Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Outro

«Υπάρχει μόνο ένα βήμα από τον φανατισμό στην βαρβαρότητα»
- Denis Diderot

Μην κοιτάς που κάθε μέρα όλοι πλακώνονται με όλους. Αν το δεις στο βάθος της υπόθεσης, όλοι βολεμένοι στις κοσμοθεωρίες τους είναι. Βρήκαν ένα πρόχειρο ιδεολογικό στρατόπεδο, απ’ αυτά τα 2-3 που κυκλοφορούν τα τελευταία 3 χρόνια και οχυρώθηκαν με περίσσια βόλεψη, πότε πετώντας βέλη και πότε ορθώνοντας ασπίδες για τα βέλη των άλλων. Σχηματίστηκαν λοιπόν οι «αριστεροί», οι «φασίστες», οι «νεοφιλελεύθεροι» και κάτι ψιλά παράγωγα και θαρρούν όλοι πως ξεμπέρδεψαν με τη συνείδησή τους.

Πριν καν κάνεις κλικ στο λινκ, θα δεις ποιος είναι ο δημιουργός ή ο συγγραφέας. Είναι ο «νεοφιλελεύθερος» Μανδραβέλης; Ο «αντί-καπιταλιστής» Χατζηστεφάνου; Ο «συριζαίος» Βαξεβάνης; Τότε αμέσως αμέσως, δεν χρειάζεται καν να μπεις στον κόπο να διαβάσεις. Πού καιρός για περιεχόμενο; Η σημαία είναι ήδη σηκωμένη στο αντίπαλο στρατόπεδο, οπότε επιβάλλεται επιθετική τοξοβολία. Κάπως έτσι λειτουργεί πλέον και το ελληνικό διαδίκτυο. Γράφει το ελληνάκι; Κάποιοι διαβάζουν τον «αναρχικό», άλλοι τον «λογικό», άλλοι τον «νεοφιλελεύθερο, άλλοι τον «ΓΑΠικό», άλλοι τον «θολοκουλτουριάρη», και πάει λέγοντας. Και το ελληνάκι παλιότερα έμπαινε στη διαδικασία να προσπαθεί να εξηγεί, να αποβάλλει αυτές τις ταμπέλες γιατί στο τέλος χανόταν η ουσία των γραφόμενών του. Αργότερα, διαφάνηκε απλά η ματαιότητα όλων αυτών των εξηγήσεων. Αν ο άλλος θέλει σώνει και καλά, ή έχει την ανάγκη να σε διαβάζει μέσα από συμβατικά φίλτρα που του έχουν πλάσει τα ΜΜΕ ή ο ιδεολογικός γκουρού του, τότε δικαίωμά του να το κάνει. Τί και αν εσύ κράζεις τις ταμπέλες, τα ιδεολογικά στρατόπεδα, τα δόγματα και τους δημαγωγούς. Τί και έχεις και disclaimer πρώτο πρώτο στο ιστολόγιό σου; Αυτά είναι ρητορικές πολυτέλειες την εποχή του συναισθηματικού παρορμητισμού και της συσσωρευμένης οργής.

Παλιότερα, σε εκείνο το άρθρο για τον «ομορφάντρα», της Χριστίνας Ταχιάου, που είχε ξεσηκώσει τα πλήθη του διαδικτύου, η εισαγωγή πήγαινε ως εξής: 

«Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ».

Κάπου εκεί σκάλωσα. Διάβασα και το υπόλοιπο άρθρο, κάπου συμφώνησα, κάπου διαφώνησα. Δεν έχει σημασία. Εγώ είχα κολλήσει στην πρώτη παράγραφο, και συγκεκριμένα σε εκείνο το «Άρα, το λάθος είμαι εγώ». Φαντάστηκα την αρθρογράφο, γνωρίζοντας εξ’ αρχής τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε, να ζωγραφίζει ένα στόχο στο στήθος της σα να λέει «Είπα ότι ήθελα να πω, τώρα βαράτε». Αναγνωρίζοντας εξ΄αρχής ποια «κουμπιά» του νεοέλληνα θα πάταγε και πόσο προβλέψιμη θα ήταν η αντίδρασή του.

Κάπως έτσι νιώθω κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια, λίγο πριν πατήσω «δημοσίευση». Γνωρίζω από την αρχή ότι θα επισκεφτούν την ανάρτηση οι κακόβουλοι, θα ψάξουν στα γρήγορα μία-δυο φράσεις που θα τους τσιτώσει, και θα αρχίσουν τα βέλη. Αντίστοιχα θα έρθουν και οι καλόβουλοι, κυρίως για να φορτώσουνε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις δικές τους φαρέτρες. Και στο τέλος πάντα καταλήγω να λέω «Ξέρεις τι; Αυτά είναι απλά προσωπικές μου αντιλήψεις. Γνωρίζω την υποκειμενικότητά τους, άρα μπορεί να κάνω και λάθος. Αλλά τώρα στα 37 μου, έτσι μου τα σκάει, και επειδή θέλω να τα βγάλω προς τα έξω, τα γράφω σε ένα blog. Πέρα από αυτό, χαλάρωσε…»

