και να επικαλεστώ το δικαίωμά μου να νοιάζομαι τόσο για τους χιλιάδες θανάτους και βασανισμούς όσο και για τους 3 νεκρούς της Βοστώνης. Και μάλιστα με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια ένταση και την ίδια οργή. Με το ίδιο συναίσθημα για τους άδικους θανάτους που προήλθαν από τα ίδια αρρωστημένα μυαλά, αλλά που βρίσκονται μέσα στα κεφάλια διαφορετικών ανθρώπων.

Διότι το ανθρώπινο μυαλό είναι ένα. Και οι κτηνωδίες που έχουν τελεστεί ιστορικά και συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να τελούνται, από το ίδιο μυαλό προέρχονται. Ανεξαρτήτως φυλής, έθνους, θρησκείας, πολιτικού ή οικονομικού συστήματος. Έχουμε πλέον τις ιστορικές γνώσεις, αλλά και τις ψυχαναλυτικές ικανότητες ως είδος για να κατανοήσουμε πως οι φρίκες που μπορεί να εκτελέσει ο ανθρώπινος εγκέφαλος ποτέ δεν έκαναν διακρίσεις σε τέτοιες επίπλαστες κατηγορίες.

Γι’ αυτό και για κάθε αντι-αμερικάνικό σου κόμπλεξ, μπορώ να σου τρίψω στη μούρη ένα αντι-μουσουλμανικό, ή ένα αντι-κομμουνιστικό, ή ένα αντι-ναζιστικό, ή ένα αντι-σοσιαλιστικό, ή ένα αντί-τρομοκρατικό, και πάει λέγοντας, κόμπλεξ δικό μου. Αλλά επειδή η ανουσιότητα και η ρητορική ανακύκλωση σε μία τέτοια διαμάχη είναι τόσο ξεκάθαρη, προφανώς και ποτέ δε θα μπορούσα να βγάλω ένα τέτοιο κόμπλεξ που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε φτωχούς, πλούσιους, χριστιανούς, μουσουλμάνους, άθεους, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, Αμερικάνους, Πακιστανούς, Αφγανούς, Παλαιστίνιους, ομοφυλόφιλους, ετερόφυλους, καπιταλιστές, σοσιαλιστές, κουστουμάτους, λέτσους και ένα κάρο άλλους διαχωρισμούς που έχει επινοήσει το ίδιο μυαλό που σου έλεγα πιο πάνω.

Ίσως, πάλι οι περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν και, ενδόμυχα να θέλουν αυτούς τους διαχωρισμούς. Είτε για να ενισχύουν τις ιδεολογίες τους, είτε για να βγάζουν το κόμπλεξ που πάλι έλεγα πιο πάνω. Ο Diderot είχε πει: «Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα». Και επειδή τελικά όλες οι νοητικές μας διεργασίες που μας οδηγούν σε συμπεράσματα και ανάλογες πράξεις φιλανθρωπίας ή απανθρωπιάς, βήματα είναι, προσέχετε λίγο αυτά τα βήματα που προηγούνται του φανατισμού. Διότι, εσκεμμένα ή μη, ενδεχομένως να τα «περπατάτε» μέσα σας.


Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Υποκρισία είναι...


Να προσάπτεις ταξικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά στη μάχη μεταξύ των αναγκαίων ανατροπών και του σάπιου κατεστημένου.

Να παθιάζεσαι τόσο πολύ περιβαλλοντικά με αυτό που συμβαίνει στις Σκουριές, σε μία χώρα που έχει ήδη καταστραφεί και συνεχίζει να καταστρέφεται περιβαλλοντικά από άκρη σε άκρη από τους ίδιους τους κατοίκους της.

Να κλείνεις ένα portal με αντιεξουσιαστικό περιεχόμενο, και να μιλάς για νίκη της Δημοκρατίας.

Να αγνοείς τα εκατό στραβά του σπιτιού σου και να κραδαίνεις το δάχτυλο σε έναν άγνωστο ξένο που δεν έχεις γνωρίσει ποτέ σου.

Να αναζητάς συνεχώς τη στήριξη του Κράτους την ώρα που το μουντζώνεις σε κάθε ευκαιρία.

