ελληνάκι, το [eliˈnakʲi] (αντιθ. Ελληναράς), 1.αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή που ανήκει στο ελληνικό έθνος και που είναι υποχρεωμένος να ανέχεται Ελληναράδες. 2. αυτός που έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα και αυτό δεν το θεωρεί προτέρημα σε σχέση με ιθαγενείς ή υπηκόους άλλων κρατών.
[λόγ. < αρχ. *Ελλην, αιτ. -άκι]
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκέμβριος 08. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκέμβριος 08. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009
Βοήθεια! Έρχεται ο Δεκέμβρης!
Μία κάποια προσμονή επικρατεί στα Εξάρχεια. Ένα «φάντασμα» για την ακρίβεια. Το πανό που δεσπόζει περήφανο στην πλατεία Εξαρχείων, μας προειδοποιεί για το «φάντασμα που πλανάται πάνω από την πόλη» και ονομάζεται «Δεκέμβρης». Μία ανάλογη προσμονή επικρατεί και ανάμεσα σε διάφορες κινήσεις πολιτών, αριστερές οργανώσεις και φυσικά τα ΜΜΕ. Και εν μέσω αυτής της προσμονής, επωάζεται το κλίμα που αρκετοί θα ήθελαν να επικρατήσει και φέτος στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, δεν είναι ούτε άλλο ένα μεμονωμένο περιστατικό, ούτε απλά μία «αστοχία» της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο Αλέξης είναι ένα 15χρονο παιδί που δολοφονήθηκε από έναν νταή Ελληναρά μπάτσο εν ψυχρώ. Παρόμοιοι νταήδες υπάρχουν ακόμα πολλοί, διάχυτοι όχι μόνο μέσα στο σώμα της ΕΛ.ΑΣ., αλλά και σε διάφορα άλλα πόστα που τρομοκρατούν, εκβιάζουν ή καταστρέφουν ανύποπτους πολίτες.
Ως εκ τούτου, η δολοφονία του Αλέξη, δικαίως ξεσήκωσε την οργή που ξεσήκωσε και δικαίως επεκτάθηκε σε διάφορα κοινωνικά στρώματα· το καθένα έχοντας τον δικό του λόγο. Και σε μία χώρα που στην ουσία δεν υφίσταται πραγματική Δημοκρατία, όπου οι φωνές των απελπισμένων ή των μειονοτήτων σκάνε στο βρόντο, είναι λογικό κάποιοι να σηκώσουν πέτρες και μολότωφ μόλις ξεχειλίσει το ποτήρι. Για τα περσινά περιστατικά έχω άλλωστε αναφερθεί και κάπως εκτενέστερα σε αυτό το post, αλλά και αυτό.
Μέχρις εδώ, όλα καλά. Το κράτος τρομοκρατεί και δεν λαμβάνει μέτρα, άρα κάποια στιγμή κάποιοι θα πάρουν τις πέτρες χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο ή στόχο. Και καλώς θα κάνουν. Πέρυσι, το φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν μία πολύ ταιριαστή αισθητική παρέμβαση στον ύπνο των κοινών πολιτών, και κατά τη γνώμη μου, καλώς κάηκε.

Τα προβλήματα ξεκινάνε, όταν αυτό το «πάθος για τη λεφτεριά», γίνεται ένα εύκολο μέσο για την άμεση χειραγώγηση ανθρώπων ή ομάδων και τη διαστρέβλωση ιδεών. Ανέκαθεν, το πάθος ουδέποτε κατέληγε σε κάτι θετικό. Πάντα όμως, ήταν ένα καλό εναρκτήριο μέσο, για την απελευθέρωση της δυναμικής που χρειαζόταν για να ανατραπεί μία συντηρητική πεποίθηση. Σε μία σωστή κοινωνική εξέλιξη, την ανατροπή πρέπει να ακολουθήσει η λογική, διαφορετικά είτε το πάθος γυρνάει μπούμερανγκ σε αυτούς που το πυροδότησαν, είτε καταντάει γραφικό και άνευ πρακτικής ουσίας.
Στη σύγχρονη Ελλάδα όμως, ουδέποτε υπήρξε σωστή κοινωνική εξέλιξη. Η δυναμική ενός δικαιολογημένου πάθους, αντί να εξελιχθεί σε λογική, είτε μεταλλάσσονταν σε αδιέξοδο πάθος, είτε απλά εξαφανιζόταν. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που στην Ελλάδα εκτός από την έλλειψη λογικής, επικρατεί και μία γενικότερη σύγχυση ως προς τις κοινωνικές μας ανάγκες.
Προσπαθώντας ορισμένοι να δημιουργήσουν μία επέτειο κοινωνικής εξέγερσης στο όνομα του Αλέξη, στην ουσία επιστρέφουν στην κατάσταση του πάθους, συγχέοντάς το με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Ως αποτέλεσμα, όχι μόνο δεν δημιουργούνται δυναμικές προς θετικές κατευθύνσεις, αλλά και η μνήμη του Αλέξη στην ουσία αμαυρώνεται από τις δήθεν «επαναστατικές» ιδεολογίες μίας μικρής μειονότητας. Αυτής, που στην ουσία δεν ενδιαφέρεται για την θετική εξέλιξη της κοινωνίας μας, αλλά για τη συνέχιση της ευρύτερης σύγχυσης. Η δολοφονία του Αλέξη δεν είναι η δικαιολογία για μία επετειακή και επαναλαμβανόμενη εμφάνιση ανεξέλεγκτης βίας και τρομοκρατίας από όπου και αν προέρχεται αυτή. Η δολοφονία του Αλέξη είναι ένα εναρκτήριο βήμα προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού της ΕΛ.ΑΣ. αλλά και του Κράτους γενικότερα.
Όσο τρομοκρατικός ήταν ο θάνατος του Αλέξη, άλλο τόσο τρομοκρατικό είναι και το μήνυμα που προσπαθούν να περάσουν διάφοροι για τη φετεινή «επέτειο». Εάν οι μισοί επιλέγουν να βλέπουν την μία πλευρά της εν λόγω τρομοκρατίας, και οι άλλοι μισοί την άλλη πλευρά, το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν πρόκειται να βγει κάτι θετικό προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Όσο δίκαιο και αν είναι το εμπλεκόμενο πάθος.
Παρασκευή 3 Απριλίου 2009
Σημεία των καιρών
Κανένα κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι τυχαίο. Για την ακρίβεια, καμία δυναμική κοινωνική αλλαγή δεν είναι τυχαία, παρά την επιθυμία συντηρητικών ανθρώπων που θα προτιμούσαν μία ουδέτερη κοινωνία που λειτουργεί «ορθώς» υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.
Η ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές ουδέποτε ξεκίνησε ως μαζικό φαινόμενο. Πάντα υπήρχε μία συντηρητική πλειοψηφία που προτιμούσε να βάζει τις «ατέλειες» κάτω από το χαλάκι, ενώ ελάχιστα άτομα ή μειοψηφίες κράδαιναν σκούπες και φαράσια. Η αντίδραση μίας συντηρητικής κοινωνίας απέναντι στην αλλαγή, είναι η απομόνωση των «ταραχοποιών» στοιχείων˙ η δημιουργία γκέτο.
Το γκέτο δεν είναι μόνο ένας φυσικός χώρος με απομονωμένους ανθρώπους. Σε μία κοινωνία, μπορούν να υπάρχουν και ιδεολογικά γκέτο. Μικρές οάσεις διαφορετικής νοοτροπίας στην απέραντη έρημο της συντηρητικής σκέψης. Όταν η πλειοψηφία και οι διαμορφωτές της κοινωνίας δεν δίνουν σημασία στα γκέτο, τα τελευταία ξεσηκώνονται ζητώντας ισότιμη αντιμετώπιση και οι κοινωνικές διεργασίες και αναταραχές που ακολουθούν είναι μη αναστρέψιμες.
Πολλοί παραδέχτηκαν ότι τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου δεν ήταν μόνο λόγω του θανάτου του μικρού Αλέξανδρου, αλλά λόγω μίας ευρύτερης κοινωνικής αναταραχής. Μιας αναταραχής που συνεχίζει να αναπλάθεται συνεχώς χωρίς κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα και σκοπό. Η αύξηση της συχνότητας εγκληματικών πράξεων καθώς και της σωματικής βίας, είναι τα φυσικά επακόλουθα μίας μακράς περιόδου όπου η εμπιστοσύνη και η νομιμότητα ανάμεσα στις σχέσεις του κοινωνικού μας ιστού συνεχώς κατακρεουργούνταν.
Όταν η ελληνική κοινωνία διανύει εδώ και πολλά χρόνια μία περίοδο όπου πίσω από κάθε κοινωνική διαδικασία κρύβεται η διαφθορά και η παρανομία, φυσικά τα γκέτο που ζητούν την τήρηση των νόμων και δεν εισακούγονται, θα ξεσηκωθούν με κάθε δυνατό μέσο. Απλά για να ασκήσουν το αυτονόητο δικαίωμά τους˙ να ακουστούν.
Η διαφθορά, αν και είναι η νούμερο 1 επίσημη παραδοχή της κοινωνίας μας, παραμένει και νούμερο 1 πηγή αρνητικών στοιχείων του κοινωνικού ιστού και του κράτους. Έννοιες, όπως η φτώχεια, η ανεργία, η κακή οικονομία, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η κακή παιδεία, η αστυνομική βία, η κακή δημόσια διοίκηση, κλπ είναι απλές απολήξεις της διαφθοράς. Και επειδή η κοινωνία μας είναι άκρως συντηρητική, κανείς ποτέ δεν είχε το θάρρος να αναδείξει τη διαφθορά ως πρώτη προτεραιότητα (κατά τον γνωστό πολιτικό ξύλινο λόγο) για άμεση και δραστική αντιμετώπιση. Αντιθέτως, πάντα βρίσκονταν «χαλάκια» για να βάζουμε από κάτω το πραγματικό πρόβλημα. Τα χαλάκια της ατιμωρησίας, του λαϊκισμού, της κουμπαριάς, του ρουσφετιού και της «ελαφρούς» παρανομίας.
Η διαφθορά όμως «καλλιεργεί» συνειδήσεις, κυρίως των τελευταίων γενεών, και τα αποτελέσματα αρχίζουν να γίνονται φανερά. Ένα κοινωνικό χάος, χωρίς συνοχή και χωρίς νόμους, έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα, και τελικά έγινε επιφανειακά αντιληπτό μετά τον εκούσιο πυροβολισμό ενός παιδιού από την αστυνομία. Εάν πριν λίγα χρόνια κάποιος έλεγε ότι, στην Αθήνα κάθε μέρα θα γίνονταν ένοπλες ληστείες και εκρήξεις, ότι η πολιτική ηγεσία πανικόβλητη θα ανακοίνωνε βλακώδη και ανούσια μέτρα, και ότι στη μέση της Πατησίων ένας απεργός πείνας που ζητούσε την άσκηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του, δεν θα λάμβανε την παραμικρή προσοχή από τους κρατικούς φορείς, ενδεχομένως να τον κοιτάζαμε όλοι περίεργα.