Η βολεμένη κοινωνία όμως δεν έχει καιρό για τέτοιου είδους χαλάρωση. Η βολεμένη κοινωνία χρειάζεται δόγματα και ιδεολογικά στρατόπεδα, για να μη δείχνει την ανασφάλειά της. Η βολεμένη κοινωνία θα εκλέξει τους πολιτικούς που την κρατάνε σε αυτή την κατάσταση ώστε να νιώθει ότι πατάει σε κάποιο θεμέλιο. Αν αυτό το θεμέλιο είναι τα φαντάσματα από έναν Εμφύλιο που τέλειωσε πριν 60 χρόνια, ας είναι. Αν είναι ο ψευτοσοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ του ’80, ας είναι. Αν είναι η άνοδος του φασισμού, νόμιμα και με τη βούλα, ας είναι και αυτό. Δε θα τα χαλάσουμε στους ορισμούς. Το βασικό είναι να υπάρχει θεμέλιο. Να υπάρχει το δίπολο του Καλού και του Κακού. Του άσπρου και του μαύρου. Της ευκολίας να ανήκεις κάπου, αντί της συνεχούς αναζήτησης, της αοριστίας, της μη ένταξης.

Οι αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο δεν αραιώνουν επειδή δεν υπάρχει κάτι για σχολιασμό από την επικαιρότητα. Ίσα ίσα. Αραιώνουν γιατί αν έπρεπε να γραφτεί κάτι, τότε θα ήταν μία ανάρτηση που μπορεί να γράφτηκε πριν 3 ή 4 χρόνια. Και η επαναληψιμότητα, για χάρη της επισκεψιμότητας δεν με αφορά ιδιαίτερα. Σε περίπου δύο μήνες, το «ελληνάκι» κλείνει πέντε χρόνια. Και αν ποτέ είχες το χρόνο και τη διάθεση να διαβάσεις κάθε μία από τις 455 αναρτήσεις του ίσως και να διαπίστωνες ότι σε γενικές γραμμές, τα ίδια πράγματα γράφονται. Με η χωρίς μνημόνιο. Με οποιαδήποτε κυβέρνηση και αντιπολίτευση. Πριν και μετά την «αγανάκτηση». Πριν και μετά την είσοδο των νεοναζί στη Βουλή. Επειδή κατά κανόνα το ελληνάκι γράφει με τον ίδιο τρόπο που σκέφτεται και στην πραγματική του ζωή. Σκαλίζει σε βάθος μπας και κατανοήσει τις αιτίες. Με κυνισμό απέναντι στα συμπτώματα γιατί κατανοεί την δευτερεύουσα σημασία τους. Γιατί κατανοεί αυτές τις μπανάλ σαχλαμάρες του Σωκράτη πως όσο πιο πολύ μαθαίνει, τόσο ανακαλύπτει ότι δεν ξέρει μία.

Σε μία ανάρτηση είχα γράψει: «Ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από το τρίγωνο Εξάρχεια – Σύνταγμα – Ομόνοια ή από το ελληνικό timeline του twitter. Τα πολιτισμικά στοιχεία, η ιστορία, οι εμπειρίες και οι ανθρώπινες πράξεις και σκέψεις, είναι χιλιάδες φορές περισσότερες από αυτές με τις οποίες «πνιγόμαστε» καθημερινά. Κάπως έτσι απαξίωσα και τις ταμπέλες, με τις οποίες σε πρήζω κάθε λίγο και λιγάκι. Πνιγόμαστε σε μία κουταλιά μπαγιάτικη σούπα και κάθε φορά που το πολιτικό θερμόμετρο παίρνει φωτιά (sic), μαρτυρούμε τις ίδιες κλειστόμυαλες, ανιστόρητες και εγωκεντρικές απόψεις, η ζύμωση των οποίων μας έχει φέρει ως εδώ. Από πολιτικούς, «ειδήμονες», «τήλε-ευαγγελιστές», και υπερήφανους Ελληναράδες, μέχρι κάτι ένθερμους πιτσιρικάδες που ανακαλύπτουν τον τροχό και θεωρούν υποχρέωσή τους να το φωνάζουν μέσα στα αφτιά μας για χιλιοστή φορά».

Και σε μία άλλη: «Σε άλλες κοινωνίες, υπάρχει ανεκτικότητα για όλη αυτή την πανανθρώπινη σύνθεση. Στη δική μας, τα περιθώρια ανοχής είναι πολύ μικρότερα. Η υποκειμενική οπτική γωνία επισκιάζει αυτό το πολύχρωμο ψηφιδωτό ανθρώπων. Η διαφορετικότητα πάντα ήταν υπό διωγμό στην Ελλάδα, γιατί η έλλειψη εμπιστοσύνης ήταν ανέκαθεν το πρώτο στοιχείο στις κοινωνικές μας επαφές. Υπάρχουν αρκετοί ιστορικοί και κοινωνικοπολιτικοί λόγοι για αυτό και που μας διαφοροποιούν από άλλες, πιο ανεκτικές κοινωνίας, αλλά δεν αφορούν το παρόν».

