Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Ο συναισθηματισμός, η τυρόπιτα και τα stage

Όλη αυτή η αναμπουμπούλα που δημιουργήθηκε «ξαφνικά» με τα stage (ή σταζ δημοσιογραφιστί), εμένα προσωπικά με χαροποιεί για τρεις λόγους:

α) Η απόφαση διακοπής του προγράμματος στο δημόσιο τομέα είναι σαφώς κοινωνικά, οικονομικά και ηθικά σωστή.

β) Δίνει θετικό πόντο στην κυβερνητική πολιτική επί του θέματος, καθώς είναι μία σοβαρή απόφαση λογικής, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το περίφημο πολιτικό κόστος.

γ) Βγάζει στην επιφάνεια μία κλασσική δυναμική της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Αυτής όπου ο κάθε κακομαθημένος πολίτης βλέπει μία κατάσταση από την οπτική γωνιά που τον βολεύει και όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θα ήλπιζε, συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα των συμπολιτών του.

Φυσικά μία κατάσταση έχει συγκεκριμένη υπόσταση, ανεξάρτητα από τις οπτικές γωνίες του καθενός. Και στην περίπτωση των stage, υπάρχει το θεωρητικό πλαίσιο (που χρησιμοποιούν οι κακομαθημένοι), και οι πρακτικές προεκτάσεις (που χρησιμοποιεί κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος και κάθε ρεαλιστής πολιτικός).

Θεωρητικά μιλώντας, λοιπόν, τα stage είναι ένα σπουδαίο κοινωνικό πρόγραμμα, καθώς δίνει την ευκαιρία σε χιλιάδες νέους να βρουν προσωρινή εργασία, μέσα από την οποία θα εκπαιδευτούν και θα λάβουν τα εφόδια για να βρουν μία σοβαρότερη ή ας πούμε πιο μόνιμη δουλειά. Χάρη στα χαρακτηριστικά του προγράμματος (χαμηλός μισθός και έλλειψη ασφάλισης), δίνονται κίνητρα και σε δημόσιους φορείς ή λοιπούς εργοδότες να μετέχουν στο πρόγραμμα.

Η πρακτική προέκταση, όμως στέκεται στις λεπτομέρειες. Και η σημαντικότερη λεπτομέρεια είναι το προσωρινό της υπόθεσης. Είναι λοιπόν λογικό για κάποιον που προσλαμβάνεται ως εργαζόμενος stage, να γνωρίζει ότι ούτε καριέρα θα κάνει σε αυτή τη θέση, ούτε θα είναι μία δουλειά στην οποία συνεχώς θα εκπαιδεύεται. Άρα, γιατί ξαφνικά γεμίσαμε με απηυδισμένους 35άρηδες που ωρύονται που θα χάσουν τη δουλειά τους; Τι σκοπό μπορεί να έχει κάποιος που δέχεται επί 5 χρόνια να δουλεύει με μισθό 400-500 ευρώ χωρίς ασφάλιση; Η απάντηση είναι απλή. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών προσέβλεπε σε μία πιθανή μονιμοποίησή τους, φυσικά εις βάρος άλλων συνανθρώπων τους που ενδεχομένως να έχουν καλύτερα προσόντα και μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Είναι γνωστό άλλωστε στους κύκλους των δημοσίων φορέων ότι τα stage ήταν κατά κανόνα τα βύσματα που έσκαγαν ανά δέκα από πολιτικά γραφεία και που κάθε μέρα πήγαιναν στο γραφείο τους, άπλωναν τις αρίδες τους, και μίλαγαν για τον καιρό, έχοντας το κουρασμένο και καταπονημένο ύφος της αναμονής της μονιμοποίησής τους.

Όταν λήφθηκε η ορθή απόφαση, αυτή η κατάντια να λάβει τέλος, υπήρξε φυσικά αντίδραση. Και που βασιζόταν η αντίδραση; Στο θεωρητικό πλαίσιο που περιγράφτηκε πιο πάνω. Δηλαδή, κάνουμε στην άκρη την υπαρκτή και ρεαλιστική σαπίλα, και κοσμούμε τα αιτήματά μας με τη θεωρία που μας βολεύει.

Αυτή η «θεωρία που μας βολεύει», είναι και ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ευρύτερης ελληνικής νοοτροπίας. Διότι είναι ένα χαρακτηριστικό που ξεκινάει από την παιδεία, όπου στα πρώτα βήματα της ενηλικίωσής του, ο Έλληνας πολίτης μαθαίνει ότι με συναισθηματικούς όρους, μπορεί να υπερβεί την λογική και τον ρεαλισμό, άρα και το ίδιο το Κράτος. Μαθαίνει για παράδειγμα, ότι αν μαζευτούν 5-10 άτομα, και κάνουν κατάληψη στο σχολείο, με αίτημα την αντικατάσταση της τυρόπιτας με σπανακόπιτα, στερώντας την πρόσβαση στο σχολείο σε άλλους 500 συμμαθητές τους, δεν έγινε και τίποτα. Διότι, κατά την ώρα της επίπληξης, θα φτάσει ο γονιός ή ο φουριόζος δημοσιογράφος της «αντιπολίτευσης» για να προστατέψουν τους ιθύνοντες με τη φράση: «παιδιά είναι» ή «απλά μάχονται για ένα καλύτερο μέλλον», ισοπεδώνοντας τόσο την αξία της κατάληψης, όσο και τα δικαιώματα των άλλων 500 μαθητών.