Κι όμως τη σήμερον ημέρα αυτά συμβαίνουν και αποτελούν μέρος της «ασήμαντης» καθημερινότητας. Η διαφθορά έχει μπει τόσο πολύ στο πετσί της πλειοψηφίας, που η παραβατικότητα και η ασυδοσία, θεωρούνται απλά καθημερινά γεγονότα. Ανίκανοι πολιτικοί και αδιάφοροι πολίτες. Ο συνδυασμός που εγγυάται τη σίγουρη αποδόμηση της ελάχιστης κοινωνικής συνοχής που πιθανόν να έχει απομείνει.
Η ανάγκη για κοινωνικές αλλαγές ουδέποτε ξεκίνησε ως μαζικό φαινόμενο. Πάντα υπήρχε μία συντηρητική πλειοψηφία που προτιμούσε να βάζει τις «ατέλειες» κάτω από το χαλάκι, ενώ ελάχιστα άτομα ή μειοψηφίες κράδαιναν σκούπες και φαράσια. Η αντίδραση μίας συντηρητικής κοινωνίας απέναντι στην αλλαγή, είναι η απομόνωση των «ταραχοποιών» στοιχείων˙ η δημιουργία γκέτο.
Το γκέτο δεν είναι μόνο ένας φυσικός χώρος με απομονωμένους ανθρώπους. Σε μία κοινωνία, μπορούν να υπάρχουν και ιδεολογικά γκέτο. Μικρές οάσεις διαφορετικής νοοτροπίας στην απέραντη έρημο της συντηρητικής σκέψης. Όταν η πλειοψηφία και οι διαμορφωτές της κοινωνίας δεν δίνουν σημασία στα γκέτο, τα τελευταία ξεσηκώνονται ζητώντας ισότιμη αντιμετώπιση και οι κοινωνικές διεργασίες και αναταραχές που ακολουθούν είναι μη αναστρέψιμες.
Πολλοί παραδέχτηκαν ότι τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου δεν ήταν μόνο λόγω του θανάτου του μικρού Αλέξανδρου, αλλά λόγω μίας ευρύτερης κοινωνικής αναταραχής. Μιας αναταραχής που συνεχίζει να αναπλάθεται συνεχώς χωρίς κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα και σκοπό. Η αύξηση της συχνότητας εγκληματικών πράξεων καθώς και της σωματικής βίας, είναι τα φυσικά επακόλουθα μίας μακράς περιόδου όπου η εμπιστοσύνη και η νομιμότητα ανάμεσα στις σχέσεις του κοινωνικού μας ιστού συνεχώς κατακρεουργούνταν.
Όταν η ελληνική κοινωνία διανύει εδώ και πολλά χρόνια μία περίοδο όπου πίσω από κάθε κοινωνική διαδικασία κρύβεται η διαφθορά και η παρανομία, φυσικά τα γκέτο που ζητούν την τήρηση των νόμων και δεν εισακούγονται, θα ξεσηκωθούν με κάθε δυνατό μέσο. Απλά για να ασκήσουν το αυτονόητο δικαίωμά τους˙ να ακουστούν.
Η διαφθορά, αν και είναι η νούμερο 1 επίσημη παραδοχή της κοινωνίας μας, παραμένει και νούμερο 1 πηγή αρνητικών στοιχείων του κοινωνικού ιστού και του κράτους. Έννοιες, όπως η φτώχεια, η ανεργία, η κακή οικονομία, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η κακή παιδεία, η αστυνομική βία, η κακή δημόσια διοίκηση, κλπ είναι απλές απολήξεις της διαφθοράς. Και επειδή η κοινωνία μας είναι άκρως συντηρητική, κανείς ποτέ δεν είχε το θάρρος να αναδείξει τη διαφθορά ως πρώτη προτεραιότητα (κατά τον γνωστό πολιτικό ξύλινο λόγο) για άμεση και δραστική αντιμετώπιση. Αντιθέτως, πάντα βρίσκονταν «χαλάκια» για να βάζουμε από κάτω το πραγματικό πρόβλημα. Τα χαλάκια της ατιμωρησίας, του λαϊκισμού, της κουμπαριάς, του ρουσφετιού και της «ελαφρούς» παρανομίας.
Η διαφθορά όμως «καλλιεργεί» συνειδήσεις, κυρίως των τελευταίων γενεών, και τα αποτελέσματα αρχίζουν να γίνονται φανερά. Ένα κοινωνικό χάος, χωρίς συνοχή και χωρίς νόμους, έχει εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα, και τελικά έγινε επιφανειακά αντιληπτό μετά τον εκούσιο πυροβολισμό ενός παιδιού από την αστυνομία. Εάν πριν λίγα χρόνια κάποιος έλεγε ότι, στην Αθήνα κάθε μέρα θα γίνονταν ένοπλες ληστείες και εκρήξεις, ότι η πολιτική ηγεσία πανικόβλητη θα ανακοίνωνε βλακώδη και ανούσια μέτρα, και ότι στη μέση της Πατησίων ένας απεργός πείνας που ζητούσε την άσκηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων του, δεν θα λάμβανε την παραμικρή προσοχή από τους κρατικούς φορείς, ενδεχομένως να τον κοιτάζαμε όλοι περίεργα.
Κι όμως τη σήμερον ημέρα αυτά συμβαίνουν και αποτελούν μέρος της «ασήμαντης» καθημερινότητας. Η διαφθορά έχει μπει τόσο πολύ στο πετσί της πλειοψηφίας, που η παραβατικότητα και η ασυδοσία, θεωρούνται απλά καθημερινά γεγονότα. Ανίκανοι πολιτικοί και αδιάφοροι πολίτες. Ο συνδυασμός που εγγυάται τη σίγουρη αποδόμηση της ελάχιστης κοινωνικής συνοχής που πιθανόν να έχει απομείνει.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008
Μόνο η βία φέρνει βία
Ως εξελιγμένη ανθρώπινη κοινωνία, που υποτίθεται ότι έχει ζυμωθεί μετά από χιλιάδες χρόνια εξέλιξης πολιτισμικών στοιχείων, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που η έννοια της βίας είναι πλέον ξεκάθαρη. Προς αυτή την κατεύθυνση δημιουργήθηκαν και οι έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των διαφορετικών ειδών Δικαίου κλπ. Γι’ αυτό το λόγο, όταν μιλάμε για τη βία αναφερόμαστε στα πολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτής και όχι τα ζωικά. Για παράδειγμα ένας βιασμός είναι ένα γεγονός, που πριν αρκετούς αιώνες μπορεί να μην θεωρούνταν βίαιο, καθώς η κοινωνία ενδεχομένως να μην είχε ωριμάσει πολιτισμικά ώστε να δει τη βιαιότητα ενός βιασμού. Άρα αλλιώς νοείται η βία σήμερα, αλλιώς πριν δύο αιώνες, αλλιώς πριν δύο χιλιετίες και αλλιώς θα νοείται μετά από δύο αιώνες.
Σε κάθε μεταβατικό στάδιο, υπήρχαν άνθρωποι που ήταν κοινωνικά πιο ευαισθητοποιημένοι και έπαιρναν την πρωτοβουλία να κατηγοριοποιήσουν διάφορες καταστάσεις ως «βίαιες» και αντίστοιχα να προσαρμόσουν τους Νόμους των εκάστοτε κοινωνιών προς αυτή την κατεύθυνση. Κάπως έτσι ωριμάσαμε και φτάσαμε και στην περιβόητη Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κάπως έτσι συνεχίζουμε να ωριμάζουμε ώστε σε 1-2 αιώνες να κατακρίνουμε και άλλα γεγονότα που σήμερα μας φαίνονται φυσιολογικά. Άλλωστε ήδη έχουν έρθει στο προσκήνιο της κοινωνικής καταδίκης, μορφές βίας όπως η ψυχολογική, η λεκτική, η συναισθηματική κλπ.
Μπορεί τα επίσημα πρόσωπα, οι πολιτικοί και οι ένθερμοι οπαδοί της ειρηνικής διαδήλωσης να βιάστηκαν να καταδικάσουν όλα τα βίαια επεισόδια των ημερών, αλλά οι απόψεις τους εκτός από ισοπεδωτικές, είναι και ελαφρώς επιφανειακές. Εννοείται ότι κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος καταδικάζει τη βία από όπου και αν προέρχεται, όμως η καταδίκη και η δικαιολόγηση είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Παρένθεση: Είναι τουλάχιστον υποκριτικό, άνθρωποι ή ομάδες που μιλάνε για τα τελευταία γεγονότα ως «κοινωνική εξέγερση», να παραγνωρίζουν ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν θα είχαν την υπόσταση της εξέγερσης χωρίς τα βίαια επεισόδια. Συλλαλητήρια, πορείες και συναυλίες αλληλεγγύης πάντα συνέβαιναν. Όμως το φλεγόμενο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι φωτιές, τα οδοφράγματα, τα σπασίματα και γενικώς τα βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν, ήταν αυτά που έκαναν τους πάντες να μιλάνε για «λαϊκή οργή», «εξέγερση», κλπ. Κλείνει η παρένθεση.
Μία πολύ trendy φράση των ημερών είναι: «Η βία φέρνει βία». Αν εξαιρέσουμε ιδιάζοντα περιστατικά ψυχολογικού ενδιαφέροντος και μιλώντας κοινωνιολογικά, τελικά η σωστή φράση είναι: «Μόνο η βία φέρνει βία». Όταν μάλιστα βλέπουμε σε τόσο μαζικό επίπεδο τα βίαια επεισόδια των τελευταίων ημερών, φυσικά και μιλάμε κοινωνιολογικά. Άρα από ποια βία προήλθε η βία της πέτρας και της μολότοφ;
Σε μία χαοτική κοινωνία που έχει τα χαρακτηριστικά ζούγκλας και ανομίας, όπως η ελληνική, η βία εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές σε κάθε στάδιο της ζωής ενός ανθρώπου που ζει στην Ελλάδα. Από τα νεαρά χρόνια, μέσω του καθεστώτος της απαρχαιωμένης παιδείας, μέχρι τον κοινωνικό αποκλεισμό στην Τρίτη ηλικία, ο Έλληνας πολίτης βιώνει συνεχώς τη βία σε διάφορες μορφές.
Το γεγονός ότι ο ατομικισμός διέπει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, προετοιμάζει πολίτες που εγκλωβίζονται στο στενό τους προσωπικό συμφέρον σα να μην είναι μέρος μίας ευρύτερης κοινωνίας. Ο κοινωνικός αποκλεισμός αυτού του είδους, ενισχύεται με ένα ανύπαρκτο σχεδόν Κράτος που κινείται με αργούς ρυθμούς και αντιμετωπίζει τον πολίτη περισσότερο ως παράσιτο παρά ως δυναμική μονάδα με προσωπικότητα, ισονομία και συνταγματικά δικαιώματα. Έτσι καλλιεργείται η συνεχής καχυποψία, ο φόβος, η ανασφάλεια, ο ρατσισμός και η αναίτια επιθετικότητα. Πέντε στοιχεία ψυχολογικής βίας που είναι αρκετά να συντηρήσουν και άλλα αρνητικά συναισθήματα στην καθημερινότητα του καθενός.