Κάπως έτσι κατανόησα και  το «λάθος» που λέγαμε. Δεν υπάρχει κανένα λάθος με την κοινωνία μας. Αυτή λειτουργεί όπως λειτουργεί, με τους πολίτες της, τους πολιτικούς που εκλέγουν και τα σκεπτικά τους σε μία διαρκή ζύμωση. Με τους «πασόκους», τους «αριστερούς», τους «νεοφιλελεύθερους», τους «αντιεξουσιαστές» και τους «φασίστες». Σε ένα εσωστρεφές φάσμα ιδεολογιών που φτάνει κοντά στους δύο αιώνες τώρα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο παίζεται το παιχνίδι και σε αυτό καλείται να παίξει όποιος θέλει να αναγνωρίζεται ευρέως η γνώμη του. Εγώ αδυνατώ πλέον να συνεχίσω σε αυτό το παιχνίδι. Αναγνωρίζω ότι το λάθος τελικά είμαι εγώ.


Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

Bonanza

Ευτυχώς η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη από ένα "καλώς έκλεισε η ΕΡΤ" ή "κακώς έκλεισε ΕΡΤ". Είναι επίσης και πιο σύνθετη από ένα "θα μείνουν στο δρόμο παιδιά των 700 ευρώ" ή ένα "επιτέλους τα λαμόγια με μισθούς 200.000 θα απολυθούν". Η πραγματικότητα δεν έχει ούτε πολιτική θέση, ούτε αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα σε τέτοια θέματα, συνήθως ισορροπεί ανάμεσα σε κάποια νούμερα, διακριτές καταστάσεις, γενικότητες και τις ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις.

Έχει χιλιοειπωθεί σε αυτό το ιστολόγιο πόσο ανούσια είναι η μανιχαϊστική προσέγγιση στα θέματα της επικαιρότητας. Πόσο άκαρπο αλλά και επικίνδυνο είναι να βλέπουμε μόνο άσπρο και μαύρο σε ένα μονόχνοτο επίπεδο, σε καταστάσεις που εξ΄ορισμού είναι πολύχρωμες και πολυεπίπεδες. Η ένταση της πλειοψηφίας των αντιδράσεων, τόσο αυτών που εναντιώθηκαν στο κλείσιμο, όσο και αυτών που γέμισαν με πανηγυρικές ιαχές τα social media, απέδειξαν όχι μόνο ότι πλέον έχει χαθεί η ψύχραιμη σκέψη και το μέτρο στην κοινωνία, αλλά και ότι η κάθε αντίληψη ή άποψη έχει οχυρωθεί πλέον πίσω από αντιδιαμετρικά δογματικά τείχη αρνούμενη τον οποιονδήποτε διάλογο ή την αμοιβαία κατανόηση που τόσο ανάγκη έχουμε ως κοινωνία.

Η ερώτηση «Έπρεπε να κλείσει η ΕΡΤ;» δεν είναι ειλικρινής. Οποιαδήποτε απάντηση θα έπρεπε να ξεκινήσει με ένα «Εξαρτάται». Η δικιά μου απάντηση, για παράδειγμα, θα ήταν «Έπρεπε βασικά να συρρικνωθεί και να εξυγιανθεί. Να καθαρίσει η ίδια το όνομά της βγάζοντας έξω τα λαμόγια, τα βύσματα και τους αργόμισθους, περικόπτοντας αυτούσια δαπάνες, κρατώντας το πραγματικά εργαζόμενο προσωπικό». Όμως αυτό, ποιος δημόσιος οργανισμός και ποιος κλάδος το κάνει πραγματικά υπό το πλαίσιο της νεοελληνικής νοοτροπίας; Από την άλλη, αν τελικά η μοναδική λύση ήταν ο ακαριαίος θάνατος με συνοπτικές αποφάσεις (τις οποίες παρεμπιπτόντως δεν τις είδαμε για όλες τις δανειοδοτήσεις και τις παράνομες εκπομπές τηλεοπτικού σήματος των ιδιωτικών καναλιών), σημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν ήταν ικανή να εξυγιάνει την ΕΡΤ και εφάρμοσε την τακτική «πονάει δόντι, κόψει κεφάλι». 

