Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασίλης Ραφαηλίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Τα δύο άκρα απλά νιώθουν


Καμία ανάλυση δεν μπορεί αν αυτοονομάζεται «ανάλυση» αν δεν ελέγχει κάθετα και όχι ισοπεδωτικά την οποιαδήποτε θεωρία. Και αν η λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» έχει ορκισμένους φίλους και εχθρούς είναι ακριβώς επειδή ως θεωρία «γαργαλάει» τον επιφανειακό μας συναισθηματισμό, καταλήγοντας τελικά σε άλλη μία ασπρόμαυρη αντίληψη της πραγματικότητας, αντί των χιλιάδων αποχρώσεων που αυτή εμπεριέχει.

Θα επικαλεστώ για 5η ίσως φορά στα ιστορικά αυτού του ιστολογίου τον Βασίλη Ραφαηλίδη. Αυτόν τον γνήσιο Αριστερό που με έχει επηρεάσει πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε φιλελεύθερο στοχαστή. «Συναισθηματισμός και πολιτική δεν πάνε μαζί», έλεγε. Και εννοούσε το πολύ απλό, ότι η πολιτική πρέπει να ορίζει ορθολογικές και αντικειμενικές συνθήκες και κανόνες μέσα στις οποίες μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα ο οποιοσδήποτε υποκειμενικός συναισθηματισμός. Όταν πας να εμπλέξεις τον δικό σου ψυχισμό με αυτόν της κοινωνίας, αναγκαστικά είτε θα καταλήξεις σε μονιστικές/ δογματικές αντιλήψεις ή θα παραμείνεις ένας μίζερος, μοναχικός, εσωστρεφής τύπος που του φταίει το σύστημα και ο κοινωνικός περίγυρος.

Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο στο PressProject με τίτλο «Ζήτω το ζήτω!» του Κώστα Πουλή, και η αλήθεια είναι πως είναι ένα από τα καλύτερα άρθρα που έχω διαβάσει τελευταία. Όχι επειδή συμφωνώ με κάποια από τα συμπεράσματά του, αλλά επειδή εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχυση στην οποία έχουμε επέλθει ως κοινωνικό σύνολο. Και μάλιστα το κάνει εν αγνοία του συγγραφέα. Κάντε το εξής νοητικό πείραμα: Ας υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας του άρθρου δεν είναι αριστερός αλλά ακροδεξιός, και ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «φασίστας», με «αριστερός» και αντίστροφα μέσα στο κείμενο. Κατά ένα μαγικό τρόπο, το κείμενο πάλι θα βγάζει απόλυτο νόημα, βασισμένο στην ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία! Κατά ένα μαγικό τρόπο θα αρχίσουμε να πηγαίνουμε πίσω στο χρόνο, καταργώντας τις κατακτήσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, τις προσπάθειες για την εφαρμογή της Χάρτας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανεξαρτήτως προσωπικών πεποιθήσεων, ηθών, εθίμων και μεταφυσικών αναζητήσεων. Καταργώντας ουσιαστικά αυτό που κατάφερε η επιστήμη και η δημοκρατική κοινωνική εξέλιξη εις βάρος του συναισθηματισμού που προέτρεπε σε πολέμους, συγκρούσεις, αιματοχυσίες και θρησκευτικές/ δογματικές/ μονιστικές ηγεμονίες.

Αυτό το λεπτό σημείο, που διαχωρίζει τον πολιτισμό από το ένστικτο και τον ορθολογισμό από το συναίσθημα του ανθρώπου σε κοινωνικό επίπεδο είναι τόσο λεπτό, που κάθε δόγμα προσπαθούσε να το κατακτήσει ώστε να ασκεί μεγαλύτερο έλεγχο στις μάζες. Αυτό το σημείο, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, είχε την διαύγεια να το αναγνωρίσει και να δει την επικινδυνότητα που κρύβει για έναν άνθρωπο που ξεκινάει με φιλοδημοκρατικές προθέσεις, αλλά τελικά καταλήγει σε φασιστικές πρακτικές.

Εκεί εδράζει και η διαφορά που με βρίσκει κάθετα αντίθετο στην εξίσωση της ακροδεξιάς βίας με της αριστερής. Είναι οι προθέσεις και είναι η σύγχυση μεταξύ της υποκειμενικής αντίληψης για μία πιο δίκαιη κοινωνία και του πάθους που απορρέει από αυτή την αντίληψη σε αντιδιαστολή με την εξαρχής κακοπροαίρετη επιθετικότητα και κατάλυση της Δημοκρατίας από ένα ακροδεξιό στοιχείο. Είναι οι καταβολές που έχει ένας πιτσιρικάς που πετάει μία μολότωφ για να εκφράσει το μίσος του προς μία αόριστη αδικία και αυτές που έχει ένας άλλος πιτσιρικάς που τραβάει μαχαίρι σε έναν μετανάστη.

Το ίδιο κάθετα διαφωνώ και με την ακριβώς αντίθετη άποψη. Ότι δηλαδή μόνο η αριστερή βία μπορεί να καταλύσει την ακροδεξιά. Καμία βία δεν καταλύει μία άλλη βία. Αυτό το σκεπτικό εκτός από ανόητο είναι και ανιστόρητο. Η βία πάντα ενδυνάμωνε κάθε άλλη μορφή βίας και πάντα κατέλυε κάθε προσπάθεια εκδημοκρατισμού και πολιτισμένου τρόπου επίλυσης των κοινωνικών εντάσεων. Η δημοκρατία και η πιστή προσήλωση στους θεσμούς ήταν τα στοιχεία που βελτίωναν μία κοινωνία και την έβαζαν σε πιο φιλειρηνικές συνθήκες ισότητας και ισονομίας. Κάθε πράξη βίας ακυρώνει ένα μόριο πολιτισμού. Αντιθέτως, κάθε προσπάθεια κατάλυσης της βίας προσθέτει ένα μόριο πολιτισμού.

