Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Αγανακτισμένοι πολλών ταχυτήτων

Αγανακτισμένοι δεν είναι μόνο οι Ελληναράδες με τις σημαίες-μπέρτες, οι φασίστες και οι «αγανακτισμένοι κάτοικοι» του Αγ. Παντελεήμονα. Δεν είναι μόνον αυτοί που μαθαίνουν στα παιδιά τους πώς να μουντζώνουν τη Βουλή και να βρίζουν. Δεν είναι μόνον αυτοί που παρκάρουν πάνω στα πεζοδρόμια της Σταδίου, της Πανεπιστημίου και της Ακαδημίας, γεμίζουν σκουπίδια το χώρο, κλέβουν την ουρά στα περίπτερα και ρίχνουν τη γόπα κάτω. Δεν είναι μόνον αυτοί που ανέχονται να αγοράζουν 2 ευρώ τη μπύρα και πιτόγυρους από παράνομους πωλητές.

Αγανακτισμένοι δεν είναι μόνον αυτοί που καλούν σε απεργίες διαρκείας, καταλήψεις, συμπαράσταση στους υπαλλήλους του ΤΤ, και στους λιμενεργάτες. Δεν είναι μόνον αυτοί που στη λαϊκή συνέλευση φωνάζουν τα ίδια που φώναζαν στις φοιτητικές τους κομματικές «συνελεύσεις». Δεν είναι μόνον οι κρατικοδίαιτοι υπάλληλοι του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ που μπήκαν από την «πίσω πόρτα». Δεν είναι μόνον αυτοί που βρίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση επειδή μετά από 30 χρόνια συνεχών χρηματοδοτήσεων αποφάσισε να θέσει τους δικούς της όρους˙ χρηματοδοτήσεις που αντί να πάνε σε επενδύσεις, πήγαν σε cayenne, οικοδομές, κατανάλωση, off-shore, σκυλάδικα και βόλεμα.

Αγανακτισμένοι δεν είναι μόνον αυτοί που συγκρίνουν τον Πρωθυπουργό με δικτάτορα και πιόνι του νεοφιλελευθερισμού, ούτε οι Αυτιάδες, οι Τράγκες και οι Αναγνωστάκηδες του δημοσίου διαλόγου. Δεν είναι μόνον αυτοί που βρίζουν, διαρρηγνύουν ιμάτια, φωνάζουν και προσβάλλουν όποιον δεν συμφωνεί μαζί τους. Δεν είναι μόνον γνωστοί , μουσικοσυνθέτες, «πατριώτες» που αξιώνουν 250 χιλιάδες ευρώ αναδρομικά για την βουλευτική τους σύνταξη και στέλνουν μηνύματα συμπαράστασης. Δεν είναι μόνον αυτοί που ξέρουν πολύ καλά τη λέξη «κριτική» και αδιαφορούν παντελώς για την έννοια της «αυτοκριτικής».

Είναι όμως και αυτοί. Και η δική μου συνείδηση δεν θα επέτρεπε τη συμμετοχή στις αποφάσεις ενός πλήθους κόσμου που συμπεριλαμβάνει και τέτοιου είδους «αγανακτισμένους». Ακόμα και αν οι αρχικοί εμπνευστές της «αγανάκτησης» είναι όντως καλοπροαίρετοι και με αγνά κίνητρα.


Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Μαυρίστε πρόσωπα, όχι θεσμούς

Αν διαβάσεις τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας θα εντυπωσιαστείς. Θα έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις τον ΚΟΚ κάποιας βορειοευρωπαϊκής χώρας. Ο λόγος του εντυπωσιασμού σου θα είναι φυσικά η ασυμφωνία του ΚΟΚ με την ελληνική πραγματικότητα. Κι όμως, ο ελληνικός ΚΟΚ είναι αυτός. Προήλθε μετά από πολλά χρόνια εθνικών και διεθνών μελετών, εμπειρίας, ερευνών και διαρκών βελτιώσεων που συνεχώς κάνουν την οδήγηση ασφαλέστερη.