Άρα, καλώς έκλεισε η ΕΡΤ, αλλά αυτό έγινε με τον χείριστο δυνατό τρόπο, με τις γνωστές οριζόντιες περικοπές επί χλωρών και ξερών, προκαλώντας το δημοκρατικό αίσθημα του κάθε λογικά σκεπτόμενου πολίτη αυτή της χώρας. Και φυσικά το οποιοδήποτε κυβερνητικό δίκαιο χάνεται τη στιγμή που ανάμεσα στο αργόμισθο και λαμογιακό προσωπικό της ΕΡΤ, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που ούτε είχαν τη συνδικαλιστική δύναμη, αλλά ούτε και τα μέσα να προκαλέσουν οι ίδιοι την εξυγίανση του οργανισμού τους. Χάνεται επίσης το κυβερνητικό δίκαιο, όταν αποφασίζεται και διατάσσεται το κλείσιμο της ΕΡΤ μιλώντας για εξυγίανση και περικοπή της κρατικής σπατάλης, την ώρα που Δημόσιοι Οργανισμοί με πραγματικά κανένα αντικείμενο, συνεχίζουν να λειτουργούν υπερστελεχωμένοι με στρατιές βυσματούχων και «παιδιών» του πελατειακού Κράτους.

Όμως η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση, θερμοί οπαδοί του πελατειακού Κράτους, γνωρίζουν πως η κοινωνία δεν θα ασχοληθεί με αυτές τις «παραβλέψεις», γιατί η ίδια κοινωνία έχει οπαδοποιηθεί ήδη ανάμεσα στα δόγματα που της σερβίρουν και που αυτοδημιουργεί. Έτσι συνεχίζουν να παίζουν το πολιτικό τους παιχνίδι, ενδεχομένως με μία αίσθηση ικανοποίησης παρατηρώντας αφ’ υψηλού αυτή την παράλογη πόλωση και την ασπρόμαυρη ερμηνεία της πραγματικότητας.


Τρίτη 4 Ιουνίου 2013

Intermission #74 (Amagi edition)

Από το "About" του Amagi Radio

Το Amagi Radio είναι ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο που γεννήθηκε από το «Οχ, Θε μου...», μια εκπομπή που στηρίχτηκε στους φίλους της, στη μαγεία των συνεργατών της, στην ποιότητα των καλεσμένων της και στη διαδραστικότητα που ανέπτυξε με τους ακροατές της.

Μιλάμε για θέματα πολιτιστικά, συζητάμε για πολιτική, διαφωνούμε και αναρωτιόμαστε, ακούμε μουσική και σχολιάζουμε την επικαιρότητα πάνω από δύο χρόνια τώρα — και εντέλει ήρθε η ώρα να αυτονομηθούμε και, γιατί όχι, να μεγαλώσουμε.

Μεγαλώσαμε λοιπόν.

Εκπέμπουμε πια από τον ολόδικό μας σταθμό, είμαστε όλο το εικοσιτετράωρο στον αέρα, η εκπομπή γίνεται τετράωρη, οι συνεργάτες μας αυξάνονται, νέες εκπομπές θα δημιουργηθούν σιγά-σιγά —επίσης από (πανάξιους) φίλους—, γιατί το θέλαμε πολύ, και γιατί το ζητάει και ο καιρός.

Amagi, στη γλώσσα των Σουμερίων, σημαίνει «ελευθερία». Κι άλλες γλώσσες χρησιμοποιούσαν τη λέξη πιο πριν, αλλά οι Σουμέριοι ήταν οι πρώτοι που την κατέγραψαν στην υπέροχη σφηνoειδή γραφή τους.


Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Το χέρι από το παράθυρο

Εσύ μπορεί να είσαι άνετος, κουλ και χάι, αλλά εγώ πολλές φορές δεν μπορώ να ανασάνω. Μη φανταστείς τίποτα παράνοιες, καταθλίψεις και βαθιές κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Όχι. Εγώ σχεδόν κάθε μέρα έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι που βλέπεις κι εσύ και σου είναι οικείο. Ειδικά τώρα το καλοκαίρι. Το ξέρω πως θα γελάσεις, αλλά θα προσπαθήσω να σ’ το δώσω να καταλάβεις.

Πώς να το πω… Να, με τρομάζει αφάνταστα όταν βλέπω αυτό το χαλαρό χέρι που κρέμεται σαν πεθαμένο έξω από το παράθυρο του οδηγού. Ολόκληρο όμως. Από τη μασχάλη μέχρι ίσα κάτω. Λίγο πάνω από την άσφαλτο. Μερικά έχουν κι ένα τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Δεν το μπορώ αυτό το πεθαμενατζίδικο. Με ανακατεύει η σκέψη ότι στην προέκταση αυτού του χεριού βρίσκεται ένας άνθρωπος που απαξιώνει την ασφάλεια τη δική του και των γύρω του. Που δείχνει σα να έχει πεθάνει τόσο πολύ μέσα του, που στην πρώτη ευκαιρία ρίχνει έτσι άκομψα και επιδεικτικά το αριστερό του χέρι έξω από το παράθυρο σα να σκέφτεται ότι, ακόμα και αν του έπεφτε στο δρόμο, δε θα τον ένοιαζε. Πολλές φορές φαντάζομαι αυτό το τριχωτό χέρι με τα κιτρινιασμένα δάχτυλα να δέρνει το παιδί του ή τη γυναίκα του. Να ρίχνει μούντζες. Να κοπανάει με δύναμη το τραπέζι όταν διαφωνεί. Να κουνάει επιδεικτικά το δάχτυλό του και να φωνάζει, να απειλεί, να τεντώνεται σε «ξερεισποιοσειμαιγωρεσμούς». Το βλέπεις και στο δρόμο. Συζητάει με τον συνοδηγό, και το χέρι πότε κοπανάει στην πόρτα, πότε τεντώνεται οριζόντια με νευρικούς σπασμούς στην παλάμη, πότε είναι έτοιμο να σ’ αρπάξει, κι έτσι χωρίς λόγο να σε κοπανάει με δύναμη πάνω στο αμάξωμα. Να ρίχνει στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που τα εκφράζει όλα αυτά όσο καλύτερα γίνεται. Δεν έχει πολιτική ή ταξική ταυτότητα. Το βλέπεις σε Cayenne, το βλέπεις και σε κάτι σαράβαλα.