Η προσπάθεια τόσο του Κράτους, όσο και της ευρύτερης κοινωνίας για κοινωνική συνοχή, γίνεται κατά κανόνα μέσω του συμβατικού εθνικισμού, που πολλές φορές αγγίζει και τα όρια του κακώς νοούμενου εθνικισμού. Ένας συμβατικός εθνικισμός που συνεχώς τροφοδοτείται στην κοινωνία από την Παιδεία, από λαϊκίστικες πολιτικές τοποθετήσεις, την Εκκλησία, διαφόρων ειδών ψυχοπαθή ακροδεξιά στοιχεία, και τα ΜΜΕ. Υποτίθεται ότι ο κακώς νοούμενος εθνικισμός έχει απομακρυνθεί από την Παιδεία μας. Υποτίθεται ότι σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ τον καταδικάζουν, αλλά τελικά δεν χάνουν ευκαιρίες να συνεχίσουν να τον σερβίρουν «κάτω από το τραπέζι».
Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος είναι τόσο εθνικιστικό, που όταν η Κα. Γιαννάκου επιχείρησε να εισάγει πιο εκσυγχρονισμένα παιδαγωγικά δεδομένα, μέσω επιστημονικών παιδαγωγικών επιτροπών, μακριά από παπάδες και ψωροπερήφανους εθνικιστές, η Κυβέρνηση και ο λαός σύσσωμοι την «εξόρισαν» εκτός πολιτικής με συνοπτικές διαδικασίες. Διότι οι προτεινόμενες αλλαγές στο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού φάνηκαν να αντιτίθενται στα εθνικά συμφέροντα, τα οποία θεωρούσαν απαράδεκτο ένα παιδί 11 χρονών να μαθαίνει για «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης», αντί για σφαγές, βιασμούς, και φωτιές από τους αφηνιασμένους, αιώνιους και ορκισμένους εχθρούς της πατρίδας! Η εθνικιστική προπαγάνδα μέσω προβολής και ανάδειξης της βίας σε παιδιά Δημοτικού όμως, ουδέποτε έγινε θέμα.
Ουδέποτε, άλλωστε έγινε θέμα η βία του εξευτελισμού και των δυσκολιών που συναντούν οι μετανάστες σε αυτή τη χώρα. Όπως δεν έγινε ποτέ θέμα η βία του «φυσιολογικού» μεριδίου της κοινωνίας απέναντι σε κάθε είδους κοινωνικές μειονότητες. Και εννοείται ότι η ασυδοσία, η βία και οι ατιμώρητες φασιστικές τακτικές της Αστυνομίας, πάντα έμπαιναν κάτω από το χαλάκι των μεμονωμένων περιστατικών.
Η βία της κατακρεούργησης του περιβάλλοντος, και οι πυρκαγιές, όχι μόνο με την ανέχεια αλλά και με την ενεργό υποβοήθηση του Κράτους, συνεχίζει μία ανοδική πορεία στην οποία έχει εμπλακεί σχεδόν ολόκληρη η ελληνική επικράτεια.
Μέσα σε όλα αυτά, που οι περισσότεροι προτιμούν να κρατούν τα μάτια κλειστά, έρχεται η βία της αναξιοκρατίας στην επαγγελματική σταδιοδρομία σχεδόν όλων. Οι γνώσεις και η εμπειρία είναι πολύ πιθανό να μην έχουν καμία σημασία μπροστά στο βύσμα. Δεν είναι άραγε βίαιος ο εκτοπισμός μας από ένα βύσμα; Δεν είναι μία μορφή βίας η συνεχής αβεβαιότητα και η ανασφάλεια για το μέλλον, όταν οι επαγγελματικές προοπτικές σχεδόν όλων των Ελλήνων είναι περικυκλωμένες από την αναξιοκρατία; Δεν είναι άκρως υποκριτική η «ελεύθερη αγορά» της Ελλάδας, όταν κατά κανόνα μιλάμε είτε για το Δημόσιο είτε για στενοκέφαλους, εκβιαστές, τσιφλικάδες εργοδότες με οικογενειακές επιχειρήσεις; Δεν είναι μορφή βίας η έλλειψη διαγενεακής δικαιοσύνης που καραδοκεί στο τέλος της φοιτητικής ζωής όλων;
Η ελληνική οδική συμπεριφορά; Κανείς πια δεν μπορεί να διακρίνει τη βία στους εκατοντάδες θανάτους και τους χιλιάδες τραυματισμούς στους ελληνικούς δρόμους; Η διαφθορά στο σύστημα Υγείας; Αλήθεια… Εκτός από την οργή για το θάνατο της Αμαλίας, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τη βία στη συγκεκριμένη περίπτωση και όλα τα παρόμοια καθημερινά περιστατικά;
Η λίστα δεν εξαντλείται. Συνεχίζει και διαμορφώνεται για κάθε πολίτη αυτής της χώρας χωριστά και σε καθημερινή βάση. Ίσως και να ήρθε ο καιρός να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους για τη βία που τους αναλογεί και να περάσουμε και εμείς στο μεταβατικό στάδιο επαναπροσδιορισμού της βίας. Να αρχίσουμε να σεβόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα για αρχή, και να αρχίσουμε να τιμωρούμε νόμιμα και δίκαια αυτούς που είναι υπαίτιοι για την καθημερινή βία που νοιώθουμε σε διάφορες μορφές.
Μόνο η βία φέρνει τη βία. Τα ΑΜΕΑ και οι πεζοί το γνωρίζουν…

Σε κάθε μεταβατικό στάδιο, υπήρχαν άνθρωποι που ήταν κοινωνικά πιο ευαισθητοποιημένοι και έπαιρναν την πρωτοβουλία να κατηγοριοποιήσουν διάφορες καταστάσεις ως «βίαιες» και αντίστοιχα να προσαρμόσουν τους Νόμους των εκάστοτε κοινωνιών προς αυτή την κατεύθυνση. Κάπως έτσι ωριμάσαμε και φτάσαμε και στην περιβόητη Χάρτα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κάπως έτσι συνεχίζουμε να ωριμάζουμε ώστε σε 1-2 αιώνες να κατακρίνουμε και άλλα γεγονότα που σήμερα μας φαίνονται φυσιολογικά. Άλλωστε ήδη έχουν έρθει στο προσκήνιο της κοινωνικής καταδίκης, μορφές βίας όπως η ψυχολογική, η λεκτική, η συναισθηματική κλπ.
Μπορεί τα επίσημα πρόσωπα, οι πολιτικοί και οι ένθερμοι οπαδοί της ειρηνικής διαδήλωσης να βιάστηκαν να καταδικάσουν όλα τα βίαια επεισόδια των ημερών, αλλά οι απόψεις τους εκτός από ισοπεδωτικές, είναι και ελαφρώς επιφανειακές. Εννοείται ότι κάθε λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος καταδικάζει τη βία από όπου και αν προέρχεται, όμως η καταδίκη και η δικαιολόγηση είναι δύο διαφορετικά πράγματα.
Παρένθεση: Είναι τουλάχιστον υποκριτικό, άνθρωποι ή ομάδες που μιλάνε για τα τελευταία γεγονότα ως «κοινωνική εξέγερση», να παραγνωρίζουν ότι τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν θα είχαν την υπόσταση της εξέγερσης χωρίς τα βίαια επεισόδια. Συλλαλητήρια, πορείες και συναυλίες αλληλεγγύης πάντα συνέβαιναν. Όμως το φλεγόμενο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, οι φωτιές, τα οδοφράγματα, τα σπασίματα και γενικώς τα βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν, ήταν αυτά που έκαναν τους πάντες να μιλάνε για «λαϊκή οργή», «εξέγερση», κλπ. Κλείνει η παρένθεση.
Μία πολύ trendy φράση των ημερών είναι: «Η βία φέρνει βία». Αν εξαιρέσουμε ιδιάζοντα περιστατικά ψυχολογικού ενδιαφέροντος και μιλώντας κοινωνιολογικά, τελικά η σωστή φράση είναι: «Μόνο η βία φέρνει βία». Όταν μάλιστα βλέπουμε σε τόσο μαζικό επίπεδο τα βίαια επεισόδια των τελευταίων ημερών, φυσικά και μιλάμε κοινωνιολογικά. Άρα από ποια βία προήλθε η βία της πέτρας και της μολότοφ;
Σε μία χαοτική κοινωνία που έχει τα χαρακτηριστικά ζούγκλας και ανομίας, όπως η ελληνική, η βία εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές σε κάθε στάδιο της ζωής ενός ανθρώπου που ζει στην Ελλάδα. Από τα νεαρά χρόνια, μέσω του καθεστώτος της απαρχαιωμένης παιδείας, μέχρι τον κοινωνικό αποκλεισμό στην Τρίτη ηλικία, ο Έλληνας πολίτης βιώνει συνεχώς τη βία σε διάφορες μορφές.
Το γεγονός ότι ο ατομικισμός διέπει ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, προετοιμάζει πολίτες που εγκλωβίζονται στο στενό τους προσωπικό συμφέρον σα να μην είναι μέρος μίας ευρύτερης κοινωνίας. Ο κοινωνικός αποκλεισμός αυτού του είδους, ενισχύεται με ένα ανύπαρκτο σχεδόν Κράτος που κινείται με αργούς ρυθμούς και αντιμετωπίζει τον πολίτη περισσότερο ως παράσιτο παρά ως δυναμική μονάδα με προσωπικότητα, ισονομία και συνταγματικά δικαιώματα. Έτσι καλλιεργείται η συνεχής καχυποψία, ο φόβος, η ανασφάλεια, ο ρατσισμός και η αναίτια επιθετικότητα. Πέντε στοιχεία ψυχολογικής βίας που είναι αρκετά να συντηρήσουν και άλλα αρνητικά συναισθήματα στην καθημερινότητα του καθενός.
Η προσπάθεια τόσο του Κράτους, όσο και της ευρύτερης κοινωνίας για κοινωνική συνοχή, γίνεται κατά κανόνα μέσω του συμβατικού εθνικισμού, που πολλές φορές αγγίζει και τα όρια του κακώς νοούμενου εθνικισμού. Ένας συμβατικός εθνικισμός που συνεχώς τροφοδοτείται στην κοινωνία από την Παιδεία, από λαϊκίστικες πολιτικές τοποθετήσεις, την Εκκλησία, διαφόρων ειδών ψυχοπαθή ακροδεξιά στοιχεία, και τα ΜΜΕ. Υποτίθεται ότι ο κακώς νοούμενος εθνικισμός έχει απομακρυνθεί από την Παιδεία μας. Υποτίθεται ότι σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος και τα ΜΜΕ τον καταδικάζουν, αλλά τελικά δεν χάνουν ευκαιρίες να συνεχίσουν να τον σερβίρουν «κάτω από το τραπέζι».
