ελληνάκι, το [eliˈnakʲi] (αντιθ. Ελληναράς), 1.αυτός που κατάγεται από την Ελλάδα ή που ανήκει στο ελληνικό έθνος και που είναι υποχρεωμένος να ανέχεται Ελληναράδες. 2. αυτός που έχει ελληνική ιθαγένεια ή υπηκοότητα και αυτό δεν το θεωρεί προτέρημα σε σχέση με ιθαγενείς ή υπηκόους άλλων κρατών.
[λόγ. < αρχ. *Ελλην, αιτ. -άκι]
Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012
Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012
Οι εκλογές στον βωμό της ιδιώτευσης
Η επίκληση για εκλογές είναι αδιαμφισβήτητα μία άκρως δημοκρατική ενέργεια. Το να θέτεις όμως ψευδοδιλήμματα τύπου «άνθρωποι ή ντουβάρια» στο θέμα των εκλογών τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο είναι είτε πολιτική σκοπιμότητα είτε εφηβική αφέλεια. Μπορούμε έτσι να ασκούμε το εθνικό σπορ και να μιλάμε με τις ώρες σε θεωρητικό επίπεδο για την αποκορύφωση του δημοκρατικού μας δικαιώματος που είναι οι εκλογές, αποφεύγοντας περίτεχνα το διά ταύτα της πραγματικότητας.
Παρατηρώντας το μένος ορισμένων και την επιμονή για την άμεση διεξαγωγή εκλογών, μου δημιουργήθηκαν κάποιες απλές απορίες. Ας παρακάμψουμε τα αυτονόητα, όπως το γεγονός ότι έχουν περάσει μόλις 2,5 χρόνια από τις προηγούμενες εκλογές ή ότι, παρά τους αλαλαγμούς δεξιόθεν και αριστερόθεν, συνταγματικά δεν υπάρχει κάποιο κώλυμα με την παρούσα κατάσταση, και ότι αν τελικά το πρόβλημα ήταν ο ΓΑΠ που παραπλάνησε το εκλογικό σώμα με μία και μόνο φράση, τότε αυτός έχει φύγει ουσιαστικά από τη μέση. Ας παρακάμψουμε και την «αυτιστική» εμμονή του κ. Σαμαρά με την εξουσία, και τη διαχρονική ασέβεια της Αριστεράς σε όλα σχεδόν τα εκλογικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
Καταρχάς, είχα την αίσθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας μας θεωρεί, και δικαίως μάλιστα, ότι το υπάρχον πολιτικό σύστημα είναι σάπιο και πρέπει να αλλάξει. Ποιο είναι αυτό το νέο μαζικό ιδεολογικό ρεύμα που έχει μετασχηματιστεί σε πολιτικό κόμμα και διεκδικεί άμεση είσοδο στη Βουλή για να μεταμορφώσει τη σαπίλα σε κάτι νέο; Τον «Νεοέλληνα» του Τζιμάκου δεν τραγουδάει ο αριστερός χώρος; Πότε πρόλαβε και πέθανε ο «νεοέλληνας» και γεννήθηκε ο σωστός, υπεύθυνος και κοινωνικός Έλληνας για να αναδείξει τους σωστούς και υπεύθυνους εκπροσώπους του στο κοινοβούλιο που θα καθαρίσουν τη σαπίλα;
Το πλέον εμφανές είναι ότι υπό τη σκιά του αντι-μνημονιακού λάβαρου, άνοδο σημειώνουν άκρως συντηρητικά κόμματα τόσο από τον χώρο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Εν τέλει, όσο «μπαλαμουτιασμένα» και αν είναι τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, δεν παύουν να δείχνουν μία σχετικά ρεαλιστική εικόνα. Πράγμα που όπως έχει επαναληφθεί πολλάκις, είναι απόλυτα φυσιολογικό εν μέσω οικονομικής ύφεσης και λιτότητας. Το ότι είναι φυσιολογικό όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφεθούμε σε αυτό λες και μέσα στην αβουλία μας βάζουμε τον αυτόματο πιλότο που θα ανεβάσει στην εξουσία συντηρητικά, εθνικιστικά και οπισθοδρομικά στοιχεία.