Στην τελική μαθαίνεις ότι σε αυτή τη χώρα μπορείς να ελίσσεσαι συνεχώς, και όταν στη διχάλα «κοινωνική ευθύνη – ατομικό βόλεμα», επιλέγεις πάντα το δεύτερο, πάντα θα υπάρχουν νομικά ή συναισθηματικά παραθυράκια για να τη βγάζεις καθαρή. Μαθαίνεις ότι το βάρος της ατομικής σου ευθύνης, θα το επωμιστεί είτε ο συνάδελφος συνδικαλιστής σου, είτε το πολιτικό ρουσφέτι σου.

Όταν λαμβάνεις αυτή την παιδεία, είναι λογικό να πορεύεσαι με καθαρά ατομικιστικούς όρους, έχοντας στο τσεπάκι σου τον άσσο της θεωρητικής δικαιολογίας. Ο εργαζόμενος stage γνωρίζει πολύ καλά ότι μπαίνει από την πίσω πόρτα, με αναξιοκρατικές διαδικασίες, και γνωρίζει πολύ καλά τους όρους του παιχνιδιού. Γι’ αυτό δεν διεκδικεί ούτε υψηλότερο μισθό, ούτε στοιχειώδη ασφάλιση, γιατί αν κάνει αρκετή υπομονή θα μονιμοποιηθεί και θα πάρει τη θέση μέσα από τα χέρια κάποιου πιο αντάξιου. Όταν η φούσκα όμως σκάει, αντί να έχει την αξιοπρέπεια και να πει «έπαιξα και έχασα, πάμε παρακάτω», οχυρώνεται πίσω από την πολιτική της αντιπολίτευσης, τον συναισθηματισμό της θεωρίας, και αντιδρά απέναντι στη λογική.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο, ότι σαν κοινωνία λειτουργούμε άψογα στη θεωρία. Αρκεί μία ώρα στο καφενείο, για να δεις τι ωραία που τα λένε όλοι. Διότι στο μυαλό του καθενός, η προσωπική του θεωρία εφαρμόζει τέλεια με το βόλεμά του μέσα στην κοινωνία. Στην πράξη όμως, δεν έχουμε τη δυνατότητα να οργανώσουμε ούτε τις στοιχειώδεις προτεραιότητές μας, διότι η πράξη λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες της κοινωνίας, και όχι το ατομικό βόλεμα του καθενός.

Intermission #15 (Δημητράκης edition)

Χρονιάρα μέρα σήμερα, κεριά και λιβάνια. Το ελληνάκι τιμάει τον Δημητράκη, παραθέτοντας σχετικό αρθράκι του Διαγόρα.

Κάντε κλικ στην εικονίτσα για το σχετικό άρθρο.


Πώς να μη φοράει μετά κουκούλα ο Αρίστος...;

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ελ-κονομία

Μετά τις εκλογές, ξεκίνησαν και οι πρώτες δημοσκοπήσεις σχετικά με τις προτεραιότητες που θα πρέπει να έχει η νέα κυβέρνηση. Και ω! Ως εκ θαύματος, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων θεωρεί την οικονομία ως πρώτη προτεραιότητα. Ίσως κάποιος να βιαστεί και να βγάλει ένα επιφώνημα θαυμασμού για το επίπεδο οικονομικής διορατικότητας και γνώσης που διέπει την πλειοψηφία της πιο ανεύθυνης, μπουνταλάδικης και κακομαθημένης κοινωνίας της Ευρώπης του 21ου αιώνα, αλλά τα φαινόμενα απατούν.

Βλέπετε, όταν οι Έλληνες αναφέρονται στην οικονομία, στην ουσία εννοούν την «Ελκονομία». Δηλαδή, αυτό το είδος οικονομίας που ο καθένας ερμηνεύει με τον δικό του ελληναρίστικο τρόπο. Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την οικονομολογική έννοια που εκτός από την στοιχειώδη λογική, προσβάλει και ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, θα πρέπει να μιλήσουμε με παραδείγματα.

Καταρχάς, η λέξη «Ελκονομία» είναι συνθετική. Προέρχεται από το «Ελ-» των αρχαίων, και ένδοξων ημών πρόγονοι, και την «-κονόμα», δηλαδή την αντίληψη της οικονομίας όπως αυτή εκθαμβώνεται από το φως του νεοελληνικού πολιτισμού. Όταν λοιπόν ο Έλληνας σήμερα μιλάει για οικονομία, στην ουσία αναφέρεται στην κονόμα της τσέπης του. Όταν δηλώνει πως θέλει να βελτιωθεί η ελληνική οικονομία, εννοεί πως θέλει να βελτιωθούν τα προσωπικά του οικονομικά, βάσει των νόμων της Ελκονομίας. Ακολουθούν παραδείγματα:

Βελτίωση της οικονομίας σημαίνει...

1. Για τον μέσο Έλληνα:
... να ξυπνήσει μία μέρα, και από το πουθενά να βρεθεί με αρκετές χιλιάδες ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό του, και μηδενικό υπόλοιπο στις πιστωτικές του κάρτες.

2. Για τον Έλληνα επιχειρηματία:
... να πέσει ο φορολογικός συντελεστής στο 5% για τις ΕΠΕ, και στο 2% για τις ΑΕ, με σταδιακό μηδενισμό των συντελεστών μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.

3. Για τον Έλληνα εργαζόμενο:
... να ξεκινήσει σταδιακή αύξηση του μισθού του σε ποσοστό περίπου +20% κάθε χρόνο.

4. Για τον Έλληνα ελεύθερο επαγγελματία:
... αύξηση της ελάχιστης αμοιβής του βάσει των κλαδικών συντελεστών που θα ορίζονται από το Κράτος και θα αναπροσαρμόζονται κάθε χρόνο με τάσεις αύξησης τουλάχιστον 10%.

5. Για τον Έλληνα αγρότη:
... μαγική μεταμόρφωση των καρπών των καλλιεργειών του σε 50ευρα.