Στην πραγματικότητα, το ελληνικό κράτος είναι τόσο εθνικιστικό, που όταν η Κα. Γιαννάκου επιχείρησε να εισάγει πιο εκσυγχρονισμένα παιδαγωγικά δεδομένα, μέσω επιστημονικών παιδαγωγικών επιτροπών, μακριά από παπάδες και ψωροπερήφανους εθνικιστές, η Κυβέρνηση και ο λαός σύσσωμοι την «εξόρισαν» εκτός πολιτικής με συνοπτικές διαδικασίες. Διότι οι προτεινόμενες αλλαγές στο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού φάνηκαν να αντιτίθενται στα εθνικά συμφέροντα, τα οποία θεωρούσαν απαράδεκτο ένα παιδί 11 χρονών να μαθαίνει για «συνωστισμό στο λιμάνι της Σμύρνης», αντί για σφαγές, βιασμούς, και φωτιές από τους αφηνιασμένους, αιώνιους και ορκισμένους εχθρούς της πατρίδας! Η εθνικιστική προπαγάνδα μέσω προβολής και ανάδειξης της βίας σε παιδιά Δημοτικού όμως, ουδέποτε έγινε θέμα.
Ουδέποτε, άλλωστε έγινε θέμα η βία του εξευτελισμού και των δυσκολιών που συναντούν οι μετανάστες σε αυτή τη χώρα. Όπως δεν έγινε ποτέ θέμα η βία του «φυσιολογικού» μεριδίου της κοινωνίας απέναντι σε κάθε είδους κοινωνικές μειονότητες. Και εννοείται ότι η ασυδοσία, η βία και οι ατιμώρητες φασιστικές τακτικές της Αστυνομίας, πάντα έμπαιναν κάτω από το χαλάκι των μεμονωμένων περιστατικών.
Η βία της κατακρεούργησης του περιβάλλοντος, και οι πυρκαγιές, όχι μόνο με την ανέχεια αλλά και με την ενεργό υποβοήθηση του Κράτους, συνεχίζει μία ανοδική πορεία στην οποία έχει εμπλακεί σχεδόν ολόκληρη η ελληνική επικράτεια.
Μέσα σε όλα αυτά, που οι περισσότεροι προτιμούν να κρατούν τα μάτια κλειστά, έρχεται η βία της αναξιοκρατίας στην επαγγελματική σταδιοδρομία σχεδόν όλων. Οι γνώσεις και η εμπειρία είναι πολύ πιθανό να μην έχουν καμία σημασία μπροστά στο βύσμα. Δεν είναι άραγε βίαιος ο εκτοπισμός μας από ένα βύσμα; Δεν είναι μία μορφή βίας η συνεχής αβεβαιότητα και η ανασφάλεια για το μέλλον, όταν οι επαγγελματικές προοπτικές σχεδόν όλων των Ελλήνων είναι περικυκλωμένες από την αναξιοκρατία; Δεν είναι άκρως υποκριτική η «ελεύθερη αγορά» της Ελλάδας, όταν κατά κανόνα μιλάμε είτε για το Δημόσιο είτε για στενοκέφαλους, εκβιαστές, τσιφλικάδες εργοδότες με οικογενειακές επιχειρήσεις; Δεν είναι μορφή βίας η έλλειψη διαγενεακής δικαιοσύνης που καραδοκεί στο τέλος της φοιτητικής ζωής όλων;
Η ελληνική οδική συμπεριφορά; Κανείς πια δεν μπορεί να διακρίνει τη βία στους εκατοντάδες θανάτους και τους χιλιάδες τραυματισμούς στους ελληνικούς δρόμους; Η διαφθορά στο σύστημα Υγείας; Αλήθεια… Εκτός από την οργή για το θάνατο της Αμαλίας, δεν μπορεί κανείς να διακρίνει τη βία στη συγκεκριμένη περίπτωση και όλα τα παρόμοια καθημερινά περιστατικά;
Η λίστα δεν εξαντλείται. Συνεχίζει και διαμορφώνεται για κάθε πολίτη αυτής της χώρας χωριστά και σε καθημερινή βάση. Ίσως και να ήρθε ο καιρός να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους για τη βία που τους αναλογεί και να περάσουμε και εμείς στο μεταβατικό στάδιο επαναπροσδιορισμού της βίας. Να αρχίσουμε να σεβόμαστε τα ανθρώπινα δικαιώματα για αρχή, και να αρχίσουμε να τιμωρούμε νόμιμα και δίκαια αυτούς που είναι υπαίτιοι για την καθημερινή βία που νοιώθουμε σε διάφορες μορφές.
Μόνο η βία φέρνει τη βία. Τα ΑΜΕΑ και οι πεζοί το γνωρίζουν…

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2008
Αφορισμοί και Κατηχήσεις
Την οργή και το χάος πρέπει να ακολουθούν η συσπείρωση και οι προτάσεις ανοικοδόμησης - επανίδρυσης. Επί της παρούσης βρισκόμαστε μόνο στο πρώτο στάδιο. Η αισιοδοξία μου έγκειται στο ότι, μέχρι τώρα ακολουθούμε το «χρονοδιάγραμμα» σωστά. Η απαισιοδοξία μου έγκειται στο γεγονός ότι στη μετάβαση από το χάος στη συσπείρωση και τις προτάσεις, αρχίζουν να εμφανίζονται τα ίδια λάθη και η ίδια βλακεία που διασύρουν την ελληνική κοινωνία εδώ και πολλές δεκαετίες.
Εάν υπάρχει ένα χρονικό σημείο που μπορεί να επιφέρει μία τομή στη σχέση κοινωνίας – Κράτους, τότε αυτό το σημείο είναι τώρα. Όσο τα πράγματα είναι ακόμα ζεστά, και λίγο πριν αρχίσουν οι γνωστοί κομματικοί και παρασιτικοί κηφήνες το βλακώδες καταστροφικό τους έργο. Τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν ως εξής:
Η «εξέγερση»
Ήταν αυθόρμητη, ανοργάνωτη και με πολύ σοβαρή αιτία: την εν ψυχρώ δολοφονία ενός πολίτη από ένα όργανο της τάξης χωρίς λόγο. (Αποφεύγω σκοπίμως τους συναισθηματικούς χαρακτηρισμούς «15χρονο παιδί» και «γουρούνι» αντίστοιχα). Ο λόγος που πήρε μεγάλες διαστάσεις ήταν τόσο το εύρος των βίαιων επεισοδίων, όσο και οι αλλαγές στον καθημερινό διάλογο του κόσμου. Μπορεί η πλειοψηφία να μην έδωσε την αρμόζουσα προσοχή, αλλά το γεγονός και μόνο, ότι οι κοινωνικά πιο ευαισθητοποιημένοι απέκτησαν έναν «παλμό επανάστασης», είναι σημαντικό.
Η «πόλωση»
Οι κοινωνίες αποτελούνται από ανθρώπους, οπότε πολλές φορές τα κοινωνικά αντανακλαστικά είναι ανάλογα με τα ανθρώπινα. Όπως σε κάθε έντονο κοινωνικό γεγονός, έτσι και στα τελευταία γεγονότα, η κοινωνική «αδρεναλίνη» άρχισε να ρέει και η οργή και ο συναισθηματισμός να επισκιάζουν την ψυχραιμία και τη λογική. Οι αριστεροί άγγιξαν τα όρια του σταλινισμού και οι δεξιοί αυτά του φασισμού. Η δράση προκάλεσε αντίδραση, που προκάλεσε άλλη αντίδραση κοκ.
Η λογική πλάνη του ενστερνισμού συντηρητικών απόψεων, έγινε η κυρίαρχη διαλεκτική μέθοδος ανάμεσα στις εμπλεκόμενες κοινωνικές ομάδες. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε το στρατόπεδο της ανατροπής και αυτό της καταστολής. Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο ταμπουρώθηκαν απλοί και ενεργοί πολίτες και ξεκίνησαν τον εμφύλιο. Οι μεν άρχισαν επαναστατικές κορώνες και οι δε τα περί της έννομης τάξης. Αντικειμενικότητα και εις βάθος ανάλυση μηδέν.
Μπάχαλοι και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια
Τα Οργουελιανά σενάρια περί κρατικής προπαγάνδας μέσω προβοκάτσιας είναι γνωστά. Αλλά ακόμα και σε αυτούς που δεν τα γνωρίζουν, δεν είναι δύσκολο να εξηγήσεις τι σημαίνουν. Μπορείς να τους δείξεις αυτό ή αυτό μήπως και πεισθούν. Εάν δεν καταλαβαίνουν ποιοι τελικά σπάνε τα μπακάλικα και ποιοι τις τράπεζες και τι συμφέροντα αποκομίζει ο καθένας, μπορούν να ακούσουν και λίγο Τζιμάκο.
Υπάρχουν προβοκάτορες, αλλά υπάρχουν και χουλιγκάνια, όπως υπάρχουν και 15χρονα που θέλουν απλά να σπάσουν. Υπάρχουν επίσης και οργανωμένες ομάδες με συγκεκριμένους τραπεζικούς και κρατικούς στόχους, οι οποίες δεν έκρυψαν τον σαστισμό τους. Για κάποιο λόγο όμως, τα ΜΜΕ και τα κοινοβουλευτικά κόμματα αρνούνται να κάνουν τους σχετικούς διαχωρισμούς.
Μπάτσοι, λουλούδια, αγγελούδια
Το έχω φέρει ως παράδειγμα για τους τράγους, θα το φέρω και για τους μπάτσους: Άνθρωπος που συνειδητά μπαίνει στο σώμα της αστυνομίας και συνειδητά γίνεται Ζητάς ή ΜΑΤατζής ή ασφαλίτης, φυσικά και έχει προδιάθεση για ξύλο, κατάχρηση εξουσίας και νταβατζιλίκι. Εάν πάλι δεν έχει την προδιάθεση, αλλά καθημερινά στον επαγγελματικό του χώρο βλέπει αυτά που συμβαίνουν, θα έπρεπε να δηλώσει παραίτηση και να πάει για πυροσβέστης ή τροχονόμος. Δεν ξέρω πόσο πιο ξεκάθαρο μπορεί να είναι.
Από εκεί και πέρα, είναι ευθύνη της Αστυνομίας, συνεπώς και του Κράτους, να παρέχει τη σωστή εκπαίδευση και πειθαρχία σε όλα τα Σώματα της Αστυνομίας, ώστε η προδιάθεση αυτή να κοπεί. Εννοιολογικά μιλώντας, ο «εγκληματίας» έχει δικαίωμα να διαπράττει εγκλήματα και γι’ αυτό ονομάζεται «εγκληματίας». Το δικαίωμα αυτό σταματάει όσον αφορά την υπόλοιπη κοινωνία, και γι’ αυτό συλλαμβάνεται και παραδίδεται στη Δικαιοσύνη. Ο μπάτσος όμως δεν έχει δικαίωμα να διαπράττει εγκλήματα. Για κανένα λόγο.