Άξιο προβληματισμού είναι επίσης το ποσοστό αποχής ή η ευκολία που αναμασιέται η προτροπή για λευκή ή άκυρη ψήφο. Ποια ακριβώς είναι η αντίληψη των «εκλογολάγνων» για την συνεισφορά των παραπάνω στην πολιτική και δημοκρατική ποιότητα του συστήματος; Η είσοδος της Χρυσής Αυγής στον Δήμο Αθηναίων, και η ενδεχόμενα οριακή είσοδός της στη Βουλή, χάρη στην αποχή, δεν ταρακουνάει την συνείδηση κανενός; Εκτός πια αν ως πολίτες έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ιδιώτευσης που στην απεγνωσμένη επιθυμία μας να έρθει το μάνα εξ ουρανού επιτρέπουμε τέτοιες καταστάσεις με οποιοδήποτε τίμημα.
Φυσικά και να ανατρέψουμε το υπάρχον πολιτικό τέλμα, και φυσικά να αλλάξουμε τη σύσταση της υπάρχουσας Βουλής. Φυσικά και να εκφράσουμε γνώμη και βούληση για τις παρούσες κρίσιμες καταστάσεις. Το ανακάτεμα της τράπουλας όμως με τα ίδια σημαδεμένα φύλλα δεν προσφέρει κάτι νέο στο υπάρχον παιχνίδι.
Υπάρχει βέβαια πάντα και ο απόλυτα σεβαστός αντίλογος που προτάσσει ότι στον βωμό της δημοκρατίας, οποιαδήποτε συνθήκη είναι υποδεέστερη. Έτσι αν οι Έλληνες πολίτες αποφασίσουν να αναδείξουν μία Βουλή με το υπάρχον σάπιο και συντηρητικό πολιτικό σύστημα θεωρώντας ότι με κάποιον μαγικό τρόπο θα βελτιώσει την κατάσταση, έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Μέχρι στιγμής άλλωστε, η εναλλακτική πρόταση στην υπάρχουσα κατάσταση είναι η «μπέσα», το τσαγανό, ο τσαμπουκάς και η εθνική απομόνωση. Εάν θεωρούμε ότι αυτά εκφράζουν την πλειοψηφία της ηθικής της κοινωνίας μας, πολύ σωστά η δημοκρατία θα πρέπει να παρέχει το μέσον ώστε αυτή η ηθική να εκφραστεί και κοινοβουλευτικά.
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
Εδώ σε θέλω μάγκα μου...
Στη σημερινή ανάρτηση, σου προσφέρω απλόχερα την παράνοιά μου. Δώσε βάση μεγάλε, για να δεις τι κυκλοφορεί δίπλα σου!
Μπορώ να κατακρίνω την αστυνομική βία, και ταυτόχρονα τη βία της κουκούλας. Μπορώ δηλαδή να καταλάβω πότε οι μπάτσοι βαράνε στο ψαχνό (κακώς), αλλά και πώς είναι όντας μπάτσος να σε βρίζουν και να προσπαθούν να σε λαμπαδιάσουν ή να σου ανοίξουν το κεφάλι (επίσης κακώς). Μπορώ επίσης να κατακρίνω τα πογκρόμ φασιστοειδών που σπάνε κόσμο στο ξύλο, με τον ίδιο τρόπο που κατακρίνω τους και-καλά-αντί-φασίστες που σπάνε και καίνε τα μαγαζιά του κόσμου και τους δημόσιους χώρους. Μπορώ στα επεισόδια που συμβαίνουν σε κάθε πορεία να δω πραγματικούς ανεγκέφαλους μπαχαλάκηδες, αλλά ταυτόχρονα να γνωρίζω ότι δρουν και ασφαλίτες ως κουκουλοφόροι. Μπορώ μέσα σε μία διμοιρία των ΜΑΤ να δω έναν μεροκαματιάρη πιτσιρικά αλλά και ένα φασιστοειδές που βγάζει το άχτι του. Μπορώ ανάμεσα στον κόσμο που διαμαρτύρεται και κατεβαίνει στους δρόμους να δω το λαμόγιο, τον μπαχαλάκια, το κομματόσκυλο, αλλά και αυτόν που πραγματικά ελπίζει και παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά του.