6. Για τον Έλληνα ταρίφα:
... αύξηση της ταρίφας σε 5 ευρώ / μονάδα.

Θα πρέπει όμως να αναφερθούν και παραδείγματα που αφορούν την Ελκονομία σε σχέση με την ευρωπαϊκή πολιτική, δηλαδή πως ο μέσος Έλληνας εννοεί την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με τις επιταγές της Ε.Ε. Ένα παράδειγμα αρκεί για να αποτυπώσει την αντίληψη χιλιάδων ελληνικών επιχειρήσεων που επωφελήθηκαν από την ένταξή μας στην Ε.Ε., και τώρα σπεύδουν να επισημάνουν ότι πρώτη προτεραιότητα της νέας κυβέρνησης πρέπει να είναι η οικονομία.

Ο κ. Στάθης έχει κληρονομήσει ένα οικοπεδάκι με ένα μισοχαλασμένο πετρόχτιστο σπίτι, στο χωριό της οικογένειάς του. Η Ε.Ε. δε νοιάζεται μόνο για την ευημερία του κ. Στάθη, αλλά και για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής του. Έτσι με μία σειρά από οικονομικές ενισχύσεις που ονομάζονται Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, επιδοτεί τον κ. Στάθη προκειμένου αυτός με τη σειρά του να αποτελέσει αναπτυξιακό παράγοντα σε έναν ισχυρό οικονομικό κλάδο της χώρας του, Πχ τον τουρισμό. Η Ε.Ε. δίνει λεφτά στον κ. Στάθη προκειμένου να ανακαινίσει το μισοχαλασμένο σπίτι του και να το μετατρέψει σε ξενώνα, ώστε να ενταχθεί σε σύγχρονα προγράμματα αγροτουρισμού και να συμβάλλει στην μελλοντική ανάπτυξη του χωριού του. Ταυτόχρονα του εξασφαλίζει κονδύλι ώστε να πληρώνει το εμπλεκόμενο προσωπικό για κάποιους μήνες, προκειμένου να τονώσει την τοπική απασχόληση, καθώς και για τα πάγια έξοδα της επιχείρησης πάλι για κάποιους μήνες.

Ο κ. Στάθης, όμως έχει μπατζανάκη τον μηχανικό του χωριού, και μαζί καταφέρνουν να κάνουν κάτι υπερτιμολογήσεις από εδώ και κάτι υπερτιμολογήσεις από εκεί, ώστε τελικά να εισπράξει ένα ωραίο πενταψήφιο ποσό. Από το ποσό αυτό ξοδεύει ένα μικρό ποσοστό για να κάνει το μισογκρεμισμένο σπίτι να φαίνεται λίγο πιο αξιοπρεπές, ενώ φτιάχνει και μία πρόχειρη ιστοσελίδα της πλάκας βάσει των υποχρεώσεών του. Φυσικά δεν προσλαμβάνει προσωπικό, αλλά βάζει τη γυναίκα του και την αδερφή της να κάθονται στο σπίτι και να καθαρίζουν φασολάκια. Με το υπόλοιπο ποσό, αγοράζει μία Cayenne, μία 42’’ plasma TV και για τα υπόλοιπα δέκα χρόνια κάθεται στο καφενείο του χωριού του, ρεύεται, κλάνει, χασμουριέται, και πουλάει μούρη με τα τρέντι Rayban των 500 ευρώ που αγόρασε.

Ο κ. Στάθης, αντί να αποτελέσει παράγοντα ανάπτυξης του ελληνικού τουρισμού, αποτέλεσε παράγοντα ανάπτυξης της Porsche Ελλάδας και του Μπάμπη Γκαζμά – του καλύτερου κλαρίνου στον κάμπο. Τώρα που η Ε.Ε. ζητάει το μερίδιό της σε συντελεστές ανάπτυξης, ο κ. Στάθης κάνει τον κ. Αλέκο. Η Ελκονομία, σε όλο της το μεγαλείο!

Μην εξάπτεστε λοιπόν. Στην Ελλάδα, τα οικονομικά μεγέθη εκφράζονται πιο ρεαλιστικά σε ελκονομικά μεγέθη. Άλλη μία παγκόσμια πρωτιά!

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Οι παραιτημένοι

Κυριακή νωρίς το πρωί. Οι δρόμοι της Αθήνας είναι άδειοι και παντού επικρατεί μία ησυχία. Οι περισσότεροι άνθρωποι που κυκλοφορούν είναι ηλικιωμένοι, ντυμένοι στα καλά τους, που προφανώς πηγαίνουν στην εκκλησία. Οι μισές από τις γυναίκες είναι μαυροφορεμένες, με σοβαρό ύφος και ελαφρά κουμπούρα. Κάποιοι άλλοι, έχουν την έκφραση στο πρόσωπο που δείχνει ότι αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό κοινωνικό γεγονός της εβδομάδας. Άλλοι έχουν κρεμασμένους τεράστιους χρυσούς σταυρούς και παίζουν με κομποσκοίνια.

Παραμερίζοντας το εκκλησιαστικό και το μεταφυσικό της υπόθεσης, υπάρχει μία πιο διάχυτη αίσθηση. Μία παραίτηση και μία ανάγκη να παραπονεθούν. Να γκρινιάξουν κάπου. Να τονίσουν την απόγνωσή τους από τα βάρη της ζωής που φορτώνονται χρόνια τώρα.

Εάν η νεολαία δίνει τη γεύση της νοοτροπίας και της ιδεολογίας που επέρχεται, τότε η τρίτη ηλικία φαίνεται να αφήνει την αίσθηση των νοοτροπιών των γενεών που πέρασαν. Και η αλήθεια είναι πως η πλειοψηφία των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας στην Ελλάδα βγάζουν μία κούραση, μία μιζέρια και μία εξάντληση.