Ο μπάτσος είναι η βιτρίνα του Κράτους, της τήρησης των νόμων και των θεσμών της Δημοκρατίας. Ο μπάτσος θα πρέπει να είναι σκληρά εκπαιδευμένος ώστε ούτε να βρίζει, ούτε να χειροδικεί, ούτε να πυροβολεί εναντίον πολιτών ή «εγκληματιών». Η μόνη σωματική επαφή που δικαιούται να έχει, είναι κατά την απόπειρα σύλληψης και μέχρι εκεί. Μετά την ακινητοποίηση και τις χειροπέδες, ο συλληφθέν απλά παραδίδεται στη Δικαιοσύνη, ενώ η χρήση όπλου προβλέπεται από ειδικές διατάξεις σε εξαιρετικά λίγες περιπτώσεις. Όλες οι υπόλοιπες καταχρήσεις είναι παράνομες. Τέλος.
Επίσης, δεν μπορώ να ξανακούσω τη δικαιολογία «ε και αυτός άνθρωπος είναι, θα λυγίσει», διότι με αυτό το σκεπτικό και ο Πιλότος ενός αεροπλάνου, άνθρωπος είναι και μπορεί σε μία μηχανική βλάβη να πανικοβληθεί, να χάσει τον έλεγχο και να σκοτώσει και άλλα 300 άτομα. Και ο Μηχανικός μπορεί πάνω στην αφηρημάδα του να ξεχάσει ένα δεκαδικό ψηφίο σε μία στατική μελέτη και να καταρρεύσει το κτίριο. Όμως ο Πιλότος εκπαιδεύεται να μην πανικοβάλλεται, και ο Μηχανικός να είναι πολύ προσεκτικός όταν εκπονεί μελέτη. Σε αντίθετες περιπτώσεις, εκτός από θύματα έχουμε και ποινικές διώξεις. Άρα το γεγονός ότι η ΓΑΔΑ τις τελευταίες μέρες έχει μετατραπεί σε άντρο ψυχολογικής και σωματικής βίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την πίεση, το άγχος και τον εξευτελισμό που διακατέχει τους μπάτσους.
Όταν η εκπαίδευση και η αξιολόγηση της αστυνομίας γίνει σωστά και οι μπάτσοι μετατραπούν σε επαγγελματίες αστυνομικούς που τηρούν το νόμο κατά γράμμα, χωρίς να δίνουν το παραμικρό δικαίωμα, τότε θα σταματήσει και ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και εμένα, να τους λέει μπάτσους.
Τα 15χρονα
Υπάρχουν 15χρονα με ανησυχίες για το μέλλον, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το 15χρονο να κάνει πολιτικές αναλύσεις ή να έχει την εμπειρία της βαρβατίλας του ελληνικού Κράτους. Μπορεί το 15χρονο να νοιώθει στο πετσί του την αχρηστία της ελληνικής παιδείας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει για το πώς σχεδιάζεται το εκπαιδευτικό του σύστημα, πώς αξιολογούνται οι καθηγητές του και τί εστί δημόσιος τομέας στην Παιδεία. Αυτό που νοιώθει είναι ένας μηδενισμός, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει σε τι οφείλεται αυτός ο μηδενισμός.
Ρεαλιστικά μιλώντας, το 15χρονο φυσικά και θα γεμίσει οργή και αμηχανία στην είδηση του φόνου ενός άλλου παιδιού από έναν μπάτσο, και υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα πετροβολήσει αστυνομικά τμήματα και διμοιρίες των ΜΑΤ. Δεν μπορεί όμως να συντάξει μία προκήρυξη που μιλάει για τόσο σοβαρά θέματα.
Ούτε φυσικά μπορούμε συνεχώς να επαινούμε το 15χρονο που βιαιοπραγεί υπό οποιαδήποτε δικαιολογία, χωρίς το αντίστοιχο τίμημα. Μεθαύριο που κάποια από αυτά τα 15χρονα θα γίνουν 20άρηδες μπάτσοι και θα δουν τη βία τους να νομιμοποιείται, τι εξηγήσεις θα έχουμε να δώσουμε; Εάν τώρα πετάει μία πέτρα παράνομα, μεθαύριο που θα έχει πλήρη εξάρτηση καταστολής και την «κάλυψη» του νόμου πώς θα δράσει;
Το 15χρονο έχει την ορμή και τον αυθορμητισμό για να μαζικοποιήσει την παρούσα κατάσταση. Μέχρις εκεί όμως. Από εκεί και πέρα, αυτή η ορμή πρέπει να τεθεί σε ρεαλιστικές και πολιτικά ανατρεπτικές βάσεις. Και εκεί είναι που ξεκινάν τα πανηγύρια και αναδεικνύεται η ανωριμότητά μας ως κοινωνία.
Το χώσιμο προς πάσα κατεύθυνση
Αν μιλάγαμε για πραγματική εξέγερση, κάθε μέρα θα καιγόταν και από ένα δημόσιο κτίριο, μία εκκλησία και ένα αστυνομικό τμήμα. Θα υπήρχε συνεχής σύγκρουσή στα γραφεία των κομμάτων και των βουλευτών. Μπορεί τα αστυνομικά τμήματα να δέχτηκαν αρκετούς τόνους πέτρες τις τελευταίες 2 εβδομάδες, αλλά στην τελική αυτοί οι τόνοι ήταν απλά ο καρπός του «15χρονου κινήματος» όπως περιέγραψα πιο πάνω.
Είμαι απαισιόδοξος διότι, αντί το παρόν κίνημα να εκφράζει τον αποτροπιασμό του για οτιδήποτε θυμίζει τον δικομματισμό και τη συντηρητική αριστερά, τελικώς προσεγγίζεται περισσότερο από αριστερές οργανώσεις χωρίς προοδευτική και πρακτική σκέψη. Ταυτόχρονα, τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι λοιπές δεξιές παρατάξεις, κάθονται και απολαμβάνουν την προβοκάτσια τους να συσπειρώνει ένα μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας προς τον άκρο συντηρητισμό.
Όλες οι πολιτικές οργανώσεις, κυρίως αριστερές, έσπευσαν να "βάλουν κάτω από τις φτερούγες τους" το κίνημα της εξέγερσης. Με τον ίδιο γλοιώδη, σιχαμερό και λαϊκίστικο τρόπο που τα πέντε κοινοβουλευτικά κόμματα προσεγγίζουν τους δικούς τους υποψήφιους ψηφοφόρους, έτσι και αρκετές «προοδευτικές» παρατάξεις προσπαθούν να προβάλλουν τις εκάστοτε θέσεις τους στην επικαιρότητα χωρίς πραγματική κοινωνική συνοχή.
Μέσα στη σωρεία αιτημάτων ξεπετάχτηκαν και οι κουφιοκέφαλοι που ορθώνοντας το λάβαρο της επανάστασης, προτείνουν βασικό μισθό 1400 ευρώ και επίδομα ανεργίας 1400 ευρώ. (Δεν χτύπησε κανένας δαίμων του τυπογραφείου. Είναι επίσημο αίτημα της ΝΑΡ). Άλλοι πάλι ξέθαψαν προτάσεις για το Ασφαλιστικό από τη δεκαετία του ’80 που δεν χρήζουν καμίας ρεαλιστικής προσέγγισης.
Επί της παρούσης, το πρόβλημα της οικονομίας είναι υποδεέστερο από αυτό του ελληνικού κοινωνικού μοντέλου, αφού η οικονομία είναι στην ουσία η κορυφή ενός παγόβουνου γεμάτο κακοδιαχείριση, σπατάλη, φοροδιαφυγή και διαφθορά. Η ελληνική Αριστερά επιμένει να εστιάζει στην οικονομία, δηλαδή στην επιφάνεια. Αντί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να ασκήσει δριμιά κριτική σε θέματα όπως η διαφθορά, η δημόσια διοίκηση και η παιδεία, που είναι τα θεμέλια των προβλημάτων, συνεχίζει τη ρητορεία των τελευταίων δεκαετιών περί Κεφαλαίου, ιδιοκτησίας κλπ.
Για τις θέσεις της Δεξιάς, δεν μπαίνω καν στον κόπο να σχολιάσω. Η γελοιότητά τους είναι υπεράνω κάθε ανάλυσης.
Άρα τελικά, τι είναι αυτό που φαίνεται να βγαίνει κερδισμένο από όλη αυτή την αναστάτωση; Τι είναι αυτό πέρα από τη γελοιοποίηση της Αστυνομίας και της Κυβέρνησης, και την επιστροφή της πολιτικής στον καθημερινό διάλογο; Μέσα σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα, πέρασε απαρατήρητα ο κλονισμός ενός σημαντικού Δημοκρατικού θεσμού και ενός εκ των βασικότερων θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το τεκμήριο της αθωότητας.
Όταν ο Υπουργός Εσωτερικών, αναφερόμενος στον μπάτσο που πυροβόλησε τον Αλέξη, λέει ότι «οι ποινές για τους δολοφόνους θα είναι σκληρές» απλά και μόνο για να καθησυχάσει το αφηνιασμένο πλήθος, υπάρχει σοβαρό θέμα κλονισμού τόσο της Δημοκρατίας όσο και της αντίληψης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη χώρα μας. Εγώ ή ο οποιοσδήποτε «απλός πολίτης» μπορούμε να εκφέρουμε οποιαδήποτε άποψη και να βάζουμε κοσμητικά επίθετά στον δολοφόνο μπάτσο. (Αυτό ονομάζεται «ελευθερία του λόγου» και είναι επίσης θεμελιώδες Ανθρώπινο Δικαίωμα). Τα επίσημα χείλη της Κυβέρνησης ή της Δικαιοσύνης δεν μπορούν. Διότι το επόμενο στάδιο θα είναι να καταργήσουμε τα Δικαστήρια, να στήσουμε κρεμάλες στο Σύνταγμα και να τις γεμίσουμε με ενόχους βάσει λαϊκής ετυμηγορίας, λαϊκού αισθήματος και δημοσκοπήσεων.
Εάν, λοιπόν μέσα στον οποιονδήποτε αναβρασμό, μία κοινωνία δεν μπορεί να σεβαστεί ένα από τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, πώς είναι δυνατόν να περιμένουμε η μελλοντική Κυβέρνηση ή η κοινωνία που θα εξελιχθεί μετά από την «εξέγερση» να είναι δίκαιες και δημοκρατικές; Εάν ως Κράτος έχουμε πιάσει πάτο τα τελευταία χρόνια, το οφείλουμε στις σάπιες δομές και τις παρασιτικές ομάδες που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Το μέλλον, μόνο δυσοίωνο μπορεί να είναι αν η ανατροπή αυτού του κατεστημένου βασίζεται σε πρακτικές, ανθρώπους και νοοτροπίες του ίδιου κατεστημένου.