Ο πραγματικός εχθρός του φασισμού είναι η ενδυνάμωση της Δημοκρατίας, όχι η δημιουργία αντίθετων πόλων. Η διαχρονική ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών στην πλειοψηφία των δυτικών κρατών ήταν πάντα μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία που συνεχίζει ακόμα να ζυμώνεται, αλλά αργά και σταθερά δημιουργεί πιο ειρηνικές, σταθερές κοινωνίες που ευημερούν. Με αυτές τις διαδικασίες καταργήθηκε η θανατική ποινή, δημιουργήθηκε μαζικό αίτημα για αντικειμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, βγήκαν νόμοι ενάντια σε κάθε είδους ρατσισμό και διάκριση και θεσπίστηκε νομικά το τεκμήριο της αθωότητας. Ενάντια στο ένστικτο και υπέρ ενός κοινωνικού ορθολογισμού.

Η ορθολογική συνοχή και ψυχραιμία στη σκέψη πάντα οδηγεί στην αποφυγή φανατισμού, άρα και βίας, που με τη σειρά της θα οδηγήσει σε εκδημοκρατισμένες ισορροπίες. Ο φασισμός κάνει ακριβώς το αντίθετο: Επενδύσει το ένστικτο. Ο ΜΑΤατζής που βαράει στο ψαχνό νιώθει, δεν σκέφτεται. Το ίδιο και ο πιτσιρικάς που θα ανάψει μία μολότωφ για να τη ρίξει στον ΜΑΤατζή.

Είμαστε μία αδικημένη γενιά.  Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μέσα σε ένα σάπιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Δεν είναι όμως ο τρόπος του ενστίκτου, του πάθους και όλων αυτών που ονειρεύεται ο κ. Πουλής και κάθε Πουλής για την έξοδο από την κοινωνική και κατ’ επέκταση την οικονομική κρίση. Θέλει σκέψη, ανάλυση και αρκετή δουλειά. Να αναλογιστούμε τί κάναμε, τί ψηφίζαμε και γιατί. Τι μυαλά κουβαλάμε και με πόση ευκολία κρίνουμε, ταμπελοποιούμε και μισούμε. Δύσκολο εγχείρημα. Σε άλλες κοινωνίες πήρε πολλές δεκαετίες. Αλλά τόσο από την ιστορία, όσο και από αυτές τις κοινωνίες μπορούμε να πάρουμε πολλά μαθήματα.


Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Οι εκλογές δεν είναι σαπουνόπερα


Ο Βασίλης Ραφαηλίδης, αν και Αριστερός, υπήρξε ένας μεγάλος επικριτής της νεοελληνικής Αριστεράς, κυρίως για την έλλειψη μεταρρυθμιστικής τόλμης και ρεαλιστικής ιδεολογίας στους ευρύτερους κόλπους της. Η άποψή του ότι «συναισθηματισμός και πολιτική δεν πάνε μαζί», ήταν η βασική του διαφωνία στον τρόπο με τον οποίο τα μεταπολιτευτικά κόμματα και κυρίως τα αριστερά, ως φορείς μεταρρύθμισης και προόδου, μετέφεραν την ατζέντα τους στην κοινωνία.

Δεν γνωρίζω αν ζούσε ο Ραφαηλίδης πώς θα αντιδρούσε στο σημερινό προεκλογικό τοπίο, όπου η συνεχής πολιτική επένδυση στον συναισθηματισμό, έχει αποσύρει σχεδόν κάθε σοβαρή πολιτική πρόταση από τον διάλογο με την κοινωνία, για τα πραγματικά προβλήματα της χώρας. Γνωρίζω όμως ότι η «ρώσικη ρουλέτα» που παίζουν τα άκρα της αριστεράς και της δεξιάς εις βάρος της κοινής λογικής τον τελευταίο χρόνο, έχει αποφέρει σημαντικά κέρδη και στους δύο χώρους. Η μεταμφίεση της Χρυσής Αυγής, για παράδειγμα, από αμιγώς ναζιστικό κόμμα σε πατριωτικό και η καθημερινή παρουσία της στα ΜΜΕ, τον δημόσιο διάλογο και τον χαβαλέ μεταξύ πιτσιρικάδων, είναι καθαρά αποτέλεσμα επένδυσης σε αυτόν τον συναισθηματισμό. Το ίδιο και η έλλειψη σοβαρής εναλλακτικής πρότασης από το σύνολο των αριστερών κομμάτων και το φλερτ ενός κύριου εκφραστή τους με την λαϊκή Δεξιά για χάρη ενός αντιμνημονιακού αόριστου ιδεώδους.

Επίσης δεν γνωρίζω, όπως φυσικά δεν γνωρίζουν και τα κομματικά επιτελεία, ποιο θα είναι περίπου το αποτέλεσμα των εκλογών, ώστε να μπορούν να κάνουν τους γνωστούς υπολογισμούς στις συνεργασίες τους. Αυτό δημοκρατικά είναι υγιές. Αυτό δείχνει την πραγματική δύναμη που μπορεί να έχει ένα εκλογικό σώμα όταν ξεπερνάει σιγά σιγά την μάστιγα του δικομματισμού και αποτυπώνει την πολιτική του σύγχυση με την απροσδιόριστη ψήφο του.