Δεν έχουν και τόσο άδικο. Η γενιά τους, όντως δεν έζησε και λίγα. Όμως αυτή η απόγνωση συνεχίζει ακόμα και μετά το τέλος των ευθυνών και της πολυπόθητης σύνταξης. Είναι σαν κάτι βαθιά ριζωμένο μέσα τους που αντί να καταλαγιάζει, εντείνεται.

Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι στην Ελλάδα είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Έχουν «ερωτευτεί» τόσο πολύ το χαζοκούτι της τηλεόρασης λες και τους υπενθυμίζει τον ενθουσιασμό που ένοιωσαν όταν είδαν τηλεόραση για πρώτη φορά. Και μέσα από την τηλεόραση ακούγονται ιστορίες υπερβολής και τρόμου, ενώ ο έξω κόσμος περιγράφεται σαν μία αλλοπρόσαλλη κοινωνία που έχει ξεφύγει από κάθε αξία και ηθική που είχε συνηθίσει τη συγκεκριμένη γερασμένη γενιά. Ο φόβος. Τους κλείνει στα σπίτια και τους σπρώχνει στις εκκλησίες.

Η ελληνική κοινωνία που κακομαθαίνει τα παιδιά της, νταντεύοντάς τα μέχρι να κάνουν δική τους οικογένεια, συμπεριφέρεται ανάλογα και στους ηλικιωμένους της. Οι περισσότεροι νοιώθουν ένα βάρος στα παιδιά τους. Άλλοι έχουν την απαίτηση να τους νταντεύουν.

Ενδεχομένως όλα αυτά να μην φαίνονταν τραγικά για τον ελληνικό μικρόκοσμο, εάν δεν υπήρχε άλλο μέτρο σύγκρισης. Και δεν είναι ανάγκη να πάμε σε άλλες χώρες για να δούμε την ψυχική κατάσταση των εκεί ηλικιωμένων. Διότι οι ξένοι ηλικιωμένοι έρχονται εδώ. Ζευγάρια με κατάκοιτους 80άρηδες που παίρνουν ένα σακίδιο και έρχονται στην Ελλάδα για να ανεβούν στην Ακρόπολη, να γυρίσουν στα νησιά και να αράξουν στις παραλίες. Είτε με γκρουπ, είτε μόνοι τους. Δεν παραιτούνται. Συνταξιοδοτούνται και αποφασίζουν να γυρίσουν τον κόσμο, ή να γραφτούν σε λέσχες με διάφορες δραστηριότητες. Αποφεύγουν το ντάντεμα και στοχεύουν να κάνουν πράγματα που θα ήθελαν να κάνουν όλη τους τη ζωή.

Φαίνεται, για εμάς εδώ, η δεισιδαιμονία, η αμορφωσιά και ο φόβος, διαιωνίζονται μέχρι τον θάνατο. Ευτυχώς που παντού, αραιά και που, υπάρχουν οι λαμπρές εξαιρέσεις που όχι μόνο διαψεύδουν τον κανόνα, αλλά περνάνε και στο αντίθετο άκρο. Αυτό της ανθρωπιάς που έχει εκλείψει σχεδόν ολοκληρωτικά από την κοινωνία μας. Μακριά από μαύρα ρούχα, σταυρούς, μιζέρια και φόβους.



Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Παιδότοπος Εξαρχείων

Το θέμα με τις «σκούπες» στα Εξάρχεια, είναι αρκετά πιο σύνθετο από την απλή εξαγωγή ενός συμπεράσματος για το ποιος είναι σωστός και ποιος είναι λάθος. Ανέκαθεν στα Εξάρχεια παίζονταν πολιτικά παιχνίδια, οπότε αν θέλουμε να βγάλουμε συμπεράσματα προς κάποια κατεύθυνση θα πρέπει να μιλήσουμε μόνο με αδιαμφισβήτητα γεγονότα και όχι εικασίες ή ιδεολογίες που μας εκφράζουν.

Καταρχήν, στα τελευταία περιστατικά όντως η αστυνομία χρησιμοποίησε την ίδια απαράδεκτη τακτική των τυχαίων προσαγωγών. Δεν γνωρίζω αν στις συγκεκριμένες προσαγωγές υπήρξε βία ή απαράδεκτη συμπεριφορά από την πλευρά της αστυνομίας, αλλά δεν θα εκπλησσόμουν αν ισχύει κάτι τέτοιο. Γνωρίζω όμως ότι υπήρξε μία σύγχυση που οδήγησε ορισμένες φορές στο ίδιο καθεστώς προσαγωγών, και άλλες σε πιο στοχευόμενες και διακριτικές επεμβάσεις.

Θεωρώ ότι το προσωπικό των αστυνομικών δυνάμεων, ειδικά αυτών που απαρτίζουν τις δυνάμεις των ΜΑΤ, αποτελείται κατά κανόνα από κομπλεξικά, φασιστοειδή βλαχάκια που ξαφνικά την βλέπουν σερίφηδες, παραγνωρίζοντας τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο Νόμο και τους πολίτες. Και φυσικά το ίδιο θα ισχύει και για τους διοικητές τους, δεδομένου ότι ανέχονται τη συμπεριφορά των νταήδων βλασταριών τους.

Άρα, ακόμα και αν η νέα πολιτική ηγεσία έχει τη θέληση και τη διάθεση να «μεταμορφώσει» την αστυνομία και να την επαναφέρει στη σωστή και δημοκρατική άσκηση των καθηκόντων της, το σίγουρο είναι ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει μέσα σε 2-3 μέρες. Χρειάζεται να στηθεί ένας ολόκληρος εσωτερικός μηχανισμός συνεχούς αξιολόγησης, εκπαίδευσης, επίβλεψης και ποινικής δίωξης μέσα στην ίδια την αστυνομία προκειμένου να γίνουν κάποια θετικά βήματα. Εάν και εφόσον αυτό όντως συμβεί, τα αποτελέσματα θα φανούν μετά από κάποιους μήνες.