Να βλέπεις όλη αυτή τη σαπίλα που συνεχίζει να αναδύεται καθημερινά από τα σωθικά της κοινωνίας και να προσπαθείς να μας πείσεις ότι η σαπίλα απλά δημιουργήθηκε τα τελευταία τρία χρόνια.

Να μιλάς για λαϊκό συμφέρον την ώρα που υπερασπίζεσαι τα «κεκτημένα» συμφέροντα των λίγων.

Να αναζητάς τη νομιμότητα, εθελοτυφλώντας στην παρανομία των δικών σου πεπραγμένων.

Να λες "φασίστες κουφάλες, έρχονται κρεμάλες".

Να λες "εδώ γίνεται το Χ, το Ψ σε πείραξε;"

Να πιάνεις στο στόμα σου λόγια σπουδαίων ανθρώπων, χωρίς καν να καταλαβαίνεις τι σημαίνουν.

Να χρησιμοποιείς πολιτική ρητορική του αποτυχημένου συστήματος για να εμπνεύσεις τις ανάγκες πολιτικής σκέψης του παρόντος.

Να κατακρίνεις προτάσεις χωρίς να μπορείς να διατυπώσεις ούτε μία για τις δικές σου θέσεις.

Να μιλάς για κοινωνική αλληλεγγύη, την ώρα που στάζεις με μίσος προς την κοινωνία.

Ο κοινωνικός διασυρμός δεν θα επέλθει από την οικονομική κατάρρευση, αλλά από την αδυναμία να αναγνωρίσει ο καθένας μας τον υποκριτή μέσα του. Την αδυναμία να συμφωνούμε σε στοιχειώδη, αλλά και να διαφωνούμε σε μία δημιουργικά αναδυόμενη βάση. Αυτή η εμμονή στην άρνηση, την ισοπέδωση και το παθιασμένο μίσος, σύντομα θα αναγκάσει την πραγματικότητα να μας γνέφει περιπαικτικά καθώς απομακρύνεται από το κεφάλι του καθενός μας. Η άρνηση που καλά κρατεί εδώ και δύο αιώνες σχεδόν τώρα και που με κάθε κρίση βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναδεικνύει τις αδυναμίες μας ως κοινωνία. Άλλωστε, μέσα στην παράκρουση, ο διάλογος παύει να αποτελεί μέσο επικοινωνίας, και τον ρόλο του αναλαμβάνουν άλλα μέσα. Αυτά που βλέπουμε συνεχώς να πληθαίνουν γύρω μας.


Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Συστημικοί αντισυστημικοί


Το τοπικό ειδησεογραφικό-wannabe blog κάνει μία παράκληση προς τον Δήμο και την Τροχαία. «Σταματήστε να κόβετε κλήσεις στα διπλοπαρκαρισμένα και παράνομα σταθμευμένα ΙΧ, μπας και κινηθεί η αγορά στα μπαράκια, τις καφετέριες και τα μαγαζιά. Δείξτε συμπόνια στους δοκιμαζόμενους από την κρίση πολίτες». Δεν έχει σημασία ποιο είναι το blog, ούτε σε ποιο Δήμο απευθύνεται. Το blog είναι ο νεοέλληνας, που εδώ και 3 χρόνια δεν έχει καταλάβει, ή κάνει πως δεν καταλαβαίνει, τι συμβαίνει και προσπαθεί πάλι να βρει την δικαιολογία της λαϊκής υποστήριξης, με την οποία θα τη βγάλει καθαρή.

Είναι το σκεπτικό που ακόμα δεν μπορεί να κατανοήσει σε τι εξυπηρετεί ο νόμος και κατά προέκταση το πρόστιμο, εκτός από τον περιορισμό της ατομικής αυθαιρεσίας. Αν με ρώταγες ποιο ήταν το γεγονός της τελευταίας 3ετίας που απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο ότι σε κοινωνικό και κρατικό επίπεδο έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να νοικοκυρευτούμε κοινωνικά, και κατά προέκταση οικονομικά, θα σου απαντούσα τον «αντικαπνιστικό νόμο» με τα παρελκόμενά του. Από τον ωχαδερφισμό και ατομικισμό του καπνιστή, μέχρι την κουτοπονηριά του μαγαζάτορα, και την απαξίωση των αρχών, μέχρι τα μικροσυμφέροντα που αντικρούονται από τον συγκεκριμένο νόμο. Διότι, αν η κατανόηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων είναι τελικά αδύνατη να συμβεί στη συλλογική και ατομική συνείδηση, καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να συλληφθούν παρεμφερείς έννοιες που απαιτούν κοινή κοινωνική συνοχή και προσπάθεια για έξοδο από την κρίση.