Επί της ουσίας, η περίοδος που διανύουμε δεν είναι μόνο δύσκολη λόγω της οικονομικής ύφεσης. Είναι δύσκολη επειδή καταρρέει το σύστημα που συντηρούσε την πλαστή κοινωνική συνοχή που είχαμε συνηθίσει. Κόμματα που επενδύουν στον φόβο, την οργή, την αγανάκτηση και γενικά στον συναισθηματισμό, είναι κόμματα που «παίζουν το τελευταίο χαρτί» λίγο πριν καταρρεύσουν, ελλείψει συγκεκριμένης, ρεαλιστικής και αναλυτικής πρότασης. Συναισθηματισμός αντί για λογική, φόβος αντί για ψυχραιμία, απλουστεύσεις αντί για αναλύσεις και προσωπικές επιθέσεις αντί για ιδεολογικές. Αυτά είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μία πολιτική σκηνή και ένα εκλογικό σώμα σε πανικό. Και φυσικά, σε αυτό το σκηνικό δεν περιλαμβάνονται μόνον τα μικρότερα κόμματα του λεγόμενου «αντιμνημονιακού τόξου», αλλά και τα δύο μεγαλύτερα που επενδύουν στον φόβο που θα προκαλέσει μία ενδεχόμενη ακυβερνησία ή πολιτική αστάθεια.

Μία κοινωνία που βυθίζεται στην οικονομική ύφεση και που πολιτικοποιείται με όρους οργής, αγανάκτησης και φόβου, δεν μπορεί να προσφέρει κάτι διαφορετικό, πέρα από μία πρόσκαιρη εκτόνωση. Η επομένη των εκλογών, ή η ενδεχόμενη επομένη των επαναληπτικών εκλογών, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και το στοιχείο της κοινής λογικής και της ρεαλιστική δημιουργίας. Ακόμα και αν αυτά τα στοιχεία είναι σε νεογέννητο στάδιο.

Αυτή την Κυριακή, και όσο διαρκεί η εκλογική διαδικασία, όλα τα κόμματα είναι «μικρά». Η δική μας συνείδηση είναι αυτή που θα αναδείξει τις προτεραιότητες που θέλουμε να πετύχουμε για εμάς, συλλογικά, ως κοινωνία. Οι τακτικές τύπου «στηρίζω μεγάλο κόμμα για μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα» απέδειξαν περίτρανα που οδήγησαν. Με μαθηματική ακρίβεια, και ίσως με καταστροφικότερες συνέπειες, θα οδηγήσει και η ψήφος σε κόμματα που επενδύουν σε έναν αόριστο συναισθηματισμό. Και επειδή η αποχή δεν αποτελεί πλέον σοβαρή και υπεύθυνη επιλογή, σε αυτές τις εκλογές οφείλουμε να ψηφίσουμε κατά συνείδηση.

Να σκεφτούμε σοβαρά, να δούμε τους ανθρώπους που θέλουμε να μας εκπροσωπούν στο Κοινοβούλιο έναν – έναν, και να επιλέξουμε εκείνους που εμπιστευόμαστε ότι θα αναμετρηθούν με τα πραγματικά προβλήματα προτάσσοντας ρεαλιστικές λύσεις. Εκείνους που γνωρίζουμε αποδεδειγμένα ότι έχουν πετύχει πράγματα στη ζωή τους, έχουν την ικανότητα να προσφέρουν λύσεις και δεν είναι πολιτικοί κατ’ επάγγελμα. Να μπούμε στον κόπο να διαβάσουμε προσεκτικά τις θέσεις του κάθε κόμματος, και να μην διστάζουμε να τους «ενοχλούμε» και να ρωτάμε. Ευτυχώς, όπως σε κάθε εκλογές, έτσι και σε αυτές υπάρχουν και άνθρωποι και συνδυασμοί που έχουν τέτοιες ικανότητες. Αρκεί αυτή τη φορά να έχουμε την ωριμότητα να τους αναγνωρίσουμε εγκαίρως.


Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

Το φράκο και η φουστανέλα

Ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης είχε γράψει:

«...Από τη μια μεριά, πάντως, είχαν δίκιο οι ντόπιοι αγωνιστές, που υπέφεραν τα πάνδεινα επί έξι χρόνια, να φοβούνται τους καλαμαράδες: Δεν ήταν λίγοι αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα όχι για να πολεμήσουν, αλλά για να τη διοικήσουν μετά το αίσιο πέρας του αγώνα. Όμως ο αγράμματος λαός δε μισεί τους καλαμαράδες. Τους μισούν οι μισοαγράμματοι προύχοντες και οι κοτζαμπάσηδες, που πριν την επανάσταση συνεργάζονταν αρμονικότατα με τους Τούρκους. Ο αγράμματος άνθρωπος πάντα κατανοεί τη σημασία που έχουν για μία καλύτερη ζωή τα γράμματα, και πάντα θέλει να σπουδάσει τα παιδιά του. Οι επικίνδυνοι είναι οι κολυβογραμματισμένοι, με τα κολυβογράμματά τους που δεν έλειψαν ποτέ από την Ελλάδα. Και που τη χαντάκωσαν. Επειδή ξέρουν να διαβάζουν την Ιερά Σύνοψη, νομίζουν πως ξέρουν και γράμματα.