Κατά δεύτερων, η προβοκάτσια δίνει και παίρνει στα Εξάρχεια. Δεν θα ήταν έκπληξη αν ανάμεσα στους μπαχαλάκηδες της προηγούμενης εβδομάδας υπήρχαν και ασφαλίτες, ή άτομα εκτός αντιεξουσιαστικού χώρου και γενικά περιθωριοποιημένος κόσμος που δρα με γνώμονα τη βία χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό κίνητρο ή στόχο.

Παλιότερα ο αντιεξουσιαστικός χώρος είχε συγκεκριμένους στόχους και νοοτροπίες που δεν άφηναν περιθώρια παρεξήγησης η προβοκάτσιας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι η σύνθεση των μπαχαλάκηδων δεν είναι ομοιογενής, παρά τις προσπάθειες πολλών αντιεξουσιαστών και αναρχικών να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της ιδεολογίας και των πρακτικών τους.

Δυστυχώς όμως, για τον αντιεξουσιαστικό χώρο η πάλαι ποτέ ομοιογένεια και παθιασμένη ιδεολογική αναζήτηση έχει φθαρεί με τη διείσδυση ακραίων, παράλογων, ταραχοποιών και μη-σκεπτόμενων στοιχείων που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τον χώρο. Η συνεχιζόμενη εμμονή με τον μικρόκοσμο των Εξαρχείων και των διαφόρων περιστατικών βίας ή προβοκάτσιας που δίνουν και παίρνουν στην περιοχή, έχουν αποδυναμώσει την όλη ιδεολογία και την έχουν περιθωριοποιήσει από κάθε άποψη, μέσα σε πλασματικές θεωρίες συνομωσίας που προσεγγίζουν μία παιδαριώδη αφέλεια.

Και φυσικά, ο ανόητος μαυροφορεμένος πιτσιρικάς μπαχαλάκιας που τα σπάει αδιακρίτως πουλώντας δήθεν «αναρχία», έδωσε το καλύτερο πάτημα στην εξουσία να τρομοκρατήσει χωρίς πολλή προσπάθεια. Η εκάστοτε εξουσία, κατάφερε και έπεισε τον μέσο πολίτη και νοικοκυραίο ότι τα Εξάρχεια είναι «άνδρο αντιδραστικών και παράνομων στοιχείων». Ως αποτέλεσμα, ο μέσος πολίτης, έδωσε στην ουσία λευκή επιταγή για τη χρήση βίας από την αστυνομία παραβλέποντας την καταπάτηση στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων των συλληφθέντων και προσαχθέντων. Φυσικά η γνώμη του νοικοκυραίου δεν θα έπρεπε να αφορά κανέναν, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οποιοσδήποτε πολιτικός βρεθεί στην εξουσία, θα επιχειρήσει κυρίως να «χαϊδέψει» τα αυτιά του νοικοκυραίου.

Εν τέλει, σε κάθε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, αυτό που μετράει είναι τα γεγονότα. Και όσο αντι-αισθητική είναι για τη δημοκρατία η συνεχής παρουσία διμοιριών ΜΑΤ γύρω από τα Εξάρχεια, το ίδιο αντι-αισθητική είναι και μειοψηφική διαστρέβλωση του αντιεξουσιαστικού χώρου, μέσω της τυφλής και ανούσιας βίας.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Διέξοδος vs. Συντηρητισμός

Η ελληνικότατη, ανασφαλής, νοοτροπία της «ταμπελοποίησης» έχει δημιουργήσει ορισμένες παρεξηγήσεις, ειδικά όσον αφορά την πολιτική. Για παράδειγμα, η Αριστερά για κάποιον λόγο μονοπωλεί την κοινωνική δικαιοσύνη και την πρόοδο, ενώ η Δεξιά τον συντηρητισμό. Μέσα στην όλη παρεξήγηση έχουν διεισδύσει και οικονομικά συστήματα, πχ καπιταλισμός, ελεύθερη αγορά, κολεκτίβα, κλπ, αφήνοντας τον μέσο Έλληνα σε μία πλήρη σύγχυση όσον αφορά τις διαχωριστικές γραμμές των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πολλές φορές, να τίθεται θέμα σύγκρισης κομμουνισμού – καπιταλισμού, ενώ στην ουσία θα έπρεπε να τίθεται θέμα ολοκληρωτισμού – δημοκρατίας ή ελεγχόμενης αγοράς – ελεύθερης αγοράς.

Η «ταμπελοποίηση» έχει αποπροσανατολίσει τον μέσο Έλληνα από τις πραγματικές δυναμικές πολιτικής και οικονομίας, με τον ίδιο απλό τρόπο που τον έχει αποπροσανατολίσει από τον ρεαλισμό, και τη θετική σκέψη.

Τις τελευταίες μέρες, παρατηρώ τις απόψεις και τους σχολιασμούς ανθρώπων ή ομάδων ανθρώπων που αδιαμφισβήτητα διακατέχονται από θετικές και προοδευτικές ιδέες, να γκρινιάζουν, να απαισιοδοξούν και να αναμασάνε τις ίδιες ισοπεδωτικές απόψεις που πολύ δικαιολογημένα είχαν κατά την περίοδο της προηγούμενης κυβέρνησης. Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω, πώς διαχωρίζεται ο συντηρητικός άνθρωπος από τον προοδευτικό; Μήπως τελικά ο συντηρητισμός δεν είναι τόσο θέμα πολιτικής ιδεολογίας αλλά τρόπος σκέψης;

Προσωπικά, νομίζω πως έχω μία αρκετά ξεκάθαρη άποψη για τον ορισμό του συντηρητισμού: «Αυτό που σε κρατάει στάσιμο, είτε εμμένοντας σε αποτυχημένες τακτικές του παρελθόντος, είτε παρεμποδίζοντας την είσοδο νέων ιδεών». Ομολογώ λοιπόν ότι σαστίζω ελαφρώς όταν ακούω τους «προοδευτικούς» επικριτές της νέας κυβέρνησης.