Τέτοια πράγματα. Τέτοιες εικόνες. Τέτοιες παράνοιες με αυτό το χέρι. Με φοβίζει ο τσαμπουκάς σε ετοιμότητα και ο ωχαδερφισμός που βγάζει. Αυτή η επίδειξη απάθειας που μοστράρει μπροστά στα μάτια μου προσπερνώντας με 100 χλμ./ώρα. Το ίδιο και όλοι αυτοί οι συνειρμοί που βγάζει, χωρίς καν να ξέρω τον άνθρωπο που το κρεμάει έτσι έξω από το παράθυρο.


Αυτά είναι, που λες, τα δικά μου προβλήματα. Ούτε οι πολιτικοί, ούτε τα κόμματα, ούτε τα μνημόνια, οι αγανακτισμένοι, οι Τσολάκογλου το Δ΄ Ράιχ, οι Μπόμπολες, οι Αλαφούζοι, οι συριζοκαμμένοι, και ξέρω γω τι. Αυτό το χέρι με φρικάρει. Που, με ή χωρίς μνημόνια, εθνοπροδότες και εθνοσωτήρες, θα συνεχίσει να κρέμεται με την ίδια απάθεια για τους γύρω του. Όπως κρέμεται χρόνια τώρα, και τελευταία απλά μουντζώνει δεξιά και αριστερά μπας και εξιλεωθεί.



Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Απεργία η ελληνική

Η απεργία εδραιώθηκε ως αναπόφευκτο μέσο αντίδρασης στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που η βιομηχανική επανάσταση άλλαζε ραγδαία τις κοινωνικές δομές και τις υπάρχουσες τάξεις. Ελλείψει της αστικής τάξης, που μετέπειτα λειτούργησε ως ένα είδος φίλτρου ανάμεσα στα ανώτερα και κατώτερα οικονομικά στρώματα, αλλά και ελλείψει οποιασδήποτε εργατικής νομοθεσίας και δικαιοδοσίας, αναγκαστικά η απεργία αποτέλεσε τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης εργατών και υπαλλήλων για τις αδικίες που πολύ συχνά έπρεπε να υποστούν. Εξαντλητικά ωράρια, 6-7ήμερη εργασία, μισθοί αποσυνδεμένοι από την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, ανθυγιεινές συνθήκες και ανυπαρξία οποιασδήποτε επαφής και διαλόγου με την εργοδοσία, ήταν μερικά από τα στοιχεία που έπρεπε να ανταπεξέλθουν εκατομμύρια άνθρωποι, προκειμένου να επωφεληθούν με ένα απειροελάχιστο ποσοστό από τον πλουτισμό των εκάστοτε ελίτ.

Η απεργία βασίστηκε στο απλό σκεπτικό ότι εφόσον δεν υπήρχαν νόμοι ή καλλιεργημένη κοινωνική συνείδηση που θα «κατανοούσε» και θα προστάτευε τους εργαζόμενους από αυτά τα στοιχεία, ο μόνος τρόπος για να έρθει η οποιαδήποτε εργοδοσία σε διάλογο, θα ήταν να ζημιωθεί οικονομικά ώστε να κατανοήσει την πραγματική παραγωγική αξία των εργαζομένων. Άρα βασική αρχή της απεργίας ήταν πρωτίστως η οικονομική ζημιά της εργοδοσίας, που στη συνέχεια θα εξαναγκάζονταν σε διαπραγμάτευση με τα όποια αιτήματα των εργαζομένων. Ένας άτυπος εκβιασμός που αφορούσε κυρίως τον κλειστό κύκλο της σχέσης εργαζόμενου - εργοδότη.