Το ίδιο συμβαίνει και με το Σύνταγμα της Ελλάδος. Αν το διαβάσεις θα εντυπωσιαστείς. Με εξαίρεση την «Αγία, Ομοούσια και Αδιαίρετη Τριάδα», και ορισμένα άρθρα, το ελληνικό Σύνταγμα δεν έχει να ζηλέψει σε κάτι από αντίστοιχα ευρωπαϊκά, στις χώρες των οποίων υπάρχει πραγματική δημοκρατία. Όπου, ως πραγματική δημοκρατία, ορίζουμε την σαφή διάκριση μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας.

Οι γαλλικές εθνοσυνελεύσεις, και οι Αμερικάνοι εξεγερμένοι στα τέλη του 18ου αιώνα συνέταξαν τα πρώτα μοντέλα που αποτέλεσαν τη γέννηση των περισσοτέρων σύγχρονων δυτικών Συνταγμάτων. Λίγες δεκαετίες αργότερα, οι επαναστατημένοι Έλληνες θα επιδιώξουν το ίδιο, με το Σύνταγμα της Ελλάδας να διαμορφώνεται στις πρώτες εθνικές συνελεύσεις, το οποίο στην ουσία ήρθε σχεδόν ατόφιο από τη Δύση σε μία προσπάθεια ένταξης της Ελλάδας στο γενικότερο κύμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού που είχε παρασύρει την υπόλοιπη ήπειρο. Όπως αποδείχτηκε αργότερα βέβαια, οι Έλληνες ουδέποτε αποδέχτηκαν την έννοια του Συντάγματος. Κι όμως, στα μεταγενέστερα χρόνια, υπήρχε μία διαρκής διαμάχη για να επέλθει Δημοκρατία στη χώρα μας σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος. Άνθρωποι αγωνίστηκαν, βασανίστηκαν, διώχτηκαν, θανατώθηκαν, αγωνιζόμενοι να υπάρξει μία υποτυπώδης Δημοκρατία βασισμένη στις ιδέες που πρέσβευε το Σύνταγμα.

Σήμερα, το οικοδόμημα υπάρχει. Έχουμε Σύνταγμα στα δυτικά πρότυπα που εμπράκτως αποτελεί την ραχοκοκαλιά της εθνικής νομοθεσίας. Αναφέρεται εκτενώς στην διάκριση των τριών εξουσιών, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, στην ελευθερία της έκφρασης και του λόγου. Με αρκετούς αστερίσκους μεν, αλλά επί της ουσίας, όλα αυτά είναι εκεί. Το πρόβλημα δεν είναι το οικοδόμημα, αλλά οι άνθρωποι που το διαχειρίζονται, δηλαδή οι πολιτικοί, οι δημόσιοι λειτουργοί και οι δικαστές/νομικοί. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν είναι σάπιο επειδή το οικοδόμημα της Δημοκρατίας είναι σαθρό, αλλά επειδή είναι σαθροί οι άνθρωποι που το απαρτίζουν.

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι το οικοδόμημα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά οι άνθρωποι που την διαχειρίζονται. Και ο πιο δίκαιος και δημοκρατικός τρόπος να ανατρέψεις το συγκεκριμένο ανθρώπινο δυναμικό είναι μέσω του αναφαίρετου δικαιώματος των εκλογών. Εθνικών και τοπικών. Ευτυχώς για την ανθρώπινη σκέψη και την κοινωνική ειρήνη, οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες της Ευρώπης δυσκολεύουν την εύκολη ανατροπή τους από τη βάση, με εξωθεσμικές διαδικασίες. Αυτό δεν είναι αντιδημοκρατικό, αλλά τουναντίον προστατεύει την δημοκρατία από κακοπροαίρετες ολιγαρχικές ή απολυταρχικές ομάδες. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει η ευελιξία να έρθει στην εξουσία οποιοσδήποτε έχει την πλειοψηφική στήριξη της βάσης και εφόσον φυσικά έχει την όρεξη για δουλειά και οργάνωση.