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, επειδή τη βλέπω ήδη την ταμπέλα να έρχεται προς το κούτελό μου με φόρα, ούτε ψήφισα ΠΑΣΟΚ, ούτε τρέφω την υπεραισιοδοξία που έχει πλημμυρίσει ξαφνικά πολύ κόσμο. Απλά κρατάω ανοιχτά τα μάτια μου και βλέπω αυτά που κατά την κρίση μου είναι αρνητικά ή θετικά. Κυρίως όμως τηρώ στάση αναμονής με μία πολύ συγκρατημένη αισιοδοξία. Και εκεί ακριβώς, ίσως να βρίσκεται η λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ προοδευτικής-θετικής σκέψης και συντηρητισμού. Δηλαδή, στο κατά πόσο αντιμετωπίζουμε τις αλλαγές με ισοπεδωτική καχυποψία ή με καλοπροαίρετη επιφυλακτικότητα. Το πρώτο συντηρεί υπάρχουσες καταστάσεις, ενώ το δεύτερον μάλλον δείχνει πιο εποικοδομητικό και θετικό.

Εάν η αρχική αντίδραση σε οποιαδήποτε αλλαγή, που έστω και πλασματικά δείχνει θετικά σημεία, είναι μία συντηρητική καχυποψία, τότε ειλικρινά δεν βρίσκω τον τρόπο με τον οποίο μία ολόκληρη κοινωνία μπορεί να πορευτεί μπροστά, αντί να μένει στάσιμη ή να οπισθοδρομεί. Πόσο μάλλον όταν αυτή η συντηρητική καχυποψία εκφράζεται από τους προοδευτικούς ανθρώπους ή ομάδες της συγκεκριμένης κοινωνίας.

Ενδεχομένως να φταίει και η παιδεία ή η κουλτούρα που έχουμε λάβει ως κοινωνία, αλλά η παραδοχή ότι δεν έχουμε ακόμα αρκετά στοιχεία για να σχηματίσουμε μία σφαιρική άποψη για κάτι, δεν είναι ούτε ντροπή, ούτε δηλώνει αδυναμία. Εάν η νέα κυβέρνηση τελικά αποτύχει εξίσου με την προηγούμενη, είναι κάτι που θα φανεί στο εγγύς μέλλον και όχι στο παρόν. Άρα οποιαδήποτε εικασία ή πρόβλεψη μπορεί να είναι μόνο άστοχη, αγγίζοντας ίσως και τα όρια της ανοησίας. Το παρόν δείχνει ορισμένα θετικά στοιχεία, στα οποία ένας πραγματικά προοδευτικός άνθρωπος θα έπρεπε λογικά να έχει ήδη αναγνωρίσει. Αντιθέτως, ένας συντηρητικός άνθρωπος θα κάτσει πίσω από τα βολικά, καχύποπτα τείχη του και θα εκτοξεύει ισοπεδωτικές, κλισέ απόψεις.

Όταν μιλάμε για ένα ποτήρι που οι μισοί το βλέπουν μισό άδειο και οι άλλοι μισοί, μισό γεμάτο, φιλοσοφούμε. Όταν όμως πρόκειται για κοινωνική δυναμική και ψυχολογία, τα πράγματα γίνονται πιο σοβαρά και πιο ρεαλιστικά, που μας αφορούν όλους, ειδικά όσους θέλουν να λένε ότι ασχολούνται με τα κοινά. Όταν υπάρχει μία θετική δυναμική και δεν την βλέπουμε ως ευκαιρία διαφυγής, τότε τίποτα δεν μας διαχωρίζει από τον συντηρητισμό τον οποίο ξέρουμε να κατακρίνουμε πολύ καλά στη θεωρία.

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Μετεκλογική μουρμούρα

Επηρεασμένοι από δεκαετίες πολιτικής σαπίλας και κοινωνικής απάθειας, οι διάφοροι ερμηνευτές έχουν ξεχυθεί προκειμένου να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα για τη νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Στο τέλος, αυτό που εκφράζεται είναι ένα μεγάλο φάσμα απόψεων από την πιο ισοπεδωτική απαισιοδοξία μέχρι μία ουτοποιική υπερ-αισιοδοξία. Φυσικά, όπως και σε κάθε τέτοια περίπτωση, η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση.

Στην Ελλάδα, τείνουμε να είμαστε απαισιόδοξοι γενικότερα, ιδιαίτερα όσον αφορά την άσκηση σωστής και αδιαφανούς πολιτικής· πράγμα δεκτό και σεβαστό, λαμβάνοντας υπόψη την κατάντια της πολιτικής στην περίοδο της μεταπολίτευσης αλλά κοιτάζοντας και ακόμα πιο πίσω ιστορικά. Το πρόβλημα της συγκεκριμένης απαισιοδοξίας, δεν έγκειται τόσο στις αρνητικές συνέπειες του «ισοπεδωτισμού» όσο στα κοινωνικά εμπόδια που δημιουργούνται και δυσκολεύουν το έργο ανθρώπων ή κυβερνήσεων με θετικές ιδέες και στόχους. Η συνεχής καχυποψία που διαχέεται μέσα σε μία κοινωνία όχι μόνο δεν εξελίσσει την εν λόγω κοινωνία, αλλά την καθηλώνει και σε οποιαδήποτε νέα προσπάθεια κίνησης μπροστά.