Πίσω απ’ αυτή τη διαμάχη κρύβεται ο ανηλεής πόλεμος μεταξύ Ελλήνων της Ελλάδας και Ελλήνων του εξωτερικού, που συνεχίζεται. Οι «εσ» πάντα φοβούνται τους «εξ», διότι οι «εξ» είναι συνήθως πιο εγγράμματοι. Κι όποιος ξέρει γράμματα εξουσιάζει ευκολότερα αυτούς που δεν ξέρουν. Εντάξει, αλλά πουθενά στον κόσμο δε βρέθηκε τρόπος να ασκούν την εξουσία οι αγράμματοι. Εκτός από την Ελλάδα όπου την ασκούν συνήθως οι αγράμματοι, καταπιέζοντας τους ακόμα πιο αγράμματους».

Σχεδόν δύο αιώνες μετά τη σύσταση του ελληνικού Κράτους ή ίδια υπόγεια διαμάχη συνεχίζεται. Ένα έθνος που ουδέποτε άφησε να αναπτυχθεί κάποια υποτυπώδης αστική Δημοκρατία, με τη συγκεκριμένη διαμάχη να διέπει οριζόντια όλα τα κοινωνικά στρώματα. Κάπως έτσι έχουμε την ψευδαίσθηση ότι οι κοινωνικές μάχες στην Ελλάδα είναι ταξικές, ενώ στην βαθύτερη ουσία τους είναι θεσμικές. Υπάρχουν οι μεν που προσπαθούν να προσανατολιστούν σε ένα αναπτυγμένο κοινωνικό μοντέλο με τα ιδεώδη του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, και οι δε που αντιλαμβάνονται την έννοια του Κράτους με κριτήρια αμιγώς ατομικά.

Οι κοινωνίες όμως αυτορυθμίζονται, και όσο εμφανή και αν είναι τα πλεονεκτήματα μίας σύγχρονης αστικής Δημοκρατίας, είναι επίσης δίκαιο και τελικά δημοκρατικότερο να υπερισχύουν τα ιδεώδη της πλειοψηφίας. Εφόσον η πλειοψηφία επιθυμεί να ζει ακόμα με όρους καθαρά ατομικούς και όχι συλλογικούς, θα πρέπει πλέον να δεχτούμε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποτελεί απλά ένα σύνολο από «χωριά», όπου στο κάθε χωριό ο εκάστοτε «κοτζαμπάσης» ελέγχει, ρυθμίζει, επηρεάζει ή και κυβερνά ανάλογα τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η παρούσα κρίση φαινόταν ως μία ευκαιρία, να γίνει μία νέα κοινωνική αυτορύθμιση με κατεύθυνση ένα Κράτος με συνοχή και κοινό όραμα ανάπτυξης. Όπως στο παρελθόν, σαθρά ιδεώδη όπως η θρησκεία και το έθνος, ένωναν τους ανθρώπους απέναντι σε έναν κοινό εχθρό, έτσι και στο παρόν η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ενώσει την κοινωνία απέναντι στα κακώς δρώμενα του παρελθόντος, που στην τελική επέφεραν και την κρίση. Οι αμαθείς, και ακόμα χειρότερα οι ημιμαθείς, φαίνεται όμως ότι και πάλι επηρεάζουν περισσότερο. Από τις πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης και της κυβέρνησης, μέχρι και τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα, η αμάθεια και η ημιμάθεια αντιμάχεται εκείνους τους ανθρώπους που βλέπουν τις ευκαιρίες για εκσυγχρονισμό και την δημιουργία μίας αστικής Δημοκρατίας. Ο συναισθηματισμός υπερισχύει της λογικής, το πάθος υπερισχύει της πράξης, και κυρίως οι ατομικές ανάγκες υπερισχύουν των συλλογικών.

Η μόνη περίπτωση κάποια στιγμή η Ελλάδα να γίνει πραγματικό και σοβαρό Κράτος, είναι όταν η πλειοψηφία που προαναφέρθηκε, συνειδητοποιήσει πόσα περισσότερα είναι τα οφέλη από μία συλλογική αντίληψη έναντι της ατομικής. Πως μία πραγματική αστική Δημοκρατία παρέχει πολλές περισσότερες και δικαιότερες ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης, έναντι της πρόχειρης ατομικής καχυποψίας. Άλλωστε, οι μεγαλύτερες κοινωνικές επαναστάσεις, ίσως και αυτές που βιώνει τώρα ο μουσουλμανικός κόσμος, κατά βάθος γίνονταν για τη δικαιοσύνη, την ισονομία και τις ίσες ευκαιρίες. Ούτε για τη μάσα, ούτε για το ποιος θα διοικήσει το «χωριό».


Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Εδώ μεταπολιτευτικό καφενείο

Φέτος, ξέχασα το μνημόσυνο του Βασίλη Ραφαηλίδη, οπότε για να εξιλεωθώ, του κάνω την τιμητική για τη σημερινή μέρα. Άλλωστε, τη δική μου γνώμη την είπα πριν δυο χρόνια. Δεν θα άλλαζα λέξη, ούτε θα διαφωνούσα κάπου από αυτά που γράφει εκείνος.

«Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας. Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.

... Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής. Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει. Πράγμα που σημαίνει πως ίσως για την ανανέωση της ελληνικής πολιτικής ζωής σήμερα, πρέπει ίσως να υπάρξει και ένα δεύτερο πολυτεχνείο, και ένα τρίτο, και ένα τέταρτο, μέχρι που να πέσουν οι πολλές δημοκρατικότατες χούντες που προήλθαν απ'τη διάλυση της μεγάλης χούντας.