Έχει επισημανθεί πολλές φορές ότι κανένα δημοκρατικό σύστημα δεν είναι τέλειο, ή καλύτερα, δεν είναι όσο δημοκρατικό θα μπορούσε να είναι. Αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία για να βάλλουμε ενάντια σε ένα οικοδόμημα που αποτελεί πανανθρώπινη κατάκτηση και που χτίστηκε με αγώνα, θυσίες, αίμα και σκληρή δουλειά. Οι βελτιώσεις ή οι σταδιακές μετατροπές σε ένα δικαιότερο σύστημα γίνονται χτίζοντας και όχι γκρεμίζοντας. Επειδή όμως αρχίζω να καταλήγω πλέον ότι σε οποιαδήποτε διχάλα αποφάσεων έχουμε μάθει να επιλέγουμε πάντα τον εύκολο δρόμο, έχω την αίσθηση ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, δυστυχώς, το γκρέμισμα φαντάζει για πολύ κόσμο μία αποδεκτή λύση.

*Η παρούσα ανάρτηση θα μπορούσε να αποτελεί και συνέχεια της προηγούμενης κατά κάποιο τρόπο.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Έλα να αγανακτούμε ντάρλινγκ

Χθες, σε κάποια φάση στη συγκέντρωση των «αγανακτισμένων» στο Σύνταγμα, έσκασε μύτη η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ με δύο γερανοφόρα και σήκωσε ένα τεράστιο πανό. Κάποιοι από το συγκεντρωμένο πλήθος άρχισαν τα γιουχαΐσματα, και η απορία που μου δημιουργήθηκε ήταν αναπόφευκτη. Προς τί το γιουχάισμα; Και η ΓΕΝΟΠ δεν είναι αγανακτισμένη; Άλλωστε το μότο της διοργάνωσης ήταν σαφές: «Αυθόρμητα, ακομμάτιστα, ειρηνικά, με μοναδικό κοινό παράγοντα, την αγανάκτησή μας». Άρα υπήρχε χώρος για οποιονδήποτε αγανακτισμένο.

Η αλήθεια είναι ότι χθες κατέβηκαν πολλών ειδών αγανακτισμένοι. Ενδεχομένως οι της ΓΕΝΟΠ να μην έτρωγαν γιουχάισμα αν δεν φορούσαν τα πορτοκαλί καπελάκια και δεν κατέβαιναν συντονισμένοι ως ΓΕΝΟΠ. Οι υπόλοιποι αγανακτισμένοι όμως τί ήταν; Αν κρίνω από τα διαδικτυακά καλέσματα, ανάμεσά τους υπήρχαν και εθνικιστές, «Σπίθες», «Άρματα», αριστεριστές, ακροδεξιοί, «Δεν πληρώνω», συνδικαλιστές (χωρίς καπελάκια) και γενικώς ένα κάρο κόσμος που ήταν αγανακτισμένος για τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Και πολύ καλά έκανε που κατέβηκε ως αγανακτισμένος που ήταν. Το συγκεκριμένο συνονθύλευμα ιδεών ήταν εμφανέστατο και στο ηχητικό ποτ-πουρί που έβγαινε από τις ντουντούκες. Ο εθνικός ύμνος, «πότε θα κάμει ξαστεριά», «ψωμί παιδεία ελευθερία», το old time classic «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», «κλέφτες κλέφτες», κλπ.

Λυπάμαι που θα στεναχωρήσω τους ιδεολόγους «αγανακτισμένους» αναγνώστες μου, αλλά εγώ δεν μπορώ να αγανακτώ δίπλα με όλους αυτούς. Το μότο «όλοι ενωμένοι» δεν με εκφράζει σε τέτοιες περιπτώσεις. Όσο υπερασπίζομαι την κοινωνική συνοχή και την οποιαδήποτε προσπάθεια για κοινωνική ενότητα, τόσο θεωρώ ανούσιες, ίσως και επικίνδυνες σε ένα βαθμό, τις αντιδράσεις που υπό μία αόριστη έννοια φέρνουν κοντά αυτόν που προχτές βράδυ μπορεί να κυνηγούσε μετανάστες, τον βασιλόφρονα παππού, τον κακομαθημένο συνδικαλιστή, ενδεχομένως ένα μεγάλο μερίδιο πολιτών που είναι συνυπεύθυνο για την κρίση, μαζί με ένα άλλο μεγάλο μερίδιο που δεν είναι και όντως περνάει δύσκολες ημέρες. Θεωρώ σημαντικό να διαχωρίζεται η χρήσιμη ιδεολογία από τη σαπίλα, και ο συναισθηματισμός από τη λογική. Στην τελική, εγώ είμαι αγανακτισμένος για την ΜΗ εφαρμογή του μνημονίου. Αν κατέβαινα χθες στο Σύνταγμα και εκφραζόμουν ελεύθερα, πολύ πιθανό να έτρωγα κι εγώ γιουχαΐσματα.