Πριν κλείσει καν ένα 24ώρο από την εκλογή της νέας κυβέρνησης, ήδη έχουν ξεκινήσει να εμφανίζονται τα πρώτα άστοχα σημάδια κριτικής προς το εκλογικό αποτέλεσμα. Ορισμένοι εστιάζουν στην συνεχιζόμενη εναλλαγή των ίδιων πολιτικών οικογενειών στην πρωθυπουργική θέση. Άλλοι, στην «τρομερή και φοβερή» αμερικανοποίηση που θα επέλθει στη χώρα με πρωθυπουργό τον Γ. Παπανδρέου, και ακόμα δεν έχουν οριστεί καν οι νέοι υπουργοί, τα κυβερνητικά σχήματα και τα πρώτα νομοσχέδια.

Μέσα σε αυτή τη μίζερη κριτική, κανείς δεν αναφέρει όμως ορισμένα ακράδαντα γεγονότα. Οι ίδιοι άνθρωποι που ασκούν κριτική για την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, είναι οι ίδιοι που κατέκριναν (δικαιολογημένα) την πολιτική της ΝΔ. Αντί, όμως να πανηγυρίσουν το σπουδαιότερο γεγονός, που είναι η κακήν κακώς πτώση της ΝΔ, απλά πέρασαν στο στάδιο του καχύποπτου λαϊκισμού και της εμπρόθεσμης κριτικής. Σε μία κατάσταση, δηλαδή, που μπορούν να επευφημούν και μία άλλη που μπορούν να γκρινιάζουν, επιλέγουν μόνο τη δεύτερη.

Τέτοια φαινόμενα, εμένα προσωπικά με προβληματίζουν. Δείχνουν μία κακομαθημένη κοινωνία που εκδηλώνεται με παιδιακίστικους τρόπους. Μία κοινωνία που συνεχώς αλλάζει ανάγκες και απαιτήσεις, εκτός πραγματικότητας και γεγονότων που συμβαίνουν αυτή τη στιγμή, έχοντας σαν βάση απλά την καχυποψία. Διότι δεν μπορεί από τη μία να είναι βασικό ζήτημα να πέσει η κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά χωρίς να βγει κυβέρνηση το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα της χώρας. Ούτε γίνεται από τη μία οι ιδέες του Γιώργου Παπανδρέου να είναι σωστές και τολμηρές, αλλά από την άλλη να μην έχει ισχυρή κυβερνητική αυτοδυναμία για να τις στηρίξει.

Η καχυποψία είναι χρήσιμη όταν ευδοκιμεί σε ένα πλαίσιο που αποδεδειγμένα κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Η ρετσινιά του ΠΑΣΟΚ για τα λάθη του παρελθόντος είναι μεν ένα ρεαλιστικό αποτύπωμα, αλλά δεν παύει να είναι ρετσινιά του παρελθόντος. Στο νέο σχήμα, με τους νέους ανθρώπους που έρχονται με σκοπό να σβήσουν αυτή τη ρετσινιά, οι πολίτες οφείλουμε να είμαστε αισιόδοξοι, και να στηρίξουμε κοινωνικά όσες θετικές ιδέες χρειάζονται κοινωνική στήριξη. Εάν τελικά αποδειχτεί ότι και οι συγκεκριμένοι άνθρωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, τότε έχουμε κάθε δικαίωμα καχυποψίας. Δεν μπορούμε από το φόβο της αφέλειας απλά να υψώνουμε συνεχώς τείχη και συντηρητικές απόψεις μπροστά σε κάθε νέα πολιτική δυναμική, ασχέτως των προθέσεων ή της ρετσινιάς της.

Φυσικά, το ζητούμενο δεν είναι να αποδεχόμαστε το χειρότερο αντί του χείριστου, ούτε να συμβιβαζόμαστε με πολιτικούς κανόνες που θέτουν μερικοί δεκάδες πολιτικοί και ορισμένοι εκατοντάδες χιλιάδες βραδύστροφοι ψηφοφόροι. Άλλο πράγμα όμως η σιωπή / αναμονή και άλλο η καχυποψία / αρνητική στάση. Το πρώτο δίνει χώρο στον κρινόμενο να παρουσιάσει τα δείγματα δουλειάς του, ενώ το δεύτερο του κόβει τον αέρα εξ αρχής. Και στην Ελλάδα δεν είναι μόνο η πολιτική που έχει πιάσει πάτο. Είναι και η κοινωνία που στηρίζει την εκάστοτε πολιτική.

Ας προβληματιστούμε λοιπόν για την ώρα με πιο ρεαλιστικά πράγματα όπως το γεγονός ότι σχεδόν 2.300.000 άτομα ξαναψήφισαν την πιο απαράδεκτη, καταστροφική και ανίκανη κυβέρνηση που πέρασε πότε από τη χώρα, ή ότι ο Βύρων Πολύδωρας επανεκλέγεται βουλευτής, και ας αφήσουμε τη νέα κυβέρνηση να ξεκινήσει το έργο της χωρίς γκρίνιες εκ των προτέρων. Άλλωστε δεν χρειάζεται και πολύς καιρός μέχρι να φανούν τα πρώτα δείγματα γραφής. Μία κοινωνία που εκλέγει στο κοινοβούλιο τον Γιώργο Ανατολάκη και την Άννα «Ακατανόμαστου», υποδεικνύει μία κοινωνία με πολύ σοβαρότερα θεσμικά προβλήματα από τα σαρδάμ του Γιώργου Παπανδρέου και την εναλλαγή πολιτικών οικογενειών στην εξουσία.