Η κατανόηση των αναγκών του άλλου, και κατά προέκταση ο συνειδητός περιορισμός της δικής μας αυθαιρεσίας είναι το πρώτο βήμα για οποιαδήποτε κοινωνική συνοχή. Οι Έλληνες οδηγοί συνεχίζουν να μην ανάβουν τα φώτα τους στα τούνελ, αλλά ακόμα και αν έβαζες ένα περιπολικό στην άκρη κάθε τούνελ για να κόβει πρόστιμα, θα ήταν αδύνατο για την απαίδευτη και ακαλλιέργητη συνείδηση να κατανοήσει τον λόγο για το συγκεκριμένο πρόστιμο. Αυτή με τη σειρά της θα ψάξει να βρει καταφύγιο στον όχλο ή στο χάιδεμα των αφτιών που προσφέρει ο φτηνός λαϊκισμός. Καταφύγια που έχουν κατακλείσει πλέον την επικράτεια της χώρας.

Δεν είναι ο νόμος που είναι υπεράνω όλων. Ο νόμος όμως είναι που θα πρέπει να εκφράζει το αποτέλεσμα της συλλογικής ευθύνης και της ανάλυσης που αρμόζουν σε σύνθετα κοινωνικά ζητήματα. Δεν μπορεί να είναι η καταστρατήγηση του νόμου από κράτος και κοινωνία ο τρόπος για την βελτίωση της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά η βελτίωση του νόμου ώστε σε κάθε αναθεώρηση να γίνεται όσο πιο δίκαιος και ορθολογικός γίνεται. Διαφορετικά, σίγουρα ο καθένας από εμάς έχει τη δική του ερμηνεία για το κοινωνικό γίγνεσθαι και επειδή αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο σε νομοτελειακό βαθμό, θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξουμε εφαρμόζοντας τις καλοπροαίρετες, κατά τ’ άλλα, υποκειμενικές μας ερμηνείες. Διαφορετικά, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ευαγγελίζονται πως οποιαδήποτε αντισυστημική αντίδραση είναι θεμιτή διότι επιτίθεται στο σάπιο σύστημα, με την ίδια λογική θεμιτή είναι και η δράση Πχ της Χρυσής Αυγής. Τέτοιου είδους παραλογισμοί είναι που κάνουν αδύνατο για τον προαναφερθέντα νεοέλληνα να κατανοήσει σε τι ωφελεί ο περιορισμός της αυθαιρεσίας του. Και φυσικά είναι πολύ βολικό όταν οτιδήποτε αντιδραστικό μπορεί να βαφτιστεί αυτόματα επαναστατικό.

Στην Ελλάδα η αυθαιρεσία, ο ατομικισμός και η ασυδοσία είναι το σύστημα. Το κατεστημένο. Η ρίζα πολλών κρίσεων κοινωνικών και οικονομικών.  Άρα επαναστατικό και αντισυστημικό επί της ουσίας είναι οτιδήποτε φθείρει αυτά τα τρία σε κοινωνικό επίπεδο. Ότι χρώμα και αν έχει η σημαία που κραδαίνεις, εφόσον οι ιδέες και οι πράξεις σου δεν φθείρουν αυτά τα τρία, είναι εξ ορισμού συστημικές και σε πλήρη εναρμόνιση με τη σαπίλα του συστήματος που υποτίθεται πως πολεμάς. Γι’ αυτό δίνω και τόση σημασία στα «μικρά πράγματα». Διότι αυτά είναι που πλαισιώνουν ολόκληρη την καθημερινότητά μας, τις ιδέες και τις πράξεις μας. Αυτά είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία χτίζει η πολιτική αυθαιρεσία, ο φασισμός και ο επικίνδυνος λαϊκισμός.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...