Οι συγκεντρώσεις που έχουν ως κύριο σκοπό την αντίδραση σε κάτι, είναι ωφέλιμες όταν στοχεύουν στην αποσύνθεση κάποιου συγκεκριμένου στόχου. Η αντίδραση δεν είναι δημιουργική έννοια. Η δράση είναι. Επί του πρακτέου για να συμβεί κάτι όντως σε κοινωνικό ή πολιτικό επίπεδο, η αντίδραση πρέπει να είναι στιγμιαία, ώστε να αποσυνθέσει τον στόχο, και να δώσει χώρο σε μία μακροχρόνια δράση για να εποικοδομήσει κάτι άλλο. Μέχρι στιγμής, όχι μόνο τον τελευταίο χρόνο, αλλά και κατά την περίοδο ολόκληρης της μεταπολίτευσης, έχουμε κοινωνικές αντιδράσεις και όχι δράσεις. Η αποτελεσματικότητα όλων αυτών των αντιδράσεων, φαντάζομαι πως είναι εμφανέστατη ολόγυρά μας. Και αυτό είναι λογικό. Όταν αντιδράς για αόριστες έννοιες όπως η φτώχεια ή η κρίση χρησιμοποιώντας αόριστα μέσα όπως η «αγανάκτηση» δεν αναφέρεσαι σε κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει άνθρωπος που θα σου πει «α εγώ είμαι υπέρ της φτώχειας και της κρίσης». Όταν όμως αντιδράς σε κάτι συγκεκριμένο, έχεις πάτημα για να περάσεις και σε στοχευόμενη δράση.

Ως εκ τούτου, το χθεσινό συμβάν δεν προσέφερε κάτι, γιατί το δομικό συστατικό του (η αοριστία της «αγανάκτησης») ήταν τέτοιο που δεν θα μπορούσε να επιτρέψει τη δημιουργία κάποιου εγχειρήματος. Σίγουρα είχε κόσμο, είχε ωραία ατμόσφαιρα, ενδεχομένως να είχε και πολλές όμορφες στιγμές και να προσέφερε αυτό που θα προσέφερε ένα οποιοδήποτε ωραίο πανηγύρι. Απλά στο τέλος ο καθένας φεύγει από το πανηγύρι με διαφορετική αίσθηση. Και επί του πρακτέου, όσο ωραίο και αν είναι ένα πανηγύρι, ξημερώνει η επόμενη μέρα που έχει πάλι τις ίδιες δυσκολίες, στο ίδιο περιβάλλον, με τα ίδια προβλήματα που επιδιώκουν άμεσες λύσεις και κυρίως δράσεις.


Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ο ύπνος δεν θρέφει μόνο τα παιδιά

«Κάντε ησυχία μην ξυπνήσουμε τους Έλληνες» είναι ένα από τα συνθήματα που φωνάζουν οι Ισπανοί διαδηλωτές, κάτι το οποίο κατανοώ απόλυτα. Και το κατανοώ όχι λόγω του υπονοούμενου του συνθήματος, αλλά επειδή οι Ισπανοί που το φωνάζουν, μάλλον έχουν μία στρεβλή εικόνα για την ελληνική πραγματικότητα.