Μπορώ από το Μνημόνιο Ι, το Μεσοπρόθεσμο και το Μνημόνιο ΙΙ (που μαζοχίστηκα και τα διάβασα για να γνωρίζω τι γράφουν), να διαχωρίσω τα στοιχεία με τα οποία συμφωνώ από αυτά που διαφωνώ. Έχω λοιπόν αυτή την απίστευτη ικανότητα για τα ελληνικά δεδομένα να μπορώ να είμαι σε κάποια θέματα μνημονιακός και σε κάποια άλλα αντι-μνημονιακός. Ταυτόχρονα ε; Μπορείς να το διανοηθείς;
Μπορώ να μην πηγαίνω μία τον Μπένι για αυτά που λέει και με την ρητορική που τα λέει, αλλά μπορώ από τις 1000 απαξιώσεις που θα του κάνω, να σεβαστώ αυτά που είπε τις προάλλες στον Λαφαζάνη και να τον επαινέσω.
Καταλαβαίνεις με τι παρανοϊκό τύπο έχεις να κάνεις; Έχει κι άλλο όμως. Μπορώ να αλλάζω πολιτική σκέψη και ιδεολογικό χώρο σταδιακά, όταν βλέπω ότι αυτά που θεωρούσα μέχρι πρότινος σωστά, ήταν μία χαζομάρα ή μια αφέλεια και μισή και όταν ανακαλύπτω πλαίσια σκέψης που μου φαίνονται πιο σωστά και λογικά. Έχω το θράσος να πιστεύω ότι η νεανική σκέψη μπορεί να είναι φρέσκια και δημιουργική, αλλά χρειάζεται και η πείρα αρκετών ετών για να μπορεί να εφαρμόζεται έμπρακτα σε ρεαλιστικές καταστάσεις. Μπορώ να έχω ήρεμο το κεφάλι μου γνωρίζοντας ότι υπάρχουν καλοί και κακοί επιχειρηματίες, που απασχολούν καλούς και κακούς εργαζόμενους, αλλά και ότι υπάρχουν κοπρίτες και ευσυνείδητοι δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να έχω αυτή την καταπληκτική ικανότητα που έχεις εσύ και γνωρίζεις την ακριβή αναλογία ή το απόλυτο νούμερο.
Κοινώς, μπορώ να είμαι γκρι ή καλύτερα, πολύχρωμος. Να αδυνατώ να βλέπω 100% άσπρο ή 100% μαύρο σε καταστάσεις, ιδέες και γεγονότα. Και για να είμαι ειλικρινής, αυτό είναι μία πολύ κουραστική κατάσταση. Είναι η κατάσταση όπου συνεχώς είσαι ξεκρέμαστος, γιατί δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από ταμπέλες, δόγματα ή όχλους. Πρέπει συνεχώς να αμφισβητείς, να διαβάζεις, να ψάχνεις πηγές και να προσπαθείς να μιλάς όσο πιο αντικειμενικά μπορείς. Να δημιουργείς αργά και υπομονετικά το δικό σου πλαίσιο ηθικής και αξιών και να μην επαναπαύεσαι σε έτοιμα πολιτικά ή ιδεολογικά δόγματα. Και όταν σε μία συζήτηση κάποιος σε «κολλάει στον τοίχο» να μπορείς να ξεστομίσεις την άκρως ανθελληνική φράση «σωστά, έχεις δίκιο τελικά» και να υποχωρείς σε κάποιες θέσεις.
Βέβαια για να είμαι ειλικρινής, αυτή η παράνοια έχει και άλλες ορολογίες. Στις πολιτισμένες κοινωνίες ή μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων για παράδειγμα, ονομάζεται «κριτική σκέψη». Και κατά κάποιο τρόπο είναι αυτός ο τρόπος σκέψης που δεν επαναπαύεται στη μασημένη τροφή, ξεκινάει πάντα αμφισβητώντας, αλλά και τροφοδοτείται συνεχώς από τις απόψεις των άλλων προκειμένου να εμβαθύνει συνεχώς σε διάφορα θέματα.
Γι’ αυτό σου λέω μάγκα μου. Έχεις μπλέξει με κάποιον που σου λέει ενοχλητικά πράγματα, αλλά δεν έχει ταμπέλα για να σημαδέψεις.