Μπροστά από το κτίριο της Ακαδημίας διαιωνίζεται η ντροπή που διακατέχει ολόκληρο το νεοελληνικό Κράτος. Το άγαλμα του Ρήγα δίπλα στον Γρηγόριο Ε’.
Κάποιοι «εξεγερμένοι» φρόντισαν να μαυρίσουν τον Διαφωτιστή…

Και να αφήσουν άθικτο τον Σκοταδιστή…

Εάν υπάρχει ένα χρονικό σημείο που μπορεί να επιφέρει μία τομή στη σχέση κοινωνίας – Κράτους, τότε αυτό το σημείο είναι τώρα. Όσο τα πράγματα είναι ακόμα ζεστά, και λίγο πριν αρχίσουν οι γνωστοί κομματικοί και παρασιτικοί κηφήνες το βλακώδες καταστροφικό τους έργο. Τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν ως εξής:
Η «εξέγερση»
Ήταν αυθόρμητη, ανοργάνωτη και με πολύ σοβαρή αιτία: την εν ψυχρώ δολοφονία ενός πολίτη από ένα όργανο της τάξης χωρίς λόγο. (Αποφεύγω σκοπίμως τους συναισθηματικούς χαρακτηρισμούς «15χρονο παιδί» και «γουρούνι» αντίστοιχα). Ο λόγος που πήρε μεγάλες διαστάσεις ήταν τόσο το εύρος των βίαιων επεισοδίων, όσο και οι αλλαγές στον καθημερινό διάλογο του κόσμου. Μπορεί η πλειοψηφία να μην έδωσε την αρμόζουσα προσοχή, αλλά το γεγονός και μόνο, ότι οι κοινωνικά πιο ευαισθητοποιημένοι απέκτησαν έναν «παλμό επανάστασης», είναι σημαντικό.
Η «πόλωση»
Οι κοινωνίες αποτελούνται από ανθρώπους, οπότε πολλές φορές τα κοινωνικά αντανακλαστικά είναι ανάλογα με τα ανθρώπινα. Όπως σε κάθε έντονο κοινωνικό γεγονός, έτσι και στα τελευταία γεγονότα, η κοινωνική «αδρεναλίνη» άρχισε να ρέει και η οργή και ο συναισθηματισμός να επισκιάζουν την ψυχραιμία και τη λογική. Οι αριστεροί άγγιξαν τα όρια του σταλινισμού και οι δεξιοί αυτά του φασισμού. Η δράση προκάλεσε αντίδραση, που προκάλεσε άλλη αντίδραση κοκ.
Η λογική πλάνη του ενστερνισμού συντηρητικών απόψεων, έγινε η κυρίαρχη διαλεκτική μέθοδος ανάμεσα στις εμπλεκόμενες κοινωνικές ομάδες. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε το στρατόπεδο της ανατροπής και αυτό της καταστολής. Και ανάμεσα σε αυτά τα δύο ταμπουρώθηκαν απλοί και ενεργοί πολίτες και ξεκίνησαν τον εμφύλιο. Οι μεν άρχισαν επαναστατικές κορώνες και οι δε τα περί της έννομης τάξης. Αντικειμενικότητα και εις βάθος ανάλυση μηδέν.
Μπάχαλοι και παλικάρια γίναμε μαλλιά κουβάρια
Τα Οργουελιανά σενάρια περί κρατικής προπαγάνδας μέσω προβοκάτσιας είναι γνωστά. Αλλά ακόμα και σε αυτούς που δεν τα γνωρίζουν, δεν είναι δύσκολο να εξηγήσεις τι σημαίνουν. Μπορείς να τους δείξεις αυτό ή αυτό μήπως και πεισθούν. Εάν δεν καταλαβαίνουν ποιοι τελικά σπάνε τα μπακάλικα και ποιοι τις τράπεζες και τι συμφέροντα αποκομίζει ο καθένας, μπορούν να ακούσουν και λίγο Τζιμάκο.
Υπάρχουν προβοκάτορες, αλλά υπάρχουν και χουλιγκάνια, όπως υπάρχουν και 15χρονα που θέλουν απλά να σπάσουν. Υπάρχουν επίσης και οργανωμένες ομάδες με συγκεκριμένους τραπεζικούς και κρατικούς στόχους, οι οποίες δεν έκρυψαν τον σαστισμό τους. Για κάποιο λόγο όμως, τα ΜΜΕ και τα κοινοβουλευτικά κόμματα αρνούνται να κάνουν τους σχετικούς διαχωρισμούς.
Μπάτσοι, λουλούδια, αγγελούδια
Το έχω φέρει ως παράδειγμα για τους τράγους, θα το φέρω και για τους μπάτσους: Άνθρωπος που συνειδητά μπαίνει στο σώμα της αστυνομίας και συνειδητά γίνεται Ζητάς ή ΜΑΤατζής ή ασφαλίτης, φυσικά και έχει προδιάθεση για ξύλο, κατάχρηση εξουσίας και νταβατζιλίκι. Εάν πάλι δεν έχει την προδιάθεση, αλλά καθημερινά στον επαγγελματικό του χώρο βλέπει αυτά που συμβαίνουν, θα έπρεπε να δηλώσει παραίτηση και να πάει για πυροσβέστης ή τροχονόμος. Δεν ξέρω πόσο πιο ξεκάθαρο μπορεί να είναι.
Από εκεί και πέρα, είναι ευθύνη της Αστυνομίας, συνεπώς και του Κράτους, να παρέχει τη σωστή εκπαίδευση και πειθαρχία σε όλα τα Σώματα της Αστυνομίας, ώστε η προδιάθεση αυτή να κοπεί. Εννοιολογικά μιλώντας, ο «εγκληματίας» έχει δικαίωμα να διαπράττει εγκλήματα και γι’ αυτό ονομάζεται «εγκληματίας». Το δικαίωμα αυτό σταματάει όσον αφορά την υπόλοιπη κοινωνία, και γι’ αυτό συλλαμβάνεται και παραδίδεται στη Δικαιοσύνη. Ο μπάτσος όμως δεν έχει δικαίωμα να διαπράττει εγκλήματα. Για κανένα λόγο.
Ο μπάτσος είναι η βιτρίνα του Κράτους, της τήρησης των νόμων και των θεσμών της Δημοκρατίας. Ο μπάτσος θα πρέπει να είναι σκληρά εκπαιδευμένος ώστε ούτε να βρίζει, ούτε να χειροδικεί, ούτε να πυροβολεί εναντίον πολιτών ή «εγκληματιών». Η μόνη σωματική επαφή που δικαιούται να έχει, είναι κατά την απόπειρα σύλληψης και μέχρι εκεί. Μετά την ακινητοποίηση και τις χειροπέδες, ο συλληφθέν απλά παραδίδεται στη Δικαιοσύνη, ενώ η χρήση όπλου προβλέπεται από ειδικές διατάξεις σε εξαιρετικά λίγες περιπτώσεις. Όλες οι υπόλοιπες καταχρήσεις είναι παράνομες. Τέλος.
Επίσης, δεν μπορώ να ξανακούσω τη δικαιολογία «ε και αυτός άνθρωπος είναι, θα λυγίσει», διότι με αυτό το σκεπτικό και ο Πιλότος ενός αεροπλάνου, άνθρωπος είναι και μπορεί σε μία μηχανική βλάβη να πανικοβληθεί, να χάσει τον έλεγχο και να σκοτώσει και άλλα 300 άτομα. Και ο Μηχανικός μπορεί πάνω στην αφηρημάδα του να ξεχάσει ένα δεκαδικό ψηφίο σε μία στατική μελέτη και να καταρρεύσει το κτίριο. Όμως ο Πιλότος εκπαιδεύεται να μην πανικοβάλλεται, και ο Μηχανικός να είναι πολύ προσεκτικός όταν εκπονεί μελέτη. Σε αντίθετες περιπτώσεις, εκτός από θύματα έχουμε και ποινικές διώξεις. Άρα το γεγονός ότι η ΓΑΔΑ τις τελευταίες μέρες έχει μετατραπεί σε άντρο ψυχολογικής και σωματικής βίας δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την πίεση, το άγχος και τον εξευτελισμό που διακατέχει τους μπάτσους.
Όταν η εκπαίδευση και η αξιολόγηση της αστυνομίας γίνει σωστά και οι μπάτσοι μετατραπούν σε επαγγελματίες αστυνομικούς που τηρούν το νόμο κατά γράμμα, χωρίς να δίνουν το παραμικρό δικαίωμα, τότε θα σταματήσει και ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου και εμένα, να τους λέει μπάτσους.
Τα 15χρονα
Υπάρχουν 15χρονα με ανησυχίες για το μέλλον, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το 15χρονο να κάνει πολιτικές αναλύσεις ή να έχει την εμπειρία της βαρβατίλας του ελληνικού Κράτους. Μπορεί το 15χρονο να νοιώθει στο πετσί του την αχρηστία της ελληνικής παιδείας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει για το πώς σχεδιάζεται το εκπαιδευτικό του σύστημα, πώς αξιολογούνται οι καθηγητές του και τί εστί δημόσιος τομέας στην Παιδεία. Αυτό που νοιώθει είναι ένας μηδενισμός, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει σε τι οφείλεται αυτός ο μηδενισμός.
Ρεαλιστικά μιλώντας, το 15χρονο φυσικά και θα γεμίσει οργή και αμηχανία στην είδηση του φόνου ενός άλλου παιδιού από έναν μπάτσο, και υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα πετροβολήσει αστυνομικά τμήματα και διμοιρίες των ΜΑΤ. Δεν μπορεί όμως να συντάξει μία προκήρυξη που μιλάει για τόσο σοβαρά θέματα.
Ούτε φυσικά μπορούμε συνεχώς να επαινούμε το 15χρονο που βιαιοπραγεί υπό οποιαδήποτε δικαιολογία, χωρίς το αντίστοιχο τίμημα. Μεθαύριο που κάποια από αυτά τα 15χρονα θα γίνουν 20άρηδες μπάτσοι και θα δουν τη βία τους να νομιμοποιείται, τι εξηγήσεις θα έχουμε να δώσουμε; Εάν τώρα πετάει μία πέτρα παράνομα, μεθαύριο που θα έχει πλήρη εξάρτηση καταστολής και την «κάλυψη» του νόμου πώς θα δράσει;
Το 15χρονο έχει την ορμή και τον αυθορμητισμό για να μαζικοποιήσει την παρούσα κατάσταση. Μέχρις εκεί όμως. Από εκεί και πέρα, αυτή η ορμή πρέπει να τεθεί σε ρεαλιστικές και πολιτικά ανατρεπτικές βάσεις. Και εκεί είναι που ξεκινάν τα πανηγύρια και αναδεικνύεται η ανωριμότητά μας ως κοινωνία.