Τα χρόνια πέρασαν, η δημοκρατία αναπτύχθηκε στα δυτικά κράτη, η αστική τάξη διογκώθηκε και μαζί με τις κοινωνικές απαιτήσεις για βελτίωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, επήλθε και βελτίωση των εργασιακών που συνεχώς, ακόμα και σήμερα μοιάζουν με ένα παιχνίδι «tug-o-war» που προσαρμόζεται στις εκάστοτε οικονομίες. Σε κάθε περίπτωση όμως, υπάρχει η εργατική νομοθεσία, η συνεχής έρευνα για την ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία, και θεσμικοί μηχανισμοί στους οποίους μπορεί καταφεύγει ο εργαζόμενος. Οι απεργίες εξελίσσονται συνήθως μετά από διαρκή διάλογο, ως ύστατη λύση και ως μέσο πίεσης σε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα.

Στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίχθηκαν ελαφρώς διαφορετικά. Ενώ ακολουθήθηκε κουτσά στραβά το ίδιο μοντέλο, οι απεργίες άκμασαν κυρίως στο χώρο του Δημοσίου Τομέα, όπου όσον αφορά το καθεστώς της εργοδοσίας, ισχύει κάτι που συνεχώς ξεχνάμε. Ότι εργοδότης δεν είναι η εκάστοτε Κυβέρνηση, αλλά το Κράτος. Δηλαδή, ένα σύνθετο μόρφωμα όπου η μισθοδοσία εξασφαλίζεται από τους πόρους των πολιτών, και η διαχείριση από ανώνυμα τμήματα που ονομάζονται Υπουργεία και κατά κανόνα εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα. Έτσι, σε οποιαδήποτε απεργία στον Δημόσιο Τομέα, ο εργοδότης που ζημιώνεται οικονομικά είναι οι πολίτες, και αυτός που ζημιώνεται, ας πούμε θεσμικά, το εμπλεκόμενο Υπουργείο. Δεν υπάρχει σαφής, επώνυμος εργοδότης που θα καταγράψει ζημιές, πέρα από κάποιο ενδεχόμενο πολιτικό κόστος. Και στην ουσία, αυτό το τελευταίο είναι στο οποίο στοχεύουν οι όποιες απεργίες. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, ένα είδος δυσφήμισης για το χαρτοφυλάκιο του εκάστοτε Υπουργού που ενδεχομένως να ξεσηκώσει κάποια αόριστη κοινωνική αποδοχή.

Οι ελληνικές απεργίες στον Δημόσιο Τομέα παίζουν στην ίδια σκακιέρα που παίζεται το πολιτικό παιχνίδι της μεταπολίτευσης εδώ και 30 χρόνια. Αυτό όπου απλά κομματικοί στρατοί και συγκεκριμένα συμφέροντα αλληλοσυγκρούονται. Οργανωμένες συντεχνίες, ή μεμονωμένες κλαδικές περιπτώσεις, προσπαθούν με πολιτικό τρόπο (και φυσικά με τη στήριξη κάποιου συστημικού κόμματος) να εκβιάσουν καταστάσεις, πάντα όμως εντός της ίδιας σκακιέρας. Ποτέ σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία, άσχετα αν τελικά, επί του πρακτέου, ο εργοδότης τους είναι η υπόλοιπη κοινωνία, η ευρυθμία της οποίας ζημιώνεται άμεσα από την απεργία. Γι' αυτό και οι συγκεκριμένοι απεργοί φροντίζουν να διανθίζουν τις κινητοποιήσεις τους με εθνοπατριωτικές φανφάρες, και συνεχώς αναφέρονται στο συμφέρον του λαού. Γενικά και αόριστα. Απλά για να δημιουργήσουν έναν εικονικό κρίκο που θα συνδέσει την κοινωνία με τα αιτήματά τους. Το κομματικοποιημένο ελληνικό Κράτος, που εδώ και 190 σχεδόν χρόνια γίνεται βορά σε διάσπαρτα πολιτικά και οικονομικά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, απλά προσφέρει το έδαφος για τέτοιου είδους παιχνίδια που τελικά αφορούν μόνο το ίδιο το σύστημα και όχι την κοινωνία. Η τελευταία, απλά κάνει υπομονή ή αναλώνεται σε ανούσιες ρητορικές που, καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού, ανάγουν ρεαλιστικά προβλήματα σε ιδεοπολιτικά.


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Χαρές και πανηγύρια


Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν οι θετικές εκτιμήσεις για την οικονομική πορεία της χώρας, ενώ καταγράφεται μία ευρύτερη αλλαγή οικονομικού κλίματος σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτή την αλλαγή, προσπαθεί με κάθε τόνο να δημιουργήσει μία αίσθηση βελτίωσης για ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα  οικονομικά στοιχεία, ειδικά αυτά που διασταυρώνονται εντός και εκτός της χώρας δεν μπορώ να τα αμφισβητήσω. Για το δεύτερο όμως, που αφορά την διάχυση αισιοδοξίας της κυβέρνησης, έχω πολλούς λόγους να διατηρώ τις επιφυλάξεις μου.