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012
Καλά, εγώ σιχάθηκα νωρίς
Για να σου πω την μαύρη μου αλήθεια, όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό δεν με αγγίζουν και τόσο. Φυσικά μου δημιουργούν ένα άγχος, μία μικρή αγωνία, αλλά στον βαθμό που ένας άνθρωπος ψάχνεται και αναρωτιέται πώς θα εξελιχθεί και θα επιβιώσει. Τίποτα παραπάνω. Αδυνατώ να συμμετέχω στον πανελλαδικό πανικό που ξαφνικά μας εξόργισε και μας αηδίασε.
Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά εξοργίστηκα και αηδίασα πολλά χρόνια πριν. Τότε που το ευρωπαϊκό χρήμα έπεφτε βροχή από τον ουρανό και όλους τους είχε κατακλύσει μία υστερία καταναλωτισμού και επαρχιώτικου μεγαλοϊδεατισμού. Όταν η ελληνική επικράτεια γέμισε μεζονέτες, εξοχικά, διαμερίσματα, ακριβά αυτοκίνητα και τζάμπα μάγκες. Ήταν εκείνη η μικρή περίοδος που ξαφνικά η οικονομία μας απέκτησε μία υπεραξία άνευ προηγουμένου και μία ολόκληρη γενιά άρχισε να καταβροχθίζει μανιωδώς το κομμάτι της πίτας που αναλογούσε στις επόμενες γενιές. Κατάλοιπα της φτώχιας; Κατοχικό σύνδρομο; Ανεύθυνοι και επιπόλαιοι Ελληναράδες; Δεν ξέρω... Λες και έχει σημασία πλέον.
Τα ασφαλιστικά ταμεία υπερφορτώθηκαν, το Κράτος διογκώθηκε, οι μπίζνες με το Δημόσιο άνθισαν και η πίτα έδειχνε τόσο μεγάλη που ακόμα και αν έσκαγες στο φαΐ, συνέχιζες λυσσαλέα να τρως. Κάπου εκεί ξεπήδησε και η γενιά των 700 ευρώ. Η δική μου γενιά. Με ικανότατα, μορφωμένα και καταρτισμένα άτομα που ήθελαν να δημιουργήσουν τη δική τους πίτα. Οι ανισότητες όμως ήταν ήδη παρούσες. Υπήρχε το χοντρολαμόγιο στη ΔΕΚΟ, απόφοιτος Λυκείου, ή ο άξεστος μπατζανάκης του Υπουργού που καθάριζαν τέσσερα χιλιάρικα το μήνα, και ο πτυχιούχος με μεταπτυχιακό και ειδίκευση που ζήταγε ταπεινά τον βασικό του μισθό. Το βουλευτιλίκι του δικομματισμού, ένα απέραντο γραφείο ευρέσως εργασίας χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Υπήρχε ο αμόρφωτος επιχειρηματίας που έχτιζε το ένα σπίτι μετά το άλλο, και ο υπερωριακός υπάλληλός του που σχεδόν έτρεχε όλη την επιχείρηση. Θυμάσαι που υπήρχαν μισθοί των 1000-1200 ευρώ και μετά αυτοί των 3000+ ; Το ενδιάμεσο δεν έπαιζε και πολύ. Οι «χοντροί» είχαν καβαντζώσει ήδη την κορυφή και τους χώριζε μία ασφαλής «τάφρος» με τους πιο κάτω. Πώς ακριβώς να δημιουργηθεί η ανάπτυξη; Τι ορίζοντα έδωσαν στις νεώτερες γενιές όταν όλοι έχτιζαν πάνω στα κεφάλια μας; Ποια παραγωγική διαδικασία μπορεί να ξεπηδήσει από τον επιχειρηματία που συνεχίζει να βλέπει την επιχείρησή του σαν μαγαζάκι και όχι ως αναπτυξιακό παράγοντα; Ποια κοινωνία θα δημιουργήσει εξωστρέφεια όταν αποτελείται κατά κόρον από ιδιώτες ανθρώπους που δεν έχουν την αίσθηση του κοινού συμφέροντος;
Μην απορείς πως φτάσαμε εδώ. Θυμάσαι πόσα τραπεζικά προϊόντα δανείων είχαν κατακλύσει τις τηλεοράσεις; Πώς σε φόρτωναν πιστωτικές κάρτες και πώς ακόμα και 20άρηδες έπαιρναν ένα οποιοδήποτε δάνειο για να το φάνε στην Ερμού μέσα σε έναν μήνα ή για να ζήσουν το «όνειρο» της Μυκόνου για μία εβδομάδα;
Εγώ την θυμάμαι καλά εκείνη την περίοδο. Σε κάποια φάση, λίγο πριν τα 30 μου, είχα αρχίσει να νοιώθω και τύψεις που ήμουν ακόμα στο ενοίκιο, και που δεν είχα αγοράσει αυτοκίνητο. Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι για την ίδια την λογική μου. Γιατί να μην ξοδεύω παραπάνω από αυτά που βγάζω, αφού όλοι το κάνουν; Κάτι δεν κόλλαγε σωστά. Έβλεπα αυτούς που ξόδευαν. Έβλεπα την μανία με την πίττα και εμένα απλά δεν μου κόλλαγε αισθητικά και νοητικά αυτό το θέαμα.