Το χώσιμο προς πάσα κατεύθυνση
Αν μιλάγαμε για πραγματική εξέγερση, κάθε μέρα θα καιγόταν και από ένα δημόσιο κτίριο, μία εκκλησία και ένα αστυνομικό τμήμα. Θα υπήρχε συνεχής σύγκρουσή στα γραφεία των κομμάτων και των βουλευτών. Μπορεί τα αστυνομικά τμήματα να δέχτηκαν αρκετούς τόνους πέτρες τις τελευταίες 2 εβδομάδες, αλλά στην τελική αυτοί οι τόνοι ήταν απλά ο καρπός του «15χρονου κινήματος» όπως περιέγραψα πιο πάνω.
Είμαι απαισιόδοξος διότι, αντί το παρόν κίνημα να εκφράζει τον αποτροπιασμό του για οτιδήποτε θυμίζει τον δικομματισμό και τη συντηρητική αριστερά, τελικώς προσεγγίζεται περισσότερο από αριστερές οργανώσεις χωρίς προοδευτική και πρακτική σκέψη. Ταυτόχρονα, τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι λοιπές δεξιές παρατάξεις, κάθονται και απολαμβάνουν την προβοκάτσια τους να συσπειρώνει ένα μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας προς τον άκρο συντηρητισμό.
Όλες οι πολιτικές οργανώσεις, κυρίως αριστερές, έσπευσαν να "βάλουν κάτω από τις φτερούγες τους" το κίνημα της εξέγερσης. Με τον ίδιο γλοιώδη, σιχαμερό και λαϊκίστικο τρόπο που τα πέντε κοινοβουλευτικά κόμματα προσεγγίζουν τους δικούς τους υποψήφιους ψηφοφόρους, έτσι και αρκετές «προοδευτικές» παρατάξεις προσπαθούν να προβάλλουν τις εκάστοτε θέσεις τους στην επικαιρότητα χωρίς πραγματική κοινωνική συνοχή.
Μέσα στη σωρεία αιτημάτων ξεπετάχτηκαν και οι κουφιοκέφαλοι που ορθώνοντας το λάβαρο της επανάστασης, προτείνουν βασικό μισθό 1400 ευρώ και επίδομα ανεργίας 1400 ευρώ. (Δεν χτύπησε κανένας δαίμων του τυπογραφείου. Είναι επίσημο αίτημα της ΝΑΡ). Άλλοι πάλι ξέθαψαν προτάσεις για το Ασφαλιστικό από τη δεκαετία του ’80 που δεν χρήζουν καμίας ρεαλιστικής προσέγγισης.
Επί της παρούσης, το πρόβλημα της οικονομίας είναι υποδεέστερο από αυτό του ελληνικού κοινωνικού μοντέλου, αφού η οικονομία είναι στην ουσία η κορυφή ενός παγόβουνου γεμάτο κακοδιαχείριση, σπατάλη, φοροδιαφυγή και διαφθορά. Η ελληνική Αριστερά επιμένει να εστιάζει στην οικονομία, δηλαδή στην επιφάνεια. Αντί να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και να ασκήσει δριμιά κριτική σε θέματα όπως η διαφθορά, η δημόσια διοίκηση και η παιδεία, που είναι τα θεμέλια των προβλημάτων, συνεχίζει τη ρητορεία των τελευταίων δεκαετιών περί Κεφαλαίου, ιδιοκτησίας κλπ.
Για τις θέσεις της Δεξιάς, δεν μπαίνω καν στον κόπο να σχολιάσω. Η γελοιότητά τους είναι υπεράνω κάθε ανάλυσης.
Άρα τελικά, τι είναι αυτό που φαίνεται να βγαίνει κερδισμένο από όλη αυτή την αναστάτωση; Τι είναι αυτό πέρα από τη γελοιοποίηση της Αστυνομίας και της Κυβέρνησης, και την επιστροφή της πολιτικής στον καθημερινό διάλογο; Μέσα σε όλη αυτή την αναμπουμπούλα, πέρασε απαρατήρητα ο κλονισμός ενός σημαντικού Δημοκρατικού θεσμού και ενός εκ των βασικότερων θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το τεκμήριο της αθωότητας.
Όταν ο Υπουργός Εσωτερικών, αναφερόμενος στον μπάτσο που πυροβόλησε τον Αλέξη, λέει ότι «οι ποινές για τους δολοφόνους θα είναι σκληρές» απλά και μόνο για να καθησυχάσει το αφηνιασμένο πλήθος, υπάρχει σοβαρό θέμα κλονισμού τόσο της Δημοκρατίας όσο και της αντίληψης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη χώρα μας. Εγώ ή ο οποιοσδήποτε «απλός πολίτης» μπορούμε να εκφέρουμε οποιαδήποτε άποψη και να βάζουμε κοσμητικά επίθετά στον δολοφόνο μπάτσο. (Αυτό ονομάζεται «ελευθερία του λόγου» και είναι επίσης θεμελιώδες Ανθρώπινο Δικαίωμα). Τα επίσημα χείλη της Κυβέρνησης ή της Δικαιοσύνης δεν μπορούν. Διότι το επόμενο στάδιο θα είναι να καταργήσουμε τα Δικαστήρια, να στήσουμε κρεμάλες στο Σύνταγμα και να τις γεμίσουμε με ενόχους βάσει λαϊκής ετυμηγορίας, λαϊκού αισθήματος και δημοσκοπήσεων.
Εάν, λοιπόν μέσα στον οποιονδήποτε αναβρασμό, μία κοινωνία δεν μπορεί να σεβαστεί ένα από τα πιο στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, πώς είναι δυνατόν να περιμένουμε η μελλοντική Κυβέρνηση ή η κοινωνία που θα εξελιχθεί μετά από την «εξέγερση» να είναι δίκαιες και δημοκρατικές; Εάν ως Κράτος έχουμε πιάσει πάτο τα τελευταία χρόνια, το οφείλουμε στις σάπιες δομές και τις παρασιτικές ομάδες που κατέχουν θέσεις ευθύνης. Το μέλλον, μόνο δυσοίωνο μπορεί να είναι αν η ανατροπή αυτού του κατεστημένου βασίζεται σε πρακτικές, ανθρώπους και νοοτροπίες του ίδιου κατεστημένου.
Μπροστά από το κτίριο της Ακαδημίας διαιωνίζεται η ντροπή που διακατέχει ολόκληρο το νεοελληνικό Κράτος. Το άγαλμα του Ρήγα δίπλα στον Γρηγόριο Ε’.
Κάποιοι «εξεγερμένοι» φρόντισαν να μαυρίσουν τον Διαφωτιστή…

Και να αφήσουν άθικτο τον Σκοταδιστή…

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008
Η Κυβέρνηση πρέπει να πέσει
Ο τίτλος δεν είναι ούτε πιασάρικος, ούτε προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις. Σε καμία περίπτωση δεν τον επέλεξα με το γνωστό, υποκριτικά παθιασμένο, δημοσιογραφικό ύφος, ούτε σκέφτομαι βάσει μίζερων, μικροπολιτικών συμφερόντων. Προσωπικά, δεν είμαι ούτε κοινωνιολόγος, ούτε πολιτικός αναλυτής. Απλά παρατηρώ προσεκτικά, και προσπαθώ να σκεφτώ όσο πιο κριτικά μπορώ έως ότου τα συμπεράσματά μου να αλληλοκαλύπτονται.
Οι κοινωνίες αυτοπροσδιορίζονται και αυτοδιαμορφώνονται. Δεν κατασκευάζονται και δεν ελέγχονται στον βαθμό που θα ήθελαν να πιστεύουν διάφοροι «συνωμοσιολόγοι». Η κοινωνία είναι μία διαφορική εξίσωση τρέχα-γύρευε βαθμού που συνεχώς αναπλάθεται βάσει συνεχών επιρροών. Ορισμένοι παράγοντες όμως, όπως το Πολίτευμα, η Πολιτική, η Οικονομία, η Δημόσια Διοίκηση και η Παιδεία, είναι πιο ισχυροί. Εκεί είναι που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για λογική και κριτική σκέψη.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, το πολιτικό συναίσθημα όλων έγινε πιο έντονο. Μέσα σε αυτή τη συναισθηματική ένταση, οι δεξιοί άγγιξαν τα όρια του Φασισμού, και οι αριστεροί, τα όρια του Σταλινισμου. Σε κάθε περίπτωση, καταργήθηκε η λογική.
Στην Ελλάδα το πείσμα και το μένος έχουν μεγαλύτερη προτεραιότητα από τη λογική και κριτική σκέψη. Γι' αυτό τελικά το πρόβλημα της Παιδείας είναι πολύ πιο ουσιαστικό όσον αφορά την καλλιέργεια γενικότερων νοοτροπιών και αντιμετώπισης καταστάσεων. Η ψύχραιμη και λογική σκέψη έχουν εκλείψει τελείως από την πολιτική, και έχουν περιοριστεί σε ένα μικρό κύκλο ανθρώπων των γραμμάτων και του πνεύματος που δεν έχουν ιδιαίτερη επιρροή στην ευρύτερη κοινωνία.
Η έλλειψη διαλόγου και εμπιστοσύνης, ανάμεσα σε πολίτες, κοινωνικούς φορείς, μειονότητες και την Κυβέρνηση, μου φέρνει στο μυαλό μια διαλυμένη οικογένεια. Οι γονείς πλακώνονται όλη την ώρα, ενώ το παιδί συγχύζεται, προσπαθώντας να καταλάβει αν πρέπει να συνεχίσει να τους σέβεται, να τους απομιμείται ή να κάνει του κεφαλιού του. Μέσα στη σύγχυσή του φωνάζει στους γονείς του, αλλά αυτοί το αγνοούν επιδεικτικά. Πάνω στην απογοήτευση και την οργή του, το παιδί αρπάζει ένα βάζο και το σπάει με δύναμη στο πάτωμα, προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή τους. Και αντί να του δώσουν προσοχή, ο καθένας αρχίζει να ερμηνεύει την κατάσταση όπως τον βολεύει. Ο ένας οργίζεται για το βάζο, ο άλλος διερωτάται για τη διαγωγή του παιδιού τους, ενώ το παιδί μαθαίνει το κόλπο και ξέρει με ποιον τρόπο θα αποσπά την προσοχή από εδώ και πέρα. Κανείς όμως δεν εστιάζει στη ρίζα του προβλήματος, και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι η αξία ενός βάζου είναι μηδενική μπροστά στην ευτυχία και ευημερία ολόκληρης της οικογένειας.
Όταν η αλητεία, η ασυδοσία και η αλαζονεία καλλιεργούνται μέσα στο αστυνομικό σώμα, ανάμεσα στους εκπροσώπους και θεσμοφύλακες του Πολιτεύματος και της Πολιτείας, φυσικό είναι τα ίδια στοιχεία να διαχέονται και στους πολίτες. Όταν φωνάζεις για τα στοιχειώδη δικαιώματά σου, απέναντι σε κλειστά αυτιά που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν τη δημοκρατία της χώρας, φυσικά και θα ψάξεις να βρεις ένα βάζο.