Όπως και να'ναι, το έπος του Πολυτεχνείου έγινε ένα ισχυρό αντιστασιακό άλλοθι για κείνους που για εφτά χρόνια λούφαζαν, και ξαφνικά έγιναν αντιστασιακοί εν μια νυκτί, καλά προφυλαγμένοι οι περισσότεροι απ' την πολυκέφαλη μάζα που τους περιέβαλλε πανταχόθεν...»


Από την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», του Βασίλη Ραφαηλίδη. (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)


Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο

Όπως και πέρυσι, έτσι και φέτος το ελληνάκι τιμάει τη μνήμη του Βασίλη Ραφαηλίδη καθώς σήμερα συμπληρώνονται 9 χρόνια από τον θάνατό του. Η επιλογή για την ετήσια τιμή της συγκεκριμένης προσωπικότητας δεν είναι τυχαία, αφού ο Βασίλης Ραφαηλίδης ενσωματώνει χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά που ταλανίζουν πολλά ελληνάκια.

Αγαπούσε την πατρίδα του με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Αυτόν μπροστά στον οποίο οι περισσότεροι δήθεν πατριώτες προτιμούν να εθελοτυφλούν. Ο συγκεκριμένος τρόπος είναι αυτός της ειλικρινούς και αμερόληπτης αυτοκριτικής. Της ανάδειξης όλων των αρνητικών συστατικών του ελληνικού κράτους, όχι κακοπροαίρετα ή με σκοπό τον διασυρμό και την εσωτερική διχόνοια, αλλά με ιδιαίτερη αγάπη και σκοπό την εξουδετέρωσή τους. Αυτό δηλαδή που θα έπρεπε να είναι το ελάχιστο καθήκον οποιουδήποτε θα ήθελε να αυτοαποκαλείται «πατριώτης».

Ο Ραφαηλίδης, αν και δηλωμένος Αριστερός, υπήρχε ανέκαθεν επικριτικός προς την ελληνική Αριστερά για τον τρόπο συμμετοχής της στο ελληνικό τσίρκο. Ο άνθρωπος ήταν απλά ρεαλιστής και δεν φοβόταν να αρθρώσει τον ορθό λόγο εκεί που ο παραλογισμός ξεχείλιζε. Μία ιδιότητα που σπανίζει ιδιαίτερα στην κοινωνία μας.

Και επειδή, όπως είχα γράψει και πέρυσι, δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα οι παρουσιάσεις μετά τον θάνατο κάποιου, πόσο μάλλον όταν δεν τον γνώρισα προσωπικά αλλά ακούγομαι λες και μιλάω εκ μέρους του, θα σταματήσω τις προσωπικές απόψεις μου εδώ και απλά θα μεταφέρω δυο-τρία αποσπάσματα από το βιβλίο του «Μνημόσυνο για Έναν Ημιτελή Θάνατο» (1992, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου), ως ελάχιστο φόρο τιμής για τα 9 χρόνια από το θάνατό του.

«…Οι Γερμανοί ελληνιστές, άλλωστε, είναι αυτοί που ανακάλυψαν κάτι περίεργα όντα πλακωμένα κάτω από τα αρχαιοελληνικά ερείπια και είπαν: Κοίτα να δεις, υπάρχουν ακόμα Έλληνες. Πρέπει να τους το πούμε, γιατί οι ίδιοι δεν έχουν ιδέα πως είναι Έλληνες και δεν υπάρχει περίπτωση να το μάθουν από μόνοι τους έτσι που απολιθώθηκε το μυαλό τους. Και ούτω πως, κυρίως χάρη στους Γερμανούς ελληνιστές, προέκυψε η εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων του 18ου αιώνα.»

«Λεν οι μπούφοι: ξέρει ο Θεός. Κι αυτό τους απαλλάσσει απ’ την αγωνία της γνώσης. Λεν οι μπούφοι: έχει ο Θεός, Κι αυτό τους παρηγορεί που αυτοί δεν έχουν. Λεν οι μπούφοι: αν θέλει ο Θεός. Κι αυτό τους λύνει το δύσκολο πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης. Οι «Στοχασμοί» του Πασκάλ θα με μάθουν πως ακόμα κι αυτοί που κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν πίστη στο Θεό, το μόνο που τελικά κάνουν είναι μία απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσουν τον ίδιο τους τον εαυτό πως, με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να χάσουν την πίστη τους στο Θεό. Γιατί θα μείνουν μετέωροι πάνω από ένα τάφο που τους περιμένει απ’ τη μέρα της γέννησής τους. Μ’ άλλα λόγια, αυτό που τους ενδιαφέρει δεν είναι το πρόβλημα της θεότητας αλλά η εξασφάλιση της «αιώνιας ζωής». Γι’ αυτούς προσωπικά.»

«… Από τότε ούτε παπά πλησίασα, ούτε εικόνισμα φίλησα. Για την ακρίβεια, φίλησα εικόνα μία και μοναδική φορά στο Άγιον Όρος, όταν ο καλόγερος που στεκόταν πίσω μου ήταν έτοιμος να με καρπαζώσει αν δεν έσκυβα να φιλήσω κάποιο απ’ τα χιλιάδες «άγια λείψανα» που είναι στοιβαγμένα εκεί. Και δεν ήθελα να δημιουργήσω σκάνδαλο εκεί μέσα, μπροστά σε τόσους περιδεείς απ’ το φόβο του θανάτου, που τον μεταλλάσσουν σε ευσέβεια.»