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Ο στρουμφο-χρυσαυγίτης της διπλανής πόρτας

Αγαπητό μου ιστολόγιο,

Το κεφάλι μου προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από την χθεσινοβραδινή έξοδο. Δεν ήταν τα ξύδια, μήτε το τσίρκο με τις μπλε σημαίες στην πλατεία Συντάγματος, μήτε η κοσμοσυρροή από τουρίστες στην Πλάκα. Όχι. Ήταν απλά ένα ζευγάρι. Για την ακρίβεια ήταν ένα συνομήλικο (δηλαδή 30+) φιλικό ζευγάρι με το οποίο βγήκαμε για μία μπυρίτσα και καμιά χαζοκουβεντούλα όπως κάνει ο περισσότερος κόσμος που είναι 30+. Ωραία μέχρι εδώ.

Η συνάντηση κυλούσε όμορφα και ωραία κατά τα γνωστά, με τον τύπο από το ζευγάρι να κάνει και πλακίτσες, μιλώντας για τα τελευταία νέα του καθενός, το πως κυλάει η ζωή όταν, αναπόφευκτα σε κάποια φάση, το θέμα γύρισε σιγά σιγά προς τις εκλογές. Ωραία και πάλι μέχρι εδώ.

Ο τύπος από το ζευγάρι δήλωσε εν μέσω ενός χασμουρητού πως αν δεν βαρεθεί, ίσως και να πάει σήμερα να ψηφίσει, και αν το κάνει, θα ψηφίσει Χρυσή Αυγή. Και πάλι ωραία μέχρι εδώ. Πολιτική απάθεια, με ισχυρή δόση χιούμορ, κανένα πρόβλημα. Το έχουν πολλοί τριαντάρηδες το σύμπτωμα.

Σύντομα, όμως έσκασε η ναπάλμ. Ο τύπος μιλούσε σοβαρά. Ο 30+άρης που φαινόταν ένα άνετο και έξυπνο παιδί, κυριολεκτούσε. Στήριζε και θα ψήφιζε Χρυσή Αυγή. Ο λόγος είναι απλός : «Διότι, οι μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα, έρχονται βάσει ενός σκοτεινού διεθνούς σχεδίου που υποκινείται από άγνωστες δυνάμεις που έχουν σκοπό να αφανίσουν τον ελληνισμό επειδή τον φοβούνται και τον ζηλεύουν, και φυσικά τον πολεμούν εδώ και αιώνες. Έτσι η μαζική έλευση των μεταναστών, σταδιακά θα αφανίσει τους γνήσιους Έλληνες (που σήμερα εκτιμώνται γύρω στα 2 εκατομμύρια) και η νέα τάξη πραγμάτων θα μπορεί να ρίξει ένα χαιρέκακο γέλιο που θα ακουστεί σε όλο το σύμπαν, για τον αφανισμό της σημαντικότερης και σπουδαιότερης φυλής του πλανήτη· τους Έλληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο αυτό ξεκίνησε με την πτώση της ΕΣΣΔ στα τέλη του ’80, που έδωσε την ευκαιρία σε Αμερικάνους και ευρωπαϊστές να θέσουν ανενόχλητα το σχέδιο εξολόθρευσης των Ελλήνων. Δεν έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί στην Ελλάδα ζούσαμε όλοι ευτυχισμένοι, όμορφα και ωραία πριν τις αρχές του ’90 όπου και άρχισαν να έρχονται οι μετανάστες; Επίσης, το μόνο που μπορεί να παράγει η Ελλάδα είναι αγροτικά προϊόντα και τουρισμός. Με τις διάφορες ευρωπαϊκές συνθήκες για την κοινή αγροτική πολιτική, οι Δυτικοί κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στην ελληνική οικονομία αφού πλέον αυτοί ορίζουν την αγροτική αγορά, οπότε το μόνο που απομένει είναι το χτύπημα στον τουρισμό. Εσείς βέβαια δεν τα ξέρετε όλα αυτά γιατί οι «ουρές» που αφήνουν τα αεροπλάνα στον ουρανό είναι στην ουσία ψεκασμός με ειδικές ουσίες που «χαζεύουν» το μυαλό και το μοναδικό/ ανώτερο ελληνικό DNA και δεν αφήνουν τους Έλληνες να δουν ξεκάθαρα. Άρα η πηγή των προβλημάτων στην Ελλάδα είναι οι μετανάστες και πρέπει να φύγουν».

Παρένθεση: Ο συγκεκριμένος τύπος έχει επιχείρηση στην οποία απασχολεί... μετανάστες. Κλείνει η παρένθεση.


Ναι αγαπητό μου ιστολόγιο, γνώρισα επιτέλους από κοντά ένα τέτοιο άτομο. Ωφείλω να ομολογήσω ότι εξεπλάγην. Υποθέτω είναι η ίδια αίσθηση όταν ξαφνικά γνωρίζεις, ας πούμε, ένα στρουμφάκι. Αρνείσαι να δεχτείς ότι υπάρχει, αλλά αυτό κατεβάζει το παντελόνι του και σου κουνάει περιπαικτικά το μπλε κωλαράκι του. Και όσο και να τρίβεις τα μάτια σου, το στρουμφάκι και ο κώλος του παραμένουν εκεί. Η πραγματική αίσθηση όμως είναι λίγο πιο ανάμεικτη και θα μπορούσε να συνοψιστεί στην αίσθηση που έχει κάποιος όταν μιλάει σε έναν τοίχο, και όταν ρωτάει τον τοίχο πόσο κάνει 1 + 1, ο τοίχος του σκάει τρία τούβλα στο κεφάλι.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...