Είναι φυσιολογικό, όταν όλα τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ ασχολούνται με την οικονομική κρίση της Ελλάδας, τα μέτρα λιτότητας, την αύξηση της φορολογίας, τη μείωση των μισθών και δείχνουν αποσπασματικά σκηνές από πορείες, οι λοιποί Ευρωπαίοι να νομίζουν αυτό που πλανάται και στη φαντασία διαφόρων εγχώριων «πατριωτών». Ότι δηλαδή η Ελλάδα ήταν μία μικρή ευρωπαϊκή χώρα όπου οι κάτοικοι ζούσαν μια ήσυχη και ειρηνική ζωή, απολαμβάνοντας όλες τις ανέσεις, τις παροχές και τα δικαιώματα ενός μέσου ευρωπαϊκού κράτους, μέχρι που ξαφνικά το κακό ΔΝΤ και οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν τον λαό της, βάζοντάς τη σε μία στημένη προσπάθεια αποκατάστασης της βιωσιμότητας του δημοσίου χρέους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την μαζική πτώχευση των κατοίκων της.

Οι Ισπανοί, που αστειευόμενοι θέλουν να ξεσηκώσουν και τους «κοιμισμένους» Έλληνες, δεν γνωρίζουν ότι η σαπίλα, η διαφθορά, η αναξιοκρατία, οι σπατάλες και η εξαθλίωση της αξιοπρέπειας προϋπήρχαν της κρίσης. Δεν ξέρουν ότι αυτά για τα οποία μαζεύονται στις πλατείες τους και αποδοκιμάζουν, προϋπήρχαν και στην Ελλάδα της «ευημερίας» προ κρίσης. Η πραγματική δημοκρατία, η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία, και η αξιοπρέπεια ήταν διαβλητές έννοιες σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Δεν χρειαζόταν η οικονομική κρίση για να τα φέρει στην επιφάνεια. Απλά πριν την κρίση, ο ελληνικός ουρανός έβρεχε ευρωπαϊκό χρήμα, οπότε ποσώς ενδιαφερόταν οποιοσδήποτε για την κρίση των θεσμών και της δημοκρατίας γενικότερα. Η λαϊκή οργή που εκφράζεται στις μέρες μας δεν είναι τόσο για την κρίση των θεσμών, όσο για την κρίση της τσέπης. Και φυσικά, οι Ισπανοί δεν μπορούν να το γνωρίζουν αυτό, όπως κι εμείς δε θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε για κάτι ανάλογο που συμβαίνει σε μία άλλη χώρα, πέρα από τις εικόνες που μεταφέρουν τα ΜΜΕ, και τις αναλύσεις που μεταφράζει σκοπίμως, όπως τον βολεύει, ο κάθε πολιτικός χώρος.

Οι Ισπανοί και οι εγχώριοι ιεροκήρυκες που προσπαθούν να μετουσιώσουν την αγανάκτηση σε δράση, παραβλέπουν ένα σημαντικό στοιχείο. Ότι η αγανάκτηση δεν είναι ενιαία. Άλλος αγανακτεί επειδή έχασε τη δουλειά του, άλλος επειδή μειώθηκε ο μισθός του, άλλος επειδή θεωρεί ότι το μνημόνιο έφερε τη συμφορά, άλλος επειδή το μνημόνιο δεν εφαρμόζεται ουσιαστικά, άλλος για την κοινωνική ένταση, άλλος για την κυβερνητική δειλία στην έμπρακτη εφαρμογή του μνημονίου, κλπ. Η πιο ουσιαστική αγανάκτηση, αυτή που αφορά τους θεσμούς και τις πιο βαθιές δομές που είναι υπεύθυνες για την κρίση, εκφράζεται από τους ίδιους ανθρώπους που αγανακτούσαν και προ κρίσης και οι οποίοι όπως τότε, έτσι και τώρα αποτελούν μία ασήμαντη μειοψηφία˙ τουλάχιστον όσον αφορά τον δημόσιο λόγο.

Εάν κάποια στιγμή η Πλατεία Συντάγματος γέμιζε με ένα ή δύο εκατομμύρια αγανακτισμένους, τότε μάλλον σε καλό δρόμο θα είμαστε. Θα σήμαινε ότι οι παλιές δομές όντως καταρρέουν και οι απανταχού βολεμένοι και οι συντεχνίες τους ξεβολεύονται. Οι Ισπανοί θα χειροκροτούσαν και θα φώναζαν «επιτέλους ξύπνησαν οι Έλληνες», αλλά και πάλι για παρεξηγημένους λόγους.


Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Έλληνες όμηροι του ρατσισμού τους

Κατά την περίοδο διαμονής μου σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, είχα παρατηρήσει την εξής λεπτομέρεια στα ρεπορτάζ εγκληματικότητας σε τηλεόραση και Τύπο: οι αναφορές στους δράστες εγκληματικών πράξεων περιορίζονταν σε χαρακτηριστικά όπως η ηλικία ή/και η ιδιότητα. Ποτέ δεν γινόταν αναφορά σε εθνικότητα, θρήσκευμα ή οικογενειακή κατάσταση. Υποθέτω, ο λόγος που το είχα παρατηρήσει ήταν γιατί έβλεπα πόσο διαφορετικά ακούγεται στο αυτί ενός τηλεθεατή η φράση «Ένας Αλβανός και ένας Πακιστανός ευθύνονται για τη δολοφονία του τάδε που… », από το «Two men in their mid-twenties are responsible for the murder of…». Ακόμα και σε χώρες με έντονα πολυπολιτισμικά στοιχεία, μεγάλα κύματα εισόδου μεταναστών ή ακόμα και γκετοποιημένες περιοχές, οι αναφορές σε εγκληματικές πράξεις δεν έκαναν ποτέ διακρίσεις βάσει φυλετικών ή εθνικών χαρακτηριστικών.

Δεν ξέρω αν σε αυτές τις χώρες η δημοσιογραφία είναι πιο υπεύθυνη ή αν τελικά υπάρχουν εθνικές νομοθεσίες που με σεβασμό τα ανθρώπινα δικαιώματα απαγορεύουν ρητά την αναφορά σε χαρακτηριστικά που μπορούν να αποτελέσουν πεδίο φυλετικών η κοινωνικών διακρίσεων. Το σίγουρο όμως είναι πως, δεδομένου ότι ο φόβος γεννά τη βία και τον ρατσισμό, οι συγκεκριμένες κοινωνίες το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό και είναι προσεκτικές στον τρόπο που διαχειρίζονται καταστάσεις που αναπόφευκτα εγείρουν τον ανθρώπινο συναισθηματισμό, όπως οι εγκληματικές πράξεις.

Διότι σε μία εγκληματική πράξη ή ένα ευρύτερο πεδίο εγκληματικότητας, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που παίζουν τον ρόλο τους. Ξεκινώντας από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του θύτη, και εμβαθύνοντας σε πιο σύνθετους παράγοντες όπως η παιδεία, οι συνθήκες διαβίωσης, η ευνομία και η ισονομία σε ευκαιρίες εξέλιξης, στο τέλος η εθνικότητα ή το χρώμα του δέρματος δεν φαίνεται να παίζουν και τόσο σπουδαίο ρόλο.

Το σημερινό «Κ» φαίνεται πως έχει διαφορετική άποψη και, σε μία προσπάθεια να συναγωνιστεί τα πάλαι πότε ένδοξα μινόρε βιολιά του Alter, τον λαϊκισμό ακροδεξιών οργανώσεων και γενικότερα να μπει στο βίαιο κλίμα των ημερών, κυκλοφόρησε με αυτό το εξώφυλλο:


…με ένα editorial και κύριο άρθρο, τις απόψεις ανθρώπων που έχουν ήδη αποφασίσει ότι μετανάστης (λαθραίος ή μη) σημαίνει έγκλημα αφού η αύξηση εγκληματικότητας στο κέντρο συνέπεσε χρονικά με τη διαρκώς αυξανόμενη εισροή λαθρομεταναστών στη χώρα μας. Κοινώς, το μπουζούκι είναι όργανο, ο αστυνόμος είναι όργανο, άρα ο αστυνόμος είναι μπουζούκι.

Υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας που ισχύει στη διαιώνιση του φόβου προς το διαφορετικό, άρα την άνοδο του ρατσισμού και τελικά την απαξίωση των μειονοτήτων από την υπόλοιπη κοινωνία (που συνήθως οδηγούν και σε πράξεις βίας): όσο συνεχίζεις να αναδεικνύεις τη διαφορετικότητα χαρακτηριστικών, όπως η εθνικότητα, η φυλή, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, το θρήσκευμα και να τα ταυτίζεις με πράξεις που έχουν καθαρά κοινωνικά αίτια, τόσο διαιωνίζεις έναν ανούσιο ρατσισμό απέναντι σε αυτά τα χαρακτηριστικά από ολόκληρη την κοινωνία. Όταν, για παράδειγμα, μιλάς για Αφγανούς και όχι για εγκληματίες, για Μουσουλμάνους ή σκουρόχρωμους και όχι απλά για ανθρώπους, η προσοχή εστιάζει στην εθνικότητα, το θρήσκευμα ή το χρώμα του δέρματος, και όχι στο καθεαυτό έγκλημα. Και καταλήγουμε τελικά, αντί να συζητάμε για αντι-εγκληματικά μέτρα, να μιλάμε για αντι-μεταναστευτικά.

Το μεταναστευτικό θέμα δεν είναι φυλετικό ή εθνικό, αλλά κοινωνικό. Αν μία κοινωνία ή οικονομία δεν αντέχουν περισσότερους εξαθλιωμένους ανθρώπους, τότε εστιάζουμε είτε στο πως θα εντάξουμε αυτούς τους ανθρώπους στην οικονομία μας ώστε να την επεκτείνουν και τελικά να γίνουν ανεκτοί, είτε στο πως θα τους επαναπατρίσουμε. Αναλύουμε και εξάγουμε συμπεράσματα για το πώς διαφορετικές κουλτούρες και νοοτροπίες, μπορούν να ενσωματωθούν στην επικρατούσα αποφεύγοντας μεγάλες κοινωνικές εντάσεις, χωρίς να εκμεταλλευόμαστε τις νοοτροπίες της πλειοψηφίας εις βάρος των μειονοτήτων. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα παραμένει κοινωνικό, και όχι εθνικό ή φυλετικό.

Όλα αυτά βέβαια ισχύουν εφόσον θέλουμε να λέμε ότι ζούμε σε ένα δημοκρατικό Κράτος που σέβεται το Σύνταγμά του, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά για την απαγόρευση συγκεκριμένων διακρίσεων. Εάν τελικά τα ΜΜΕ ή η γενικότερη λαϊκή νοοτροπία προστάζουν να λειτουργούμε με όρους ανούσιων διακρίσεων που επιφορτίζουν συναισθηματικά το φυλετικό και εθνικό μίσος, τότε και το Κράτος οφείλει να προστατεύσει τα δικαιώματα των μειονοτήτων και όχι να αναλώνεται σε επικοινωνιακά παιχνίδια για να κερδίσει την λαϊκή αρέσκεια. Και αν τα ΜΜΕ που θεωρούνται σοβαρά και υπεύθυνα, όπως το περιοδικό «Κ» για παράδειγμα, υποπίπτουν στη νοοτροπία των ανούσιων διακρίσεων, τότε μπορούμε να έχουμε μία πολύ καθαρή εικόνα για τη γενικότερη νοοτροπία που κουβαλάμε ως κοινωνία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εικόνα είναι απογοητευτική.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

Ζήλειες

Κάθε φορά που συμβαίνουν μαζικές διαδηλώσεις στο εξωτερικό (ειδικά σε κεντρικές πλατείες), τα εγχώρια «επαναστατικά» μυαλά τρέχουν να ενθουσιαστούν. Έτσι, για κάποιο λόγο, η τελευταία μόδα προστάζει να παρακολουθούμε όλοι με ενδιαφέρον και αλληλεγγύη τα δρώμενα στην Puerta del Sol της Μαδρίτης, φαντασιώνοντας την ημέρα που κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και στην Πλατεία Συντάγματος. Δυστυχώς όμως, όπως έχει ξαναειπωθεί, η επανάσταση με ελληνικούς όρους αργεί.