Σήμερα, δεν θέλει και πολύ να σηκώσεις μολότοφ και πέτρες. Αρκεί να πέσεις σε έναν διεφθαρμένο γιατρό, ή να γίνεις θύμα ενός "μεμονωμένου περιστατικού" αστυνομικής αλητείας, ή να βλέπεις κάθε, μα κάθε μέρα την Κυβέρνηση να σε αποκαλεί "μαλάκα" και να χαμογελάει, κάνοντας πλιάτσικο στο ασφαλιστικό σου ταμείο και το εισόδημά σου για να το διαχέει μετά σε σπάταλες, αδιαφανείς διαδικασίες και ρασοφόρους μαφιόζους.
Η Κυβέρνηση που έχει την πίτα και το μαχαίρι, έχει υποπέσει σε μία σειρά συνεχών εγκλημάτων και σκανδάλων που είναι πολύ σοβαρότερα από ένα καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Έχει ξεπέσει στην ύβρη της αλαζονείας και της πλήρους αποστασιοποίησης από ολόκληρη την κοινωνία. Εδώ και πέντε μέρες, επικρατεί μία κοινωνική ένταση που είχε αφορμή την αστυνομική βία, και η Κυβέρνηση βγάζει ξύλινους λόγους, λες και έχει προεκλογικό αγώνα. Σα να έχει τα μάτια κλειστά για άλλη μία φορά, μπροστά στις εκατοντάδες κοινωνικές παρανομίες που συμβαίνουν κάθε μέρα.
Ποιος είδε τους Ζητάδες που έβγαλαν πάλι περίστροφο για νταηλίκι; Ποιος είδε τον άστεγο 50άρη (Έλληνα - προς απογοήτευση μερικών) που λίντσαραν «απλοί πολίτες» υπό την ανοχή της αστυνομίας; Ποιος είδε τους κουκουλοφόρους ασφαλίτες δίπλα στις διμοιρίες των ΜΑΤ με πέτρες και λοστούς στα χέρια; Ποιος είδε τους Χρυσαυγίτες να αναμειγνύονται με τους «απλούς πολίτες» για να πάρουν το νόμο στα χέρια τους;
Οι επαγγελματίες της παρανομίας όμως, απαξιώνουν τα «μικρο-εγκλήματα» αυτού του είδους. Δεν τους αφορούν. Δεν ενδιαφέρονται να κάνουν ούτε μία στοιχειώδη ανάλυση των γεγονότων. Να νοιώσουν έστω ότι θα πρέπει να παίξουν πιο έξυπνο παιχνίδι. Τα ρίχνουν όλα σε έναν ψυχάκια μπάτσο και ένα τσούρμο κουκουλοφόρους που έχουν δυο – τρεις σκοτεινούς σκοπούς, και πιστεύουν πως ξεμπερδεύουν. Τέτοια είναι η αλαζονεία τους και η υποτίμηση της ευρύτερης κοινωνίας μπροστά στα μάτια τους.
Η Κυβέρνηση οφείλει να παραιτηθεί σύσσωμη και να φύγουν όλοι τους με σκυφτό το κεφάλι. Δεν τρέφω αυταπάτες για τους επόμενους, που ενδεχομένως ήδη ακονίζουν τα μαχαιροπίρουνά τους. Αλλά μέχρι τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να πλάθεται και στο πιο αισιόδοξο σενάριο των περιπτώσεων, ίσως να είναι αρκετά ώριμη ώστε να κάνει σαφές στους επόμενους ότι υπάρχει και ένα όριο στην ύβρη.
Οι κοινωνίες αυτοπροσδιορίζονται και αυτοδιαμορφώνονται. Δεν κατασκευάζονται και δεν ελέγχονται στον βαθμό που θα ήθελαν να πιστεύουν διάφοροι «συνωμοσιολόγοι». Η κοινωνία είναι μία διαφορική εξίσωση τρέχα-γύρευε βαθμού που συνεχώς αναπλάθεται βάσει συνεχών επιρροών. Ορισμένοι παράγοντες όμως, όπως το Πολίτευμα, η Πολιτική, η Οικονομία, η Δημόσια Διοίκηση και η Παιδεία, είναι πιο ισχυροί. Εκεί είναι που υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για λογική και κριτική σκέψη.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, το πολιτικό συναίσθημα όλων έγινε πιο έντονο. Μέσα σε αυτή τη συναισθηματική ένταση, οι δεξιοί άγγιξαν τα όρια του Φασισμού, και οι αριστεροί, τα όρια του Σταλινισμου. Σε κάθε περίπτωση, καταργήθηκε η λογική.
Στην Ελλάδα το πείσμα και το μένος έχουν μεγαλύτερη προτεραιότητα από τη λογική και κριτική σκέψη. Γι' αυτό τελικά το πρόβλημα της Παιδείας είναι πολύ πιο ουσιαστικό όσον αφορά την καλλιέργεια γενικότερων νοοτροπιών και αντιμετώπισης καταστάσεων. Η ψύχραιμη και λογική σκέψη έχουν εκλείψει τελείως από την πολιτική, και έχουν περιοριστεί σε ένα μικρό κύκλο ανθρώπων των γραμμάτων και του πνεύματος που δεν έχουν ιδιαίτερη επιρροή στην ευρύτερη κοινωνία.
Η έλλειψη διαλόγου και εμπιστοσύνης, ανάμεσα σε πολίτες, κοινωνικούς φορείς, μειονότητες και την Κυβέρνηση, μου φέρνει στο μυαλό μια διαλυμένη οικογένεια. Οι γονείς πλακώνονται όλη την ώρα, ενώ το παιδί συγχύζεται, προσπαθώντας να καταλάβει αν πρέπει να συνεχίσει να τους σέβεται, να τους απομιμείται ή να κάνει του κεφαλιού του. Μέσα στη σύγχυσή του φωνάζει στους γονείς του, αλλά αυτοί το αγνοούν επιδεικτικά. Πάνω στην απογοήτευση και την οργή του, το παιδί αρπάζει ένα βάζο και το σπάει με δύναμη στο πάτωμα, προκειμένου να αποσπάσει την προσοχή τους. Και αντί να του δώσουν προσοχή, ο καθένας αρχίζει να ερμηνεύει την κατάσταση όπως τον βολεύει. Ο ένας οργίζεται για το βάζο, ο άλλος διερωτάται για τη διαγωγή του παιδιού τους, ενώ το παιδί μαθαίνει το κόλπο και ξέρει με ποιον τρόπο θα αποσπά την προσοχή από εδώ και πέρα. Κανείς όμως δεν εστιάζει στη ρίζα του προβλήματος, και κανείς δεν καταλαβαίνει ότι η αξία ενός βάζου είναι μηδενική μπροστά στην ευτυχία και ευημερία ολόκληρης της οικογένειας.
Όταν η αλητεία, η ασυδοσία και η αλαζονεία καλλιεργούνται μέσα στο αστυνομικό σώμα, ανάμεσα στους εκπροσώπους και θεσμοφύλακες του Πολιτεύματος και της Πολιτείας, φυσικό είναι τα ίδια στοιχεία να διαχέονται και στους πολίτες. Όταν φωνάζεις για τα στοιχειώδη δικαιώματά σου, απέναντι σε κλειστά αυτιά που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν τη δημοκρατία της χώρας, φυσικά και θα ψάξεις να βρεις ένα βάζο.
Σήμερα, δεν θέλει και πολύ να σηκώσεις μολότοφ και πέτρες. Αρκεί να πέσεις σε έναν διεφθαρμένο γιατρό, ή να γίνεις θύμα ενός "μεμονωμένου περιστατικού" αστυνομικής αλητείας, ή να βλέπεις κάθε, μα κάθε μέρα την Κυβέρνηση να σε αποκαλεί "μαλάκα" και να χαμογελάει, κάνοντας πλιάτσικο στο ασφαλιστικό σου ταμείο και το εισόδημά σου για να το διαχέει μετά σε σπάταλες, αδιαφανείς διαδικασίες και ρασοφόρους μαφιόζους.
Η Κυβέρνηση που έχει την πίτα και το μαχαίρι, έχει υποπέσει σε μία σειρά συνεχών εγκλημάτων και σκανδάλων που είναι πολύ σοβαρότερα από ένα καμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Έχει ξεπέσει στην ύβρη της αλαζονείας και της πλήρους αποστασιοποίησης από ολόκληρη την κοινωνία. Εδώ και πέντε μέρες, επικρατεί μία κοινωνική ένταση που είχε αφορμή την αστυνομική βία, και η Κυβέρνηση βγάζει ξύλινους λόγους, λες και έχει προεκλογικό αγώνα. Σα να έχει τα μάτια κλειστά για άλλη μία φορά, μπροστά στις εκατοντάδες κοινωνικές παρανομίες που συμβαίνουν κάθε μέρα.
Ποιος είδε τους Ζητάδες που έβγαλαν πάλι περίστροφο για νταηλίκι; Ποιος είδε τον άστεγο 50άρη (Έλληνα - προς απογοήτευση μερικών) που λίντσαραν «απλοί πολίτες» υπό την ανοχή της αστυνομίας; Ποιος είδε τους κουκουλοφόρους ασφαλίτες δίπλα στις διμοιρίες των ΜΑΤ με πέτρες και λοστούς στα χέρια; Ποιος είδε τους Χρυσαυγίτες να αναμειγνύονται με τους «απλούς πολίτες» για να πάρουν το νόμο στα χέρια τους;
Οι επαγγελματίες της παρανομίας όμως, απαξιώνουν τα «μικρο-εγκλήματα» αυτού του είδους. Δεν τους αφορούν. Δεν ενδιαφέρονται να κάνουν ούτε μία στοιχειώδη ανάλυση των γεγονότων. Να νοιώσουν έστω ότι θα πρέπει να παίξουν πιο έξυπνο παιχνίδι. Τα ρίχνουν όλα σε έναν ψυχάκια μπάτσο και ένα τσούρμο κουκουλοφόρους που έχουν δυο – τρεις σκοτεινούς σκοπούς, και πιστεύουν πως ξεμπερδεύουν. Τέτοια είναι η αλαζονεία τους και η υποτίμηση της ευρύτερης κοινωνίας μπροστά στα μάτια τους.
Η Κυβέρνηση οφείλει να παραιτηθεί σύσσωμη και να φύγουν όλοι τους με σκυφτό το κεφάλι. Δεν τρέφω αυταπάτες για τους επόμενους, που ενδεχομένως ήδη ακονίζουν τα μαχαιροπίρουνά τους. Αλλά μέχρι τότε η κοινωνία θα συνεχίσει να πλάθεται και στο πιο αισιόδοξο σενάριο των περιπτώσεων, ίσως να είναι αρκετά ώριμη ώστε να κάνει σαφές στους επόμενους ότι υπάρχει και ένα όριο στην ύβρη.
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008
Άλλο ένα μεμονωμένο περιστατικό...
... από τις χθεσινές διαδηλώσεις στην Ομόνοια. Περιγραφή του Γιώργου Κακούση στον Alpha Radio.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