Στο έχω ξαναπεί. Μου είναι αδιανόητο το σκοτάδι και οι άνθρωποι που το απαρτίζουν. Γνωρίζω τι δικαιώματα έχω σε αυτά που ξοδεύω, και τι υποχρεώσεις σε αυτά που κερδίζω. Το ίδιο κάνω και έξω από το σπίτι μου, στην κοινωνία ως πολίτης. Γι’ αυτό σου λέω… Όλα αυτά που βλέπω να συμβαίνουν αυτές τις μέρες, δεν μου λένε μία. Την αγανάκτηση και τη σιχασιά μου, τα εξάντλησα πριν περίπου μία δεκαετία, όταν οι περισσότεροι έψαχναν απεγνωσμένα το μερίδιό τους στην πίττα και δεν είχαν καιρό για σκέψη. Γι’ αυτό αρκετές φορές, ίσως και να δικαιολογώ την αγανάκτηση των σημερινών πιτσιρικάδων. Γιατί αυτοί δεν πρόλαβαν να σιχαθούν.
Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012
"Καμμένοι" από χέρι
Ο τόνος της φωνής του κ. Γκλέτσου ήταν αποφασιστικός, «Αν μου το ζητούσε ο Μίκης, θα γινόμουν στρατιώτης για να τον βοηθήσω με αφισοκολλήσεις ή δεν ξέρω ‘γω τι. Έρχονται νέα παιδιά στο γραφείο μου ζητώντας δουλειά, και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα». Εκστασιασμένος από το πατριωτικό και αντί-μνημονιακό σθένος του πρώην ηθοποιού, ο κ. Παπαδάκης έκανε απλές, «ανθρώπινες» ερωτήσεις. Σαν αυτές που θα έκανε ο «λαουτζίκος». «Πώς ένας ζεν πρεμιέ, που μπορούσε να έχει όποια γυναίκα ήθελε (γέλια στο πάνελ), αποφάσισε να γίνει επαναστάτης… να δώσει μάχες για τα κοινά;». Ο Απόστολος διατηρούσε την σοβαροφάνειά του. Είναι ώρες για αγώνα τώρα, όχι για αστεία. Την σοβαρότητα της κατάστασης την υπογράμμισε εξηγώντας πως τα τούρκικα σίριαλ πλέον έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση. «Τί προσπαθούν να κάνουν; Τα παιδιά μας ακούνε συνέχεια τούρκικα, μαθαίνουν για τα τούρκικα έθιμα και τον πολιτισμό. Έχουμε ξεφύγει τελείως;». Και αφού φρόντισε για τα παιδιά μας, έριξε και την αριστερίστικη ατάκα «Η Ευρώπη πλέον υπάρχει για το χρήμα και όχι για τους λαούς, αλλιώς θα τύπωναν μερικά τρις σε φρέσκο χρήμα και ο κόσμος θα σταματούσε να πεινάει». ΟΕΔ! Προφανώς, τα αισθήματα του πατριωτισμού και της ξενοφοβίας είναι τόσο έντονα που η πλήρης ασχετοσύνη στα οικονομικά δικαιολογείται.