«Όπως και να ‘ναι, το να ‘σαι νομοταγής και δημοκράτης είναι βαθύτατα ανιαρό. Γι’ αυτό οι δημοκράτες, που πλήττουν υπέρ το δέον, γίνονται πολιτικοί. Όμως, πώς να ομολογήσει κανείς τις, υπαρξιακής τάξεως, πολιτικές του προθέσεις; Αν τις ομολογήσει, μάλλον δεν θα εκλεγεί και δεύτερη φορά. Ο ψηφοφόρος πρέπει να πιστεύει πως η μόνη σου έγνοια, τώρα που έγινες βουλευτής, είναι το συμφέρον του λαού».

«Μόνο όταν ζεις έξω απ’ την Ελλάδα καταλαβαίνεις πως είσαι Έλληνας. Για να ξεχαστείς πως είσαι Έλληνας αρκεί να επιστρέψεις στην Ελλάδα. Αν δε βγεις ποτέ απ’ την Ελλάδα και δεν αποχτήσεις μέτρα συγκρίσεως, είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της κλίμακας, τότε δύο τινά είναι δυνατό να σου συμβούν: Είτε ως γνήσιος βλαξ να πιστέψεις πως είσαι γνήσιος απόγονος ένδοξων προγόνων, προκειμένου να αντέξεις την υπανάπτυξή σου, είτε να αφεθείς στον πλήρη εκβαρβαρισμό, όπως οι κάτοικοι του νοτιότατου άκρου της Βαλκανικής».

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Συναισθηματική πολιτική

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης είχε γράψει κάποτε ότι στην πολιτική δεν χωράνε συναισθηματισμοί. Και πόσο δίκιο είχε! Στην Ελλάδα όμως, που η πολιτική ασκείται κυρίως με κουμπαριές και ρουσφέτια, δεν θα μπορούσε να λείπει κυρίως ο συναισθηματισμός, όχι μόνο στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, αλλά και στην καθημερινή αντίληψη των πολιτών για την πολιτική.

Ο συναισθηματισμός ενδεχομένως να είναι θεμιτός όταν αφορά καθαρά προσωπικά και ατομικά θέματα. Όταν αρχίζει να ξεφεύγει από το ατομικό και βγαίνει στο συλλογικό επίπεδο λήψης αποφάσεων και παραγωγής έργου, τότε δημιουργούνται προβλήματα που εστιάζονται κυρίως στην επικοινωνία και την έλλειψη στοιχειώδους ψυχραιμίας. Γι’ αυτό άλλωστε και όσοι διάλογοι επιχειρούνται να γίνουν πάνω σε σημαντικά ζητήματα της χώρας, συνήθως καταλήγουν σε πλήρη διάσταση απόψεων μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων προσώπων και φορέων.

Αυτός ο υπερβολικός συναισθηματισμός, η έλλειψη του μέτρου και η ευρύτερη αντί-τεχνοκρατική αντίληψη, έχουν βάλει τη γενικότερη νεοελληνική νοοτροπία σε έναν κύκλο όπου ο συναισθηματισμός γεννά την πόλωση, η πόλωση το συναισθηματισμό, κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα φυσικά είναι ο παραλογισμός σε μαζικό επίπεδο, η γενικότερη βραδύτητα με την οποία κινούνται οι μεταρρυθμίσεις σε όλους τους κλάδους της ελληνικής κοινωνίας, καθώς και η ανάδυση στην επιφάνεια στενοκέφαλων και επικίνδυνων ιδεών. Παραδείγματα της τελευταίας κατηγορίας είναι η αστυνομική βία, ο άρρηκτος δεσμός Εκκλησίας - Κράτους, η ακατάπαυστη, εθνικιστική μπουρδολογία για το κακό της Ελλάδας που θέλει όλος ο υπόλοιπος πλανήτης, και οι αντιλήψεις της Σέχτας Ηλιθίων και ομοϊδεατών κρετίνων.

Από την άλλη, η συνεχής εικονική διαμάχη μεταξύ Αριστεράς – Δεξιάς, έχει διδάξει τους πολίτες αυτής της χώρας τα εξής δύο παράδοξα: α) Θα πρέπει να συμμεριζόμαστε τις ιδέες του εχθρού του εχθρού μας, όποιες και αν είναι αυτές, β) Όλες οι ιδέες του εχθρού μας είναι λανθασμένες και κακές. Κυρίως όμως έχει διδάξει ότι στο τραπέζι του διαλόγου πάμε με κλειστά αυτιά προκειμένου να επιβάλλουμε τη δική μας άποψη. Υπό αυτές τις συνθήκες ασκείται τελικά η πολιτική, ο κοινωνικός διάλογος, η «κοινωνική σύγκρουση» στους δρόμους, η επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά και οι περισσότερες δραστηριότητες όλων των Ελληναράδων.

Ο συναισθηματικός πολιτικός λόγος, δίνει την ευκαιρία στον οποιοδήποτε ανίκανο πολίτη αυτής της χώρας να εξασφαλίζει ένα έδρανο στο Κοινοβούλιο επειδή απλά τυχαίνει να επιλέγει τον σωστό λαϊκισμό την κατάλληλη στιγμή. Πολλές φορές, μάλιστα, επειδή τυχαίνει να έχει σπουδαίες αθλητικές ή καλλιτεχνικές επιδόσεις, που… ξεσηκώνουν τα πλήθη (!). Ο παρεμφερής λαϊκισμός που αναλώνει την εσωτερική δομή του εκάστοτε κυβερνόντος κόμματος, ενδεχομένως να προωθήσει τον συγκεκριμένο ανίκανο πολιτικό και σε μία θέση ευθύνης μέσα στο κυβερνητικό σχήμα. Ταυτόχρονα, όμως, η κριτική εναντίον αυτής της κατάστασης, πάλι γίνεται με συναισθηματικούς όρους, είτε από τα ΜΜΕ, είτε από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Μέσα σε όλο αυτό το τσίρκο παραλογισμού, οι πολίτες μαθαίνουν να ζητούν και να διεκδικούν δίκαια ή άδικα αιτήματα μέσω άκρου συναισθηματισμού που πολλές φορές αδικεί έναν δίκαιο αγώνα, είτε επειδή παραβιάζει τους νόμους, είτε επειδή τα αιτήματα αυτά είναι εκτός πραγματικότητας.