Όσοι παρακολουθούν τακτικά το παρόν ιστολόγιο, γνωρίζουν πως η απαισιοδοξία, η μιζέρια και η κακομοιριά είναι κόκκινο πανί για τον γράφοντα, αφού μόνο στοιχεία οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού μπορούν να αποτελούν. Το ζητούμενο είναι πάντα ο ρεαλισμός, όμως με μία πινελιά συνεχούς αισιοδοξίας που θα δίνει ώθηση σε ότι δημιουργικό και αναπτυξιακό μπορεί να έχει απομείνει σε αυτή τη χώρα. Και σε ότι αφορά τις προχειροστημένες ιαχές νίκης της κυβέρνησης, ο ρεαλισμός επιτάσσει μία επιφυλακτική αμφισβήτηση.

Διότι, αλλαγή οικονομικού κλίματος που δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή κοινωνικού, θεσμικού, δομικού και πολιτικού περιβάλλοντος, σημαίνει στην ουσία καμία αλλαγή. Πάλι εστιάζουμε στα συμπτώματα και όχι τις αιτίες. Πάλι ανάγουμε τα δομικά και θεσμικά προβλήματα της χώρας σε «φράγκα». Και το χειρότερο είναι πως όσα μαθήματα μπορούσαμε να πάρουμε από την χρεοκοπία του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου της τελευταίας 30ετίας, τα αφήσαμε στην άκρη. Με τα πρώτα θετικά οικονομικά σημάδια, το υπάρχον πολιτικό σύστημα άρχισε ήδη να επιστρέφει στον παλιό καλό γνώριμο πελατειακό, σαθρό και διεφθαρμένο μηχανισμό σπατάλης του δημοσίου πλούτου χωρίς αναπτυξιακές πολιτικές. Βγάζοντας πάλι στην επιφάνεια νοοτροπίες από τις οποίες τρία χρόνια τώρα προσπαθούμε να απαλλαγούμε.

Επιστρέφουν τα stage. Άχρηστοι και άεργοι δημόσιοι οργανισμοί που λειτουργούν ως δεξαμενές κρατικοδίαιτων βυσματούχων και κατάφεραν να «επιβιώσουν στην καταιγίδα», παραμένουν ακέραιοι. Οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κατακρεουργήθηκαν. Το μεταναστευτικό το ίδιο. Παραμένει ασταθές το επιχειρηματικό κλίμα με συνεχώς μεταβαλλόμενό φορολογικό και γραφειοκρατικό σύστημα. Με έκτακτες φορολογήσεις που εξυπηρετούν πρόχειρα «μπαλώματα» και όχι ρεαλιστικούς οικονομοτεχνικούς σχεδιασμούς που θα διασφάλιζαν τις όποιες κρατικές υποχρεώσεις. Αυτές που θα μπορούσαν σταδιακά να βελτιώσουν τα κοινωνικά αγαθά της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής ασφάλισης και άλλων παροχών. Μεταρρυθμίσεις που θα έσπαγαν εις βάθος τα θεμέλια του σαθρού σπάταλου και άδικου κρατικοδίαιτου κτίσματος και θα δημιουργούσαν βάσεις για κάτι νέο και εκσυγχρονιστικό, έμειναν να αραχνιάζουν σε φάκελους. Από αυτούς που παρουσιάζουμε σε κάθε αξιολόγηση της τρόικας για να δείχνουμε την καλή μας θέληση. Μελέτες για την άμεση και πλήρη μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, μένουν επίσης κάπου αραχνιασμένες. Ίσως επειδή δεν έχει βρεθεί ο «κατάλληλος» ανάδοχος/ κουμπάρος. Ίσως επειδή μία τέτοια κίνηση θα καθιστούσε άχρηστες τις εκατοντάδες κοστοβόρες, χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες που μπορεί να ταλαιπωρούν και να καθυστερούν μία ολόκληρη κοινωνία και οικονομία, αλλά αν μη τι άλλο διασφαλίζουν μερικές εκατοντάδες θέσεις εργασίας στους «πελάτες» του συστήματος. Αυτού που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να διατηρήσει το βολικό του status quo. Και βέβαια σε σοβαρά κοινωνικά ζητήματα όπως η έξαρση του φασισμού και του ρατσισμού, βγάζουμε έναν νόμο και θαρρούμε πως ξεμπερδεύουμε με ένα από τα πιο σύνθετα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας.

Δεν είναι το πρόβλημα οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούνται να εργαστούν και να παράγουν. Η ευρύτερη Δημόσια Διοίκηση και ο τρόπος που διαχειρίζεται τις υλικοτεχνικές δομές και αξιολογεί το ανθρώπινο δυναμικό. Διεξάγεται η γνωστή αντιπαράθεση γύρω από τους δημόσιους υπάλληλους, ενώ τελικά το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στις δαιδαλώδεις και αναχρονιστικές δομές ολόκληρης της Δημόσιας Διοίκησης. Αυτές που ευνοούν το πελατειακό κράτος. Αυτές που αποτελούν τροχοπέδη στην αποδοτικότητα, τη διαφάνεια και την εξυπηρέτηση των δημοσίων υπηρεσιών, δηλαδή τα στοιχεία που θα αποτελούσαν αναπτυξιακούς παράγοντες όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για την εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της κοινωνίας.