Ο λόγος είναι απλός και είναι ο ίδιος που στην Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργήσει κάτι συλλογικά ή έστω μαζικά. Για οτιδήποτε θέλουμε να δημιουργήσουμε, δεν υπάρχει στοιχειώδης συνεννόηση και αμοιβαίος συμβιβασμός. Και από αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται ούτε η κοινωνική αντίδραση. Έτσι, επί της ουσίας, δεν έχουμε μία ομοιογενή κοινωνική αντίδραση, αλλά ένα σύνολο από πολλές μικρές και ατομικές αντιδράσεις για έναν μεγάλο αριθμό διακριτών, προσωπικών απαιτήσεων. Για κάποιο λόγο, θεωρούμε ότι διαδήλωση σημαίνει στοίχιση σε διάφορα «μπλοκ», το καθένα εκ των οποίων κάνει την πασαρέλα του μπροστά από το Κοινοβούλιο, φωνάζοντας το δικό του μανιφέστο, με μοναδικό ενωτικό παράγοντα τον ίδιο κοινό, αόριστο, «εχθρό». Στο τέλος, αντί να βγαίνει μία ενιαία πολυπληθής φωνή, παράγεται μία ακατανόητη κακοφωνία που εμπεριέχει ακόμα και αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, και τελικά καταπνίγει τα όποια δίκαια αιτήματα ή μανιφέστα.

Στην πασαρέλα της Πλατείας Συντάγματος, μπορείς για παράδειγμα να δεις τετράπαχους εργατοπατέρες να διαδηλώνουν μαζί με κοκαλιάρηδες χαμηλοσυνταξιούχους. Αναρχικούς, μαζί με κομματικές νεολαίες. Μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις (βλ. ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ), μαζί με κατά τ’ άλλα εργατικούς και χαμηλόμισθους δημόσιους υπαλλήλους.

Η αλληλεγγύη και η ενότητα μπροστά σε έναν κοινό «εχθρό» δεν είναι κατακριτέες, ούτε φυσικά προϋποθέτουν ομοιογενή πλήθη με τις ίδιες ακριβώς ιδέες. Έχει μεγάλη σημασία όμως το πώς ορίζει τον «εχθρό» ο καθένας και κατά πόσο ο «εχθρός» αυτός έχει τις ίδιες επιπτώσεις σε όλους. Διότι αν οι επιπτώσεις είναι διαφορετικές, τότε το τίμημα που έχει να πληρώσει ο καθένας είναι διαφορετικό. Και όταν το τίμημα είναι διαφορετικό, δεν μπορεί να υπάρχει ομοιογένεια και συλλογικότητα εξ’ ορισμού.

Είναι φυσικό οι αγανακτισμένοι ή οι εν δυνάμει «επαναστάτες» να θαυμάζουν την Puerta del Sol, τις περιστασιακές μαζικές απεργιακές κινητοποιήσεις του Παρισιού, την Tahrir, το Wisconsin, κλπ. Στην ουσία δεν θαυμάζουν την πραγματοποίηση ή τα μανιφέστα αυτών των διαδηλώσεων, αλλά την ομοιογένεια, την μαζικότητα και την αποφασιστικότητά τους. Ίσως επειδή κατά βάθος γνωρίζουν πως παρόμοιες διαδηλώσεις δεν μπορούν να γίνουν στην Ελλάδα με τις παρούσες νοοτροπίες, ήτοι τις 329746502986 συνιστώσες της Αριστεράς, την μιζέρια και την ένταση που επικαλύπτουν οποιαδήποτε άλλη ατμόσφαιρα, την ανυπαρξία κάποιας συλλογικής συνείδησης, και εν τέλει το μακρύ και το κοντό του καθενός.


Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Intermission #46 (Litsa edition)

Η συντρόφισσα Λίτσα εξηγεί τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που προδιαθέτουν για την αποσύνθεση των οικονομικών δομών και την πάλη των τάξεων που θα έχουν ως αποτέλεσμα την επικείμενη πτώση του καπιταλισμού. Αποκαλύπτει δε τον πλανήτη που κρύβεται πίσω από την χρηματοδότηση του i-phone της συντρόφισσας Αλέκας.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...