Γενικώς μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, χάνεται η ουσία τόσο της πολιτικής, όσο και της διαδραστικής επικοινωνίας Κράτους – πολιτών. Είναι το ίδιο πλαίσιο που διαμορφώνει τη συνείδηση των περισσότερων πολιτών αυτής της χώρας και που έχει δημιουργήσει τη μεγαλύτερη παρεξήγηση της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Ότι, τάχα, Δημοκρατία σημαίνει ο καθένας να μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει.

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Εις μνήμην...

Σήμερα συμπληρώνονται 8 χρόνια από το θάνατο του Βασίλη Ραφαηλίδη. Ένα από τα μεγαλύτερα ελληνάκια της σύγχρονης ιστορίας το οποίο φυσικά υπέφερε ότι υποφέρει κάθε ελληνάκι τη σήμερον ημέρα. Τους Ελληναράδες. Του δόθηκαν απλά κάποιοι χαρακτηρισμοί του στυλ «Αριστερός», «Ανθέλληνας», «Ιδιότροπος στη γραφή» και διάφορα άλλα, όμως φυσικά λίγοι μπόρεσαν να κατανοήσουν πως μόνο ανθέλληνας δεν ήταν. Τύχαινε απλά να μιλάει τη γλώσσα της λογικής και της μόρφωσης, έννοιες που λίγοι αντιλαμβάνονται.

Προσωπικά δεν τα πάω καλά με τις τιμές και δόξες μετά το θάνατο κάποιου, οπότε δεν θα γράψω κάτι παραπάνω. Άσε που έχω θέμα με αυτούς που κατακρίνουν σπουδαίους ανθρώπους όταν είναι εν ζωή και όταν οι τελευταίοι φεύγουν, οι πρώτοι τους τιμάνε και τους δοξάζουν. Δε θέλω λοιπόν να φαμφαρολογήσω περαιτέρω. Το ελάχιστο που μπορώ να κάνω, είναι να μεταφέρω ένα-δυο αποσπάσματα από το συγγραφικό του έργο «Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους 1830 – 1974» (1993, Εκδόσεις Εικοστού Αιώνα).

«...Από τη μια μεριά, πάντως, είχαν δίκιο οι ντόπιοι αγωνιστές, που υπέφεραν τα πάνδεινα επί έξι χρόνια, να φοβούνται τους καλαμαράδες: Δεν ήταν λίγοι αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα όχι για να πολεμήσουν, αλλά για να τη διοικήσουν μετά το αίσιο πέρας του αγώνα. Όμως ο αγράμματος λαός δε μισεί τους καλαμαράδες. Τους μισούν οι μισοαγράμματοι προύχοντες και οι κοτζαμπάσηδες, που πριν την επανάσταση συνεργάζονταν αρμονικότατα με τους Τούρκους. Ο αγράμματος άνθρωπος πάντα κατανοεί τη σημασία που έχουν για μία καλύτερη ζωή τα γράμματα, και πάντα θέλει να σπουδάσει τα παιδιά του. Οι επικίνδυνοι είναι οι κολυβογραμματισμένοι, με τα κολυβογράμματά τους που δεν έλειψαν ποτέ από την Ελλάδα. Και που τη χαντάκωσαν. Επειδή ξέρουν να διαβάζουν την Ιερά Σύνοψη, νομίζουν πως ξέρουν και γράμματα.

Πίσω απ’ αυτή τη διαμάχη κρύβεται ο ανηλεής πόλεμος μεταξύ Ελλήνων της Ελλάδας και Ελλήνων του εξωτερικού, που συνεχίζεται. Οι «εσ» πάντα φοβούνται τους «εξ», διότι οι «εξ» είναι συνήθως πιο εγγράμματοι. Κι όποιος ξέρει γράμματα εξουσιάζει ευκολότερα αυτούς που δεν ξέρουν. Εντάξει, αλλά πουθενά στον κόσμο δε βρέθηκε τρόπος να ασκούν την εξουσία οι αγράμματοι. Εκτός από την Ελλάδα όπου την ασκούν συνήθως οι αγράμματοι, καταπιέζοντας τους ακόμα πιο αγράμματους».

«...Αλήθεια, σκεφτήκατε ποτέ γιατί ακόμα και σήμερα κάποιοι μιλούν περιφρονητικά για τους Φαναριώτες και τους καλαμαράδες; Διότι σε τούτον τον τόπο των αγράμματων και των κολυβογραμματιζούμενων, πάντα μισούν τους εγγράμματους και πάντα φοβούνται τους «ξένους», όπως συνεχίζουν να λεν τους Έλληνες της διασποράς που τώρα ζουν εδώ».