Ο υπερπατριωτισμός του κ. Γκλέτσου δεν ήταν μόνος. Πιο πριν, είχαν κάνει την παρέλαση από τα παράθυρα της εκπομπής του κ. Παπαδάκη και πιο ακραίες απόψεις. Εκδικαζόταν στη Χάγη και η υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων, οπότε η εθνικιστική ρητορική δεν συνάντησε δυσκολίες. «Ο παππούς και η γιαγιά της Μέρκελ και του Σόιμπλε διέπραξαν θηριωδίες, βίασαν, έκαψαν, και εμείς θα το ανεχτούμε;» φώναζε και χτυπιόταν ο κ. Καμμένος από το παράθυρό του δίπλα στον κ. Κουρουμπλή. Οι ατάκες και οι λέξεις ήταν προσεκτικά επιλεγμένες «ταφόπλακα στον ελληνικό λαό», «οι βουλευτές που θα ψηφίσουν την δανειακή σύμβαση θα βρεθούν ενώπιον των ευθυνών τους και θα λογοδοτήσουν», «οι συμμορίτες και οι δωσίλογοι». Η γνωστή επίκληση στο άρθρο 120 του Συντάγματος. Η γνωστή ρητορική μίσους, γαρνιρισμένη με δόσεις λαϊκής αγανάκτησης.
Ακόμα και πιο πριν από τον κ. Καμμένο, το «λαϊκό» πάνελ του κ. Παπαδάκη δικαίωσε την επιστολή Ιερώνυμου, ενώ ο ίδιος δημοσιογράφος διερωτώμενος αν η εκκλησία επιτρέπεται να παίρνει θέση σε τέτοια ζητήματα, απάντησε ρητά «φυσικά, σε τέτοιες δύσκολες εποχές». Μέσα σε μισή ώρα το μείγμα ήταν έτοιμο. Ο κ. Καμμένος ανησύχησε για την «πατρίδα», ο κ. Γκλέτσος για την «οικογένεια», και ο Αρχιεπίσκοπος για την «θρησκεία». Και ο κ. Παπαδάκης, που φυσικά «εκφράζει» τις καθημερινές ανησυχίες και σκέψεις του ελληνικού «λαουτζίκου», έδεσε αυτά τα τρία στοιχεία ως προτεραιότητα για την ελληνική κοινωνία. Στην τελική, όπως συμπέρανε και ο ίδιος, «Τί άλλο χειρότερο μπορούμε να πάθουμε; Μας κόψαν τους μισθούς, μας εξαθλίωσαν, ας χρεοκοπήσουμε να τελειώνουμε. Τουλάχιστον θα έχουμε τη δραχμούλα μας».
Έχω εκφράσει πολλές φορές τις ανησυχίες μου για την συνεχιζόμενη άνοδο, όχι μόνον της λαϊκής και άκρας δεξιάς αλλά κυρίως για τις δυνάμεις της οπισθοχώρησης. Όποιον και να ρωτήσεις σήμερα θα σου πει ότι το πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει και πρέπει να αλλάξει. Ναι, αλλά προς ποια κατεύθυνση; Για το «μπροστά» πλέον δεν γίνεται και πολύς λόγος. Ο δημόσιος λόγος δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην παλιότερη Ελλάδα (όπου ο κ. Γκλέτσος θα μπορεί να δίνει εργασία με τα ρουσφέτια του). Θέλει να πάει ακόμα πιο πίσω. Έναν αιώνα και βάλε. Στις εποχές όπου οι «προδότες» αποκεφαλίζονται και που το έθνος είναι το υψηλότερο ιδανικό. Στις εποχές που ότι δεν μας βρίσκει σύμφωνους, το ονομάζουμε παράνομο και δημιουργούμε πογκρόμ εναντίον του. Το παιχνίδι έχει ξεφύγει πλέον από τα παραδοσιακά άκρα, και διαχέεται ακόμα περισσότερο ανάμεσα και στις πιο μετριοπαθείς ομάδες. Ως αντίδοτο για τον φόβο και την ανασφάλεια προτάσσονται η φωτιά, το τσεκούρι, η σημαία, ο σταυρός και η διεθνής απομόνωση. Και ξαφνικά βρεθήκαμε στην εποχή, που όλα αυτά ακούγονται φυσιολογικά και παρελαύνουν καθημερινά στις οθόνες μας σα να μην τρέχει τίποτα. Η γνωστή ρητορική μίσους, γαρνιρισμένη με δόσεις λαϊκής αγανάκτησης…
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