Η κοινωνία, και κατ’ επέκταση οι πολιτικοί και κυβερνητικοί κύκλοι ή δεν έχουν καταλάβει τίποτα, ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Με το ίδιο πάθος που είχε εκφραστεί η οργή και η αγανάκτηση πριν τρία χρόνια από την κοινωνία, σήμερα η κυβέρνηση προσπαθεί να στήσει αποχαιρετιστήριο πάρτι για την κρίση. Όπως πριν τρία χρόνια, έτσι και τώρα μου είναι ξεκάθαρη η υποκρισία. Η αμοιβαία. Αυτή που οδηγεί μία ολόκληρη χώρα να χορεύει ή να πλακώνεται γύρω από το πρόβλημα και όχι συλλογικά αντιμέτωπη με αυτό.



Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το παγκάκι της κυρίας Δημουλά

*** UPDATE στο τέλος ***

Αναδημοσιεύω από άρθρο της LiFO:

Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται σήμερα στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.   Συγκεκριμένα γράφει:   «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν' ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων.   Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».

Το άρθρο συνεχίζει και με κάποιες εξτρά πληροφορίες, που δεν έχουν και τόση σημασία.

Η μεγαλύτερη νίκη της Χρυσής Αυγής δεν ήταν η είσοδός της στη Βουλή, αλλά η αυτόματη κατάρρευση των νεοελληνικών κοινωνικών ταμπού απέναντι στον ρατσισμό. Η ξενοφοβία, οι δηλώσεις μίσους και η απέχθεια προς το διαφορετικό, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πήραν ένα γενικότερο κοινωνικό συγχωροχάρτι προκειμένου να εκφράζονται ανοιχτά, επώνυμα και από οποιονδήποτε. Είτε αμόρφωτο, είτε μορφωμένο, είτε άνθρωπο της τέχνης και των γραμμάτων.

Και παρόλο που το παρόν ιστολόγιο συνεχίζει να αραιώνει όλο και περισσότερο τις αναρτήσεις του για να μην επαναλαμβάνεται συνεχώς, το θέμα της ανόδου του ρατσισμού και του φασισμού θα πρέπει πάντα να παραμένει σε μία κατάσταση διαρκούς επαγρύπνησης. Διότι, όσο και αν έχουν αναλυθεί τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην «εκτόξευση» της Χρυσής Αυγής, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι η σταδιακή απορρόφηση της ρητορικής μίσους από την κοινωνία μας. Η ευρύτερη αποδοχή ότι κάπου κάπου δεν έγινε και τίποτα να πέφτει καμιά ανάποδη. Ότι δεν έγινε και τίποτα αν συνεχώς διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε Πακιστανούς, Αλβανούς και Έλληνες. Ότι έχουμε αποδεχτεί πως οι υπηρέτες του πολιτεύματος είναι όλοι διεφθαρμένοι προδότες, οπότε η λύση θα έρθει είτε από «χαρισματικούς» ηγέτες είτε από την εκτενή αυτοδικία.

Σε μία πολιτισμένη κοινωνία, η Κα Δημουλά δεν θα μπορούσε να πει αυτά που είπε, τόσο ανοιχτά και ανέμελα, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσε να βρει τον κατάλληλο διαλεκτικό τρόπο ώστε να τα εκφράσει χωρίς να βρει μία σειρά από επικοινωνιακά εμπόδια ανάμεσα στην ίδια και το κοινό της. Θα ήταν, ίσως, αδύνατο για την μέση κοινωνική συνείδηση να συνδυάσει το πνεύμα της με τα λεγόμενά της και στην καλύτερη των περιπτώσεων, μάλλον θα εισέπραττε αμήχανα περιπαιχτικά γέλια. 


UPDATE

Από σχόλιο αναγνώστη, ολόκληρη η ομιλία της κυρίας Δημουλά εδώ. Προκύπτουν δύο συμπεράσματα:
α) Η Κα Δαμιανίδη παραποίησε ξεκάθαρα, και προφανώς σκόπιμα, τη φράση με τα παγκάκια καθώς και άλλες προτάσεις της κυρίας Δημουλά, προσπαθώντας να προσάψει το ρατσιστικό στοιχείο σε ολόκληρη την ομιλία.
β) Η διάκριση των κατοίκων της Κυψέλης σε ξένους και Έλληνες από την κυρία Δημουλά παραμένει.

Όπως έγραψα και αλλού, η κυρία Δημουλά δεν είναι το κεντρικό θέμα της ανάρτησης αλλά η αφορμή. Το σκεπτικό και το περιεχόμενο της ανάρτησης δεν αλλοιώνονται.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...