«...Ο Βενιζέλος πασχίζει να βγάλει την Ελλάδα απ΄ το μισοφεουδαρχικό καθεστώς των κοτζαμπάσηδων και να την εκσυγχρονίσει κατά το γαλλικό αστικό πρότυπο. Εις μάτην. Απέτυχε κι αυτός, όπως νωρίτερα ο Τρικούπης. Η Ελλάδα παραμένει και σήμερα ιδιόρρυθμα φεουδαρχική χώρα, με τα τζάκια της, τους κουμπάρους της, τους κομματάρχες της, τις εκλογικές της περιφέρειες που αντιμετωπίζουν εχθρικά η μία την άλλη και πάντα βάζουν τα τοπικά συμφέροντα πάνω από τα εθνικά. Το ζητούμενο και σήμερα στην Ελλάδα παραμένει αυτό που ήταν και στην εποχή του Βενιζέλου. Ο εκσυγχρονισμός. Η Ελλάδα δεν είναι ακριβώς αστική – καπιταλιστική χώρα. Ανήκει στις χώρες του «δύσμορφου καπιταλισμού», όπου ο καπιταλισμός είναι το ζητούμενο».

«...Όλα πήγαν στραβά εξ αρχής στο κράτος που ονομάστηκε Ελλάδα, το 1830 που εμφανίστηκε η νέα Ελλάδα στον ίδιο τόπο που στην αρχαιότητα υπήρχε η Αρχαία Ελλάδα, πράγμα που δημιούργησε μύριες παρανοήσεις όσον αφορά την καταγωγή των Νεοελλήνων, που βέβαια δεν είναι ανάγκη να έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα για να είναι Έλληνες. Ούτε είναι κανείς σώνει και καλά Έλληνας γιατί έτυχε να γεννηθεί στην Ελλάδα. Η ζορισμένη γεωγραφία πολύ μικρό ρόλο παίζει στην εθνικότητα, και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι Αρχαίοι Έλληνες, οι διάσπαρτοι τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο. Άλλωστε, οι Εβραίοι που ΄μέχρι πρότινος δεν είχαν πατρίδα, δεν έπαψαν ποτέ να είναι ο πιο συνεκτικός λαός από εθνολογικής απόψεως.

«Η Ελλάδα ως κράτος», λέει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «ήταν εξαρχής ο Λίβανος των Βαλκανίων». Δηλαδή ένα κράτος εθνικής σκοτοδίνης, χωρίς κανέναν φορέα εθνικής υπάρξεως. Μια απλή ματιά στα κατά καιρούς ελληνικά συντάγματα, λέει ο Κακλαμάνης είναι ικανή για να δείξει την εξ αρχής έλλεχη θεμελίων αυτού του κράτους. Το πρώτο σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει σαν φορέα του κράτους την θρησκεία, πράγμα που γίνεται από ανάγκη διότι αυτοί που πολέμησαν τους Τούρκους δεν είχαν τίποτα άλλο κοινό πέρα της θρησκείας, που δίκαια, συνεπώς, απόχτησε την σημασία που έχει πάντα στην ελληνική διοίκηση.

Στην παράγραφο 2 του συντάγματος της Επιδαύρου δίνεται ο ορισμός του Έλληνα: "Έλληνες είναι όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν".

Πιο τρελός ορισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει, Δηλαδή, αν κάποιος δεν πιστεύει στον Χριστό (προσοχή, το Σύνταγμα δεν λέει στον Θεό) δεν θα ήταν δυνατό να είναι Έλληνας;
Ναι, δεν θα ήταν, ούτε και σήμερα είναι εν πολλοίς δυνατό να είναι Έλληνας. Όμως, ποιος είδε ποτέ την πίστη και την μέτρησε; ρωτάει ο Κακλαμάνης με το διαβρωτικό επτανησιακό του χιούμορ.

Ποιος είναι δυνατό να ξέρει αν εγώ, για παράδειγμα, πιστεύω ή δεν πιστεύω στον Χριστό;
Κι αν εγώ δεν πιστεύω, πράγμα που είναι δικαίωμα μου, αφού η θρησκεία είναι πρόβλημα συνείδησης, τι θα απογίνω, θα με διώξουν από την Ελλάδα ως μη νομιμοποιούμενο συνταγματικώς ως έλληνα;

Ήταν η θρησκεία κριτήριο εθνικής υπάρξεως, ύστερα από τεσσάρων αιώνων συμβίωση του χριστιανισμού με μια συγγενή θρησκεία, τον μωαμεθανισμό, τον οποίο είχε αποδεχτεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ελλάδας;

Τι απέγιναν οι Έλληνες, που έτυχε να είναι Μουσουλμάνοι;

Μα, θεωρήθηκαν Τούρκοι, και εκδιώχθηκαν στην Τουρκία με την ανταλλαγή πληθυσμών, που έγινε βάσει κυρίως του θρησκεύματος.

Και γιατί δυστροπούμε που θεωρούν Τούρκους τους εαυτούς τους οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, που είναι Έλληνες μουσουλμανικού θρησκεύματος;

Το σύνταγμα της Επιδαύρου δεν είναι αυτό που λανσάρει την εξίσωση "πας χριστιανός, Έλλην" και συνεπώς "πάς μουσουλμάνος, Τούρκος";

Και το ερώτημα επικρέμαται: Γιατί το πρώτο Ελληνικό σύνταγμα της Επιδαύρου υποχρεώνεται να ορίσει την εθνικότητα μόνο βάσει ενός συνειδησιακού προβλήματος, της θρησκείας;

Μα, διότι αναγνωρίζει πως όλοι όσοι πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Τούρκων ήταν μεν όλοι Χριστιανοί, , δεν ήταν όμως όλοι Έλληνες. Ήταν και φτωχοί Τούρκοι, και Αρβανίτες, και Βλάχοι, και Σλάβοι, και Πομάκοι, και Γύφτοι - και ότι θες.